Σκιές πιθανοτήτων στην εφηβεία του γήρατος-Μια αλλη άποψη για τη σημερινη μέρα…

Της Ρίκης Ματαλλιωτάκη

 

Απο το βιβλίο μου» Αχ πως της αρέσει να μιλά…»

 

Το άτσαλο χτύπημα της πόρτας που  μόλις έκλεινε από τα παιδικά χέρια, έφτασε μέχρι τ’ αυτιά του αφήνοντας τα ανενόχλητα, ο σκληρός ήχος όμως  είχε στοχεύσει πετυχημένα πιο καίρια και βαθιά ενόχληση, στη καρδιά…

Κοίταξε γύρω του προσπαθώντας να κατευθύνει  τη προσοχή και το μυαλό του μακριά  από σκέψεις  που τον ενοχλούσαν  και  για να  συντονιστεί στο ζητούμενο προσπάθησε να απασχολήσει τα χέρια του με κάτι οτιδήποτε άλλο.

Έριξε μια , όσο γινόταν πιο διαπεραστική, ματιά  σε ότι μπορούσε να αντικρίσει το βλέμμα του:

Τέσσερις τοίχοι ενός δωματίου γενικής χρήσεως κι αμέσως πιο πίσω το μπάνιο… όλο κι όλο το  οπτικό του πεδίο, εκεί που ζούσε και  δρούσε,  ή  μάλλον  αδρανούσε, σκέφτηκε  κι έσκυψε στο πάτωμα αρχίζοντας με τρόπο ιεροτελεστικό να τακτοποιεί του κόσμου  τα ετερόκλητα αντικείμενα που όλο το πρωί διασκόρπιζαν τα εγγόνια του…εκείνα που λίγο πριν έφυγαν μαζί με τη μητέρα τους…τη νύφη του, τη γυναίκα του γιου του.

Εξακολούθησε για πολύ ακόμα την ίδια επαναλαμβανόμενη  και δίχως νόημα κίνηση- πάνω, κάτω, πάνω, κάτω, σε αργό ρυθμό-  μέχρι που συνειδητοποίησε  πως κάτι  του θύμιζε η συγκεκριμένη κίνηση, και μάλιστα κάτι που δεν του πήγαινε,  τι όμως, τι; βάλθηκε να αναρωτιέται   μέχρι που, «α μάλιστα…» φώναξε  κι  ένιωσε να γελοιοποιείται  με τη μίμηση απέναντι στο ίδιο το είναι του αμέσως μόλις αντιλήφτηκε τι ήταν αυτό το κάτι:

Κάποιες σκηνές ήταν που έβλεπε στη τηλεόραση σε αργά, slow πλάνα που τα παρουσίαζαν έτσι επιδεικτικά για να κερδίσουν το ενδιαφέρον  κι ως εκ τούτου την αύξηση της τηλεθέασης, «εσύ  όμως τι προσπαθείς αλήθεια να κερδίσεις και φέρεσαι  έτσι;» ο εαυτός του φρόντισε να του υπενθυμίσει αλύπητα.

«Τη σιωπή που πλανάται γύρω!» ήρθε η απάντηση από μια απρόσκλητη φωνή που αναδύονταν  λες από το υπερπέραν,  « τη σιωπή που πλανάται σε κύματα υπερήχων…»

Για να αποδεκατίσει αυτή τη καταραμένη σιωπή άνοιξε τη  τηλεόραση στη διαπασών και για λίγα δευτερόλεπτα το σήμα  από το  μεσημεριανό δελτίο ειδήσεων επικράτησε θριαμβευτικά  παντού,  στη συνέχεια όμως άρχισε να μεταπηδά από το ένα κανάλι στο άλλο κάνοντας ζάπινγκ  .

Τα πέρασε μια ματιά όλα, όλα, δεν άφησε κανένα κι ωστόσο σε όλα η εικόνα  εναλλάσσονταν πανομοιότυπα παραμορφωμένη:

Η προοπτική των Ολυμπιακών στην Ελλάδα και οι προετοιμασίες τους, τα σκάνδαλα των απανταχού  πλανηταρχών, οι μόνιμες καταλήψεις, οι αιώνιες απεργίες, ο σταρ Αρχιεπίσκοπος… τι χρώμα γραβάτα φορούσε  χθες ο τάδε πολιτικός ;

Εικόνα πανομοιότυπα παραμορφωμένη…

Ένας βαθύς  αναστεναγμός βγήκε από μέσα του , άφησε τη τηλεόραση να παίζει κάπου στη τύχη, σηκώθηκε σκοτωμένος από πλήξη και  για αντιπαράθεση, για να σκοτώσει εκείνος την άρνηση που καιρό τώρα κυριαρχούσε μέσα του,  έφτασε  σε μια γωνιά του δωματίου που υπήρχε ένα μικρό τραπέζι με καμιά δεκαριά μισοφαγωμένα πινέλα πάνω του κι άλλα τόσο μισοάδεια μπουκαλάκια  με χρώματα ζωγραφικής και τα έπιασε στα χέρια του.

 

Ζωγράφιζε το τελευταίο  διάστημα της ζωή του, δηλαδή για να μη πέσει και σε καμιά  υπερβολή  ζωγράφιζε λίγο, πολύ λίγο… υπήρχε φαίνεται  ένα ελάχιστο ταλεντάκι μέσα του που όμως ούτε ο ίδιος δε το γνώριζε έως  που  ο  ελεύθερος χρόνος  που είχε  μετά που συνταξιοδοτήθηκε από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση   που υπηρέτησε επί  τριαντακονταετίας, του επέτρεψε να ανακαλύψει.

Είτε μικρή όμως είτε  μεγάλη, ετούτη η κλίση στη ζωγραφική    για τον ίδιο είχε μετατραπεί σε οδό σωτηρίας… δεν τον ενδιέφερε εξάλλου να μεγαλουργήσει, τον ενδιέφερε απλώς να δημιουργήσει, κι ειδικότερα μετά  από το χαμό της γυναίκας του που  ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα την έστειλε  στον άλλο κόσμο πριν της ώρα της.

Το σοκ του θανάτου ήταν μεγάλο, όμως για όσο διάστημα ζωγράφιζε το πάλευε καλά… υπήρχαν  μάλλον τόσες ανέκδοτες κι ανατύπωτες παραστάσεις μέσα του που  στη προσπάθεια του να τους δώσει σχήμα και να τις  εξωτερικεύσει,έστω κι  εκ των υστέρων, κατάφερε να περάσει  νύχτες και μέρες πολλές χωρίς το σκληρό χέρι της μοναξιάς  να γραπωθεί  στο λαιμό του και να του αφαιρέσει τη δύναμη.

Δυστυχώς  για εκείνον όμως πάνε πλέον κοντά τρία χρόνια που, λίγο μεν στην  αρχή μα όλο και περισσότερο στη συνέχεια, άρχισε να βλέπει  το μαχαίρι της έμπνευσης του να στομώνει, για  να μην  αποθαρρυνθεί   όμως εξ αρχής, το πρώτο καιρό  το απέδωσε  σε μια προσωρινή, δημιουργική ανάπαυλα η οποία επιβάλλονταν να προκύψει  έστω ακόμα και λόγο  ηλικίας, στο κάτω- κάτω περνούσε τα εξήντα πέντε, αλλά στη συνέχεια βέβαια  θα επανέρχονταν δριμύτερος…έτσι πίστευε.

Δεν επανήλθε…μέρες και μέρες περίμενε το τέλος της δημιουργικής ανάπαυλας, έλιωνε στη προσμονή  της στιγμής που θα έπιανε πάλι τα πινέλα στα χέρια του,  μα επειδή  η συγκεκριμένη  στιγμή δεν ερχόταν, όπως επίσης  κι επειδή  τα καλλιτεχνήματα του  ο ίδιος δεν τα είχε και σε τόσο μεγάλη εκτίμηση,  βαρέθηκε στο τέλος, τα παράτησε, κι ανέβαλλε επ’  αόριστο  το κεφάλαιο «ζωγραφική».

Εκείνη τη περίοδο ήταν που άνοιξε στη ζωή ένα άλλο κεφάλαιο παίρνοντας για πρώτη φορά τόσο πολύ στα σοβαρά το ρόλο του παππού, και  φυσικά δεν μπορεί να πει  με τίποτα  πως  το πήρε σαν μια επιλογή την οποία του επέβαλλε η στέρηση άλλων επιλογών…όχι, προς Θεού, με τα εγγόνια του αποφάσισε να ασχοληθεί συστηματικά κατευθυνόμενος μονάχα από επιθυμία του και όχι από υστεροβουλία.

Έτσι, για ένα ολόκληρο χρόνο πηγαινοέρχονταν στο σπίτι του μοναδικού του παιδιού, του γιου του,  εκτελώντας  άριστα τα  χρέη  της νταντάς  έως που κάποια στιγμή αισθάνθηκε πως το συνεχές πήγαινε-έλα άρχισε να τον καταβάλλει και ζήτησε αντί να πηγαίνει αυτός να του φέρνουνε τα παιδιά στο σπίτι του.

Η νύφη του όμως, καθηγήτρια κι εκείνη όπως ο ίδιος κι όπως ο γιος του,  μάλλον λόγω  διαφοράς  απόψεων  στην ανατροφή των παιδιών, προφασίστηκε ανύπαρκτες δυσκολίες  κι από τότε, με μια σιωπηλή συμφωνία που εγκαθιδρύθηκε μεταξύ τους, καθιερώθηκε τα εγγόνια του να τον επισκέπτονται μια φορά την εβδομάδα.

Κυριακή πρωί κι έως ότου έπαιρνε…

Όπως ακριβώς και σήμερα…όπως ακριβώς και τη προηγούμενη εβδομάδα… όπως ακριβώς συνέβαιναν  τα πάντα  στις αυστηρά γεωγραφημένες ώρες των τελευταίων  του χρόνων… όλα όμοια κι απαράλλαχτα!

 

Η μετά από καιρό προσπάθεια να επικοινωνήσει με τη ζωγραφική  απέβη,όπως κι όλες οι προηγούμενες άκαρπη, «εν τέλει είναι οριστικό» απεφάνθη και σηκώθηκε από τη καρέκλα, που παρά τη μετριότητα τους, τόσες δημιουργικές στιγμές του είχε χαρίσει.

Τριγύρισε για λίγο άσκοπα στο περιορισμένο οπτικό του πεδίο, έπιασε ένα βιβλίο-κάθε είδους βιβλία βρίσκονταν συνεχώς συστηματικά αφημένα μπρος του  για τον κεντρίζουν με τη παρουσία τους και να του αφυπνίζουν το ενδιαφέρον- ταλανίστηκαν οι σειρές και τα νοήματα στα μάτια του έως που κουράστηκε, «γιατί το πιέζω, αφού ούτε για διάβασμα δεν έχω διάθεση » σκέφτηκε και άφησε το βιβλίο να πέσει από τα χέρια του.

Ένα μικρός πνεύμονας οξυγόνου, ένα παρκάκι με πέντε ίσα-ίσα παγκάκια, θυμήθηκε ξαφνικά πως βρισκόταν στη γειτονιά του και  δίχως δεύτερη σκέψη παράτησε όλα όσα από  ψυχής εύχονταν να τον ενδιαφέρουν  αλλά εν τούτοις δεν τον ενδιέφεραν, παράτησε και τη σιωπή να πλανάται ανενόχλητη στο χώρο που έτσι κι αλλιώς είχε κάνει κατοχή,  και τρέχοντας λες και τον κυνηγούσαν, δραπέτευσε από το σπίτι του που απέπνεε ολάκερο σκοπούς ρέκβιεμ.

Βγήκε έξω και σύντομα διαπίστωσε πως οι Αλκυονίδες εξακολουθούσαν ακόμα, μήνας Φλεβάρης πια, διαπρέποντας μάλιστα στη παραμονή τους μεγαλειωδώς, τόσο που με ευκολία θα μπορούσαν να θεωρηθούν μέρες Ανοιξιάτικες.

«Πόσο  έχει άραγε σήμερα ο μήνας;» αναρωτήθηκε καθώς ο φιλεύσπλαχνος ήλιος έπεφτε πάνω του καυτός αποσυνθέτοντας με τη παρουσία του  τη νεκρική μουσική της ψυχής και της φθινοπωρινής ζωής του.

«Δεκατέσσερις» εξακρίβωσε βγάζοντας ένα μικρό ημερολόγιο από τη τσέπη του παλτού του ενώ αμέσως μετά, από φόβο μη τυχόν και του διασκορπίσει την ηρεμία  η χρονομέτρηση, το ξαναγύρισε  στη θέση του, έκλεισε τα μάτια κι εξακολούθησε να αφήνεται απερίσπαστος  στη ζεστασιά του ήλιου και τη μυρωδιά του πράσινου.

Επιτέλους…κατάφερε να αποστασιοποιηθεί από τα πάντα:

Από το παρελθόν, από το μίζερο παρόν, από το ακόμα πιο μίζερα αναμενόμενο μέλλον…από το κάθε τι και από το τίποτα!

Δεν ήταν νέος… δεν ήταν όμως ούτε γέρος…

Δεν ήταν πλούσιος … δεν ήταν όμως και φτωχός …

Ούτε μακαριστός ούτε δυστυχής…ούτε καλός  μα ούτε και κακός, κάτι που είχε ξεχάσει  εντελώς στο πρόσφατο παρελθόν ήταν μόνο ετούτη τη στιγμή, άνθρωπος…  άνθρωπος… άνθρωπος, ζωντανός άνθρωπος και τίποτα άλλο!

Μια παράξενη ευεξία τον  πλημμύρισε ξαφνικά, απόσταγμα μάλλον του ήλιου και των προηγούμενων σκέψεων του, και η ευεξία αυτή ήταν μάλλον κι  η κινητήρια δύναμη  που τον έσπρωξε να σηκωθεί πάνω και να διασχίσει  το στενό δρομάκι του πάρκου παίρνοντας όμως εντελώς άλλη κατεύθυνση από εκείνη που θα τον  οδηγούσε  στο σπίτι του και στην επικράτεια της ρέκβιεμ μουσικής.

«Σήμερα θέλω να δω κόσμο…πολύ κόσμο»  συλλογίστηκε καθώς περπατούσε για το κέντρο της πόλης κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή ήταν που πέρασε από δίπλα του  ένα  ζευγάρι  που κι οι δυο μαζί ζήτημα να συμπλήρωναν  ένα τέταρτο του αιώνα.

«Χρόνια  μας πολλά καρδιά μου, να ζήσουμε και να τα εκατοστίσουμε…χρόνια μας πολλά!» τους άκουσε να ανταλλάσσουν ευχές μεταξύ τους , δεν έδωσε όμως ιδιαίτερη σημασία… περίεργο ωστόσο, λίγο πιο κάτω άκουσε ξανά τα ίδια, και πιο κάτω τα ίδια, κι ακόμα πιο κάτω τα ίδια., κάθε δέκα μέτρα «χρόνια πολλά» άκουγε.

«Τι συμβαίνει τέλος πάντων;» αναρωτήθηκε κι αισθάνθηκε το περί πάντων  νεκρό ενδιαφέρον του να ζωντανεύει θέλοντας να μάθει κάτι άσχετα κι αν ακόμα δεν τον αφορούσε.

«Συγνώμη, είναι κάποια γιορτή σήμερα;» σταμάτησε  για να ρωτήσει το πρώτο περαστικό  κι ο άνθρωπος τον κοίταξε λες κι έπεσε  μπροστά του εξωγήινος.

«Καλέ, του Αγίου Βαλεντίνου είναι σήμερα, ο έρωτας γιορτάζει σήμερα, δε το ξέρετε;»

Έμεινε άναυδος με την απάντηση που πήρε, όχι βέβαια, δε το ήξερε, που να το ήξερε…εκείνος ήξερε μόνο την Αφροδίτη, την Ήρα  έστω τη ζηλότυπη, άντε και το Δία τον ερωτύλο,  στο πάνθεο όμως του Δωδεκάθεου που από παιδί του έμαθαν  πως εκεί  καταχωρούνται τέτοιου είδους άγιοι με τις γιορτές του, για Βαλεντίνο όχι, δεν είχε ακουστά.

 

Πρώτα τρόμαξε… μετά χάρηκε…ανέκαθεν εξάλλου  ήταν προληπτικός, ανέκαθεν τα σημάδια, τα κάθε λογής σημάδια, αποκτούσαν γι’  αυτόν μια άλλη, τρισδιάστατη υπόσταση την οποία μετέφραζε ανάλογα, σαν εύνοια ή  δυσμένεια τύχης, οπότε το σημάδι τούτο σαν τι αλήθεια να το μεταφράσει;

Να το μεταφράσει σαν σύμπτωση και ευτυχή συγκυρία  αφού σήμερα ακριβώς ένιωσε πάλι μετά από χρόνια να ερωτεύεται σαν έφηβος τον εαυτό του και να θέλει να τον προφυλάξει;

Να το μεταφράσει σαν  προσφορά του νεοφερμένου, Ευρωπαίου, αγίου;

Σαν τι να το μεταφράσει τέλος πάντων;

«Να μη το μεταφράσεις σε τίποτα, να μη το μολύνεις βουτώντας το σε άλλες, χιλιο χρησιμοποιημένες έννοιες» τον διέταξε τελικά η ψυχική ανάταση  που εδώ και μερικές ώρες άρχισε να κυριαρχεί  δυναμικά μέσα του κι απ΄ ότι φαίνεται δεν είχε σκοπό να σταματήσει:

« Και δεν έχει καμιά σημασία που εσύ δεν  γνωρίζεις τον Άγιο Βαλεντίνο,  αρκεί  που γνωρίζεις καλά πως ο έρωτας  μεταφράζεται   σε όλες τις γλώσσες του κόσμου και το κυριότερο; διασπάται σε απειροελάχιστα μόρια ούτως ώστε να έχει την ικανότητα να διασφαλίζει τα  δεκάδες συναισθήματα στα οποία γίνεται ο πρώτος και πιο ουσιαστικός συντελεστής τους…

Ο έρωτας αγαπητέ μου  έχει  τις ίδιες ακριβώς σκιές πιθανοτήτων σε κάθε ηλικία, σε κάθε εφηβεία, έως ακόμα και στην εφηβεία του γήρατος μπορεί να φανερωθεί αν του το επιτρέψεις… Ναι, έτσι είναι και μη γελάς  καθόλου, όμως κι αν ακόμα στη δική σου τη ζωή δεν φανερωθεί  με τη γνώριμη  του παρουσία, ζήσε τον με  το πιο προσιτό και κοντινό σου σύντροφο… με τον εαυτό σου φυσικά, με ποιον άλλο;»

Άκουγε τη φωνή μέσα του και δεν πίστευε στα αυτιά του, ο έρωτας βλέπεις  είχε πάψει να τον απασχολεί  εδώ και  κι αμέτρητα χρόνια «τώρα πια έρωτας;» ακολούθησε ωστόσο τις οδηγίες της κατά γράμμα κι άρχισε να προχωρεί βιαστικός, πολύ  βιαστικός.

Πιεζόταν όσο ποτέ άλλοτε  από  την ανάγκη να φτάσει σπίτι του, να πιάσει τα πινέλα του τα φθαρμένα  και να αφεθεί στις εμπνεύσεις της ζωγραφικής του μετριότητας…