Η Παλιά Αθήνα ανακαλύπτει καλοκαιριάτικα τις ταράτσες

Για ν’ απλώσει το ρομαντισμό της! «Οι Αθηναίοι ανεκάλυψαν κατ’ αυτάς τις ταράτσες τους

Άλλοτε άπλωναν τα ρούχα τους, τώρα το ρωμαντισμό τους. Κι’ αφ’ ότου τα «ουΐκέντ» και τα σχετικά φαγοπότια είνε όνειρο μακρυνόπιά, οι Αθηναίοι ανεβαίνουν τις νύχτες στην ταράτσα τους, για να δώσουν στο ρωμαντισμό τους ελεύθερη διέξοδο.

Και φεγγάρι να μην υπάρχη, τ’ άστρα υπάρχουν και προσφέρονται σα στέγη, σα διακόσμησι και σα θέμα στο σιωπηλό ρεμβασμό τους.

Οι ταράτσες των σημερινών Αθηναίων δεν είνε τα παληά δώματα των μονόπατων και δίπατων σπιτιών όπου τραβούσαν τα στρώματα και τις κουβέρτες τους, να κοιμηθούν κ’ έκαναν τους περιηγητές να γράφουν ότι οι Αθηναίοι χτίζουν σπίτια για να κοιμούνται απ’ έξω!

Σήμερα πρόκειται για ταράτσες πολυκατοικιών, πού υψώνονται μεταξύ ουρανού και γης, σαν πύργοι παληών ακροπόλεων και λύουν θαυμάσια το πρόβλημα του παραθερισμού.

-Όταν κάνει ζέστη, μούλεγεχθές ένας ταρατσοδίαιτος, κάνει ζέστη παντού και δεν δροσίζει παρά το βραδάκι. Γιατί λοιπόν να μεταναστεύη κανείς στην εξοχή; Μετά το ηλιόγερμα ανεβαίνουμε και παραθερίζουμε ως τα μεσάνυχτα στην ταράτσα! πινακλάκι, κουβεντούλα, κανένα παγωτό σπιτίσιο…

Αλλά τα πράγματα δεν είνε τόσο απλά. Σε μια πολυκατοικία οι κατοικίες είνε οκτώ και δέκα και δώδεκα. Και η ταράτσα μία. Κι’ όταν δεν πάει με το ρετιρέ, η χρήσι της πρέπει να προβλέπεται από το ενοικιαστήριο. Αν το ζήτημα είνε ακαθόριστο πρέπει να κανονισθή με συνεννοήσεις.

Κ’ εκεί να ιδήτεσείς περιπλοκές! Ξέρω πολυκατοικία πού τα διαμερίσματα βρίσκονται σ’ αληθινό εμφύλιο πόλεμο για το ζήτημα της ταράτσας. Έχουν φθάσει στα δικαστήρια. Και ξέρω άλλες, όπου έχει λυθή με μακρές διαπραγματεύσεις πού κατέληξαν στο σύστημα της περιτροπής:
-Ποιος έχει σειρά σήμερα γιά την ταράτσα; Ακούτε να ρωτούν στο εσωτερικό τηλέφωνο.
-Η Περιβολαρίδου!
-Ά, καλά… Τότε μείς είμαστ’ αύριο!…

Και περιμένουν. Ο Θεός πού είνε τόσο κοντά στις ταράτσες, ας εφορεύει επάνω σ’ αυτές τις συμφωνίες.

Άλλοτε πού επρόκειτο μόνο για τη μπουγάδα, ο καυγάς για τη σειρά περιωρίζετο στις πλύστρες και στα δουλικά. Αλλά να βλέπετε χαριτωμένα μουτράκια να συννεφιάζουν και στοματάκια καλοβαμμένα, έτοιμα να εκσφενδονίσουν μύδρους για λίγα τετραγωνικά μέτρα μπετόν-αρμέ, πού κρέμονται μετέωρα κάτω από τα’ άστρα, τι μελαγχολικό!».

(«Βραδυνή», 1940)

Θωμάς Σιταράς (Αθηναιογράφος)

www.paliaathina.com