Αμάν κύριε συνήγορέ μου! Βγάλε με αθώο…

«Ας αφίσωμεν σήμερον τους νεανίας που παθαίνουν διαρκώς συμφοράς, τας συζύγους που απατούν τους συζύγους των, τους κύνας που αρπάζουν τους ανθρώπους, τας κορασίδας που φλέγονται από έρωτα, τους πατέρας που αντιδρούν εις τους γάμους των τέκνων των, τας πλήρεις ατελειώτων ατυχημάτων ιστορίας εις τας οποίας δεινοπαθούν οι αναγνώσται της παρούσης στήλης και ας ασχοληθώμεν και με ολίγον έγκλημα…
Αίμα Ιάγοι…
Άλλοι παρέχουν καθημερινώς πεντήκοντα στήλας χασάπικου. Η στήλη αυτή δεν εννοεί να υποχρεώση τους αναγνώστας της εις παρομοίανκούραν…

ddddd-111

Ο άνθρωπος ήτο φύσις εξόχως εγκληματική.Μίανημέρανεξηγριώθη, ετράβηξε το περίστροφόν του και έβαλε στόχον τον πατέρα του και την μητέρα του.
-Δεν μ’ αφίνετε να κάνω εκείνο που θέλω εγώ; Ορίστε λοιπόν!
Και οι δύο γεννήτορες οι οποίοι άλλοτε εις κοινήνσυνεδρίασινπαρεσκεύασαν τον φοβερόνυιόν έπεσαν υπό τας σφαίρας του.
Φυσικά μετά την πράξιν του μετενόησε πικρώς και έκλαυσε πικρότερον. Αλλά επειδή η έμπρακτος μετάνοια δεν εφαρμόζεται απολύτως επί παρομοίων περιπτώσεων η αστυνομία άρπαξε τον φοβερόνπατρομητροκτόνον και τον ενέκλεισε εις τας φυλακάς. Εκεί ο δυστυχής εθρήνει και ωδύρετο. Επήρε ένα δικηγόρον πολύ διαπρεπή και τον ικέτευε να τον σώση.
-Αμάν κύριε συνήγορέ μου! Βγάλε με αθώο και πάρε όλην την κληρονομίαν μου.
Ο δικηγόρος καίτοι ημπορούσε να βλέπη παπούτσι και να υποστηρίζη ότι είνε γκαζοτενεκές, ν’ ακούη νιαούρισμα γάτας και να λέη ότι χτυπούν καμπάνες, ευρήκε το πράγμα ολίγον δύσκολον.
-Βρε αδελφέ… εσκότωσες τους γονείς σου, πώς διάβολο να αθωωθής;
-Ξέρω γώ; Με στενοχωρεί η φυλακή!
-Ναι μα η φυλακή δεν είνεκολλάρο να το πετάξης μόλις σε στενεύει.
-Θα σου δώσω ό τι μου ζητήσης. Όλη την κληρονομιά των δυστυχισμένων γονέων μου!
-Καλά θα σκεφτώ. Αν μπορή να γίνη τίποτε θα το κάνω.
-Σ’ ευχαριστώ απείρως.
-Δεν είνε τίποτε. Τύψεις αισθάνεσαι;
-Μάτσο!…
***
Η ημέρα της δίκης του ειδεχθούς εγκληματίουεπλησίαζε και ο δικηγόρος παρά τας σκέψεις και τας δικονομικάςμελέτας του δεν ημπορούσε να βρή το μέγα επιχείρημα, το καταπληκτικόν, που θα έσωζε τον πελάτην του. Εσκέπτετο όμως ότι θα έπρεπε να κρούση την θύραν του οίκτου των δικαστών, όπως έκαναν οι αρχαίοι. Επί τέλους όμως ύστερα από πολλάςπνευματικάς βασάνους το ανεκάλυψεν ακριβώς την ημέραν της δίκης.
-Είμαι μεγαλοφυΐα, είπε καθ’ εαυτόν και επορεύθη προς το δικαστήριον.
Η απόφασις του τελευταίου τούτου ήτο σχεδόν προειλημμένη. Ο πρόεδρος ήτο βλοσυρός, ο εισαγγελεύς εμαίνετο κατά του κατηγορουμένου –άνθρωπος που εφόνευσε τον πατέρα αυτού και την μητέρα δεν είνε άνθρωπος. Πρέπει να τιμωρηθήαμειλίκτως. Βαρεία να πέση επί την κεφαλής του η δικαιοσύνη…
Τότε ο δικηγόρος έλαβε τον λόγον:
-Λυπηθείτε τον, κύριοι δικασταί, είνε ο φουκαράς… ορφανός πατρός και μητρός. Δεν έχει κανένα στον κόσμον!
Αίσθησις μεγάλη επηκολούθησε τους τελευταίους λόγους.
Η απόφασις αναμένεται…».
(«Αθηναϊκά Νέα», 1937, από την στήλη «Εύθυμη Ζωή» που υπογράφει «Η νυχτερίδα»)
Θωμάς Σιταράς (Αθηναιογράφος)
Διαβάστε κι άλλες ιστορίες για την Παλιά Αθήνα στην ιστοσελίδα www.paliaathina.com