Η κουρά των προβάτων στην Κρήτη– μια παράδοση που χάνεται

  του Κωστή Κοντογιάννη

Η κουρά των προβάτων από τα παλιά τα χρόνια αποτελεί έθιμο για το νησί μας και είναι πλέον παράδοση όπως λένε «η γιορτή των προβάτων».

Αλλά και γιορτή για τον κτηνοτρόφο και για όλους τους καλεσμένους, είναι μια ευκαιρία από αυτές που γυρεύουν συχνά οι κρητικοί για να σμίξουνε να κάνουνε παρέα και να πιούνε κρασί.

Την τάδε ημέρα θα κουρεύω σου λέει το αφεντικό μόνο να φανείς να πιούμενε ένα κρασί και είναι ευχαρίστηση του και το θεωρεί τιμή να έχει κόσμο στην κουρά ν-του και είναι περήφανος που θα δούνε οι καλεσμένοι τα κουδούνια ν-του και  τσι κριγιούς και θέλει όλα να είναι στην εντέλεια για να αποφανιστεί και γίνεται μια πραγματική γιορτή. Ανάλογα με το πόσο μεγάλο είναι το κουράδι είναι και ο αριθμός των καλεσμάτων, χωρίς πάντα αυτό να είναι απαραίτητο. Δεν είναι λίγες οι φορές που μαζεύεται ο κόσμος και κουρεύανε πέντε ωζά και τρώνε τα δύο ή πολλές φορές έχουνε δύο ή τρία ωζά πρώτα τα κουρεύαινε και μετά τα σφάζανε και τα τρώνε και η κουρά είναι η πρόφαση για να γίνει η παρέα.

Τη προηγούμενη λοιπόν τσι κουράς σφάζει ο νοικοκύρης τα έχνη που θα του χρειαστούνε για το τραπέζι, ετοιμάζει τα σύνεργα τσι κουράς, ψαλίδες, μπούζαστρα, που θα πει τα σκοινιά που δένουνε τα πόδια των προβάτων και ότι άλλο θα του χρειαστεί. Τα παλιά τα χρόνια που δεν υπήρχαν  αυτοκίνητα πήγαιναν  με τσι γαϊδάρους ούλα τουτανέ τα σύνεργα στο ν-τόπο τσι κουράς. Στην κουρά όπως και σε κάθε δουλειά του κρητικού υπάρχει ιεραρχία και καταμερισμός εργασίας. Αυτοί που κατέχουνε και κουρεύουνε  είναι οι κουρίσκοι που και αυτοί είναι καλοί και μέτριοι και που πολλές φορές ξεσυνορίζουνται  ποιος θελά κουρέψει πλιά πολλά ωζά και ποιος θα τα σάζει πλιά όμορφα.

Όσοι δε γ-κατένε να κουρεύουνε είναι οι πιαστάδες οι κουβηλέδες και οι μπουζαστάδες δηλαδή αυτοί που πιάνουνε και δένανε τα πόδια τω προβάτων και τα  πηγαίνουνε σ-τσι κουρίσκους να τα κουρέψουνε. Είναι αυτοί που μπαίνουνε μέσα στη μάντρα και λαλούνε τα ωζά και βέβαια, αυτοί που έχουνε αναλάβει ένα σημαντικό κομμάτι, αυτοί που θα μαγειρέψουνε και θα περιποιηθούνε  τον κόσμο θα ετοιμάσουνε βραστό, πιλάφι ή μακαρόνια  μα αθότυρο ,ψητό ή αντικριστό ανάλογα.

Σε όλη την διάρκεια  τσι κουράς οι νοικοκύρηδές κουβαλούνε διάφορα εδέσματα, καλιτσούνια, τυρί, σκωτάκια, δροσερευτικά εποχής και κερνούνε το γ-κόσμο μια ρακί και ένα κρυγιό νερό. Μόλις τελειώσει η κουρά είναι στρωμένη και η τάβλα καθίζουνε ούλοι οι καλεσμένοι και ξεκινά ένα γλέντι τρικούβερτο. Οι ευχές πολλές για τον νοικοκύρη, του εύχονται να τα χιλιάσει του χρόνου διπλά να χαρεί τα έχει ν-του και πολλά άλλα, φυσικά δε λείπουνε τα τραγούδια , οι μαντινάδες, τα ριζίτικα, πολλές φορές τα όργανα και ο χορός. Στο τέλος όλοι κάνουνε μια ευχή να είναι καλά να σμίγουνε και του χρόνου και πάνε στα σπίτια τους.

Τώρα λόγω τσι εξέλιξης τσι τεχνολογίας αλλά και τσι παγκοσμιοποίησης, αλλά και λόγω και των αυξημένων υποχρεώσεων όλα αυτά πάνε να γίνουν παρελθόν.

Οι βοσκοί έχουν πολλές δουλειές, οι νοικοκύρηδες κουράζονται και δε θένε τραβάγιες, οι καλεσμένοι το θεωρούνε βαρετή υποχρέωση και λένε από μέσα τους καλιά να μη με καλέσει, θένε να  αποφύγουν και το δώρο που εδά τελευταία λόγω μόδας αρχίξανε και πάνε και σ-τσι κουρές. Η τεχνολογία έβγαλε κουρευτικές μηχανές ο καθένας κάμει την δουλεία  ν-του  γερά-γερά και μοναχός του και αποφεύγει και τη φασαρία.

Τώρα τελευταία έχουμε εξελιχθεί ακόμη περισσότερο και υπάρχουν συνεργεία που συνήθως είναι αλλοδαποί και παίρνουν δύο και τρία ευρώ το πρόβατο χωρίς ο βοσκός να κάνει τίποτα και χωρίς να έχει άλλη υποχρέωση.

Αυτό όμως είναι λυπηρό, με τον τρόπο αυτό θα ξεχάσουμε τα έθιμά μας, θα αποξενωθούμε, θα χαθεί η ταυτότητά μας το μόνο που θα μείνει είναι αντί να σμίγουμε να πίνουμε  ένα κρασί και να κάνουμε μία παρέα θα μιλούμε μεταξύ μας  μέσα από το facebook και από το κινητό και θα είμαστε άγνωστοι μεταξύ αγνώστων.