Κρητική Λύρα

«Κι ως του Δημόδοκου έφεραν τη βοερή τη λύρα ,

Μέσα στη μέση πάει αυτός και γύρω του οι λεβέντες
Στέκουν, της νιότης πρωτανθοί και του χορού τεχνίτες».

Οδύσσεια ΄Θ 261

Την πλατιά χρήση της λύρας στους ηρωϊκούς χρόνους σαν οργάνου ευθυμίας , λαϊκού πανηγυρισμού και χορευτικού συναγερμού, μας υπογραμμίζουν οι παραπάνω στίχοι του Ομήρου. Μα ο ρόλος της λύρας στη μουσικολογία των λαών μαρτυρείται μακρινότερος ακόμη ,απ’ τις τοιχογραφίες των Μινωϊκών ανακτόρων. Και η παρουσία της προχωρεί ακόμη βαθύτερα, ξεπερνά κι αυτά τα όρια της προϊστορίας και βυθίζεται στην περιοχή της μυθολογίας και της θεογονίας.

Σύμβολο του Απόλλωνα η λύρα, δεν υπήρξε ωστόσο εφεύρεση δική του. Καθώς μας παραδίδει πάλι ο Όμηρος, τη λύρα πρώτος την κατασκεύασε ο Ερμής , όταν ακόμη μωρό στην κούνια. Σ’ αυτή τη βρεφική του ηλικία ο Ερμής έκλεψε από την Πιερία 50 βόδια του αδερφού του Απόλλωνα και τα έκρυψε μακριά στην Πύλο μέσα σε σπήλιο. Έπειτα πήγε στην Κυλλήνη. Εκεί βρήκε μια χελώνα να βόσκει , τη σκότωσε και από το όστρακο της κατασκεύασε τη λύρα. Για λαιμό της λύρας έβαλε κέρατα αντιλόπης. Με βοδινά δε έντερα έκαμε τις χορδές .

Όταν ο Απόλλωνας ύστερα από πολλούς κόπους ανακάλυψε τα βόδια, έμενε να τιμωρήσει τον Ερμή. Η μελωδία όμως της λύρας εξευμένισε τον Απόλλωνα ο οποίος χάρισε στον Ερμή τα βόδια και επιπλέον τον εδίδαξε τη μαντική τέχνη της λύρας. Θεϊκή λοιπόν η προέλευση της λύρας . Γι’ αυτό και η τόση σημασία της κι η πλατιά διάδοση σ’ όλους τους αρχαίους λαούς.

Ο Όμηρος δίδει κι άλλα ονόματα στη λύρα. Την ονομάζει φόρμιγκα και κίθαριν. Ευνόητο ότι η λύρα δεν είχε το σχήμα που έχει σήμερα . Μαρτυρούνται ποικιλότατα σχήματα και με χορδές που έφταναν καμιά φορά τις 20, η δε απόδοση της μελωδίας γινότανε με πλήκτρο.

Η Λύρα της κλασικής εποχής είχε κατά βάση 7 χορδές , με κάποια εξέλιξη δεν έφτασε στις 8 και 9 χορδές.
Ο Τύπος της γνωστής μας σήμερα κρητικής λύρας πιθανολογείται πως έχει προέλευση μεσαιωνική. Όμοιό της έγχορδο μουσικό όργανο είναι το ρεμπέκ των ευρωπαϊκών λαών στους μέσους χρόνους.
Χαρακτηριστικό της κρητικής λύρας είναι οι τρείς χορδές . Υπήρξαν και περιπτώσεις μιας τέταρτης βοηθητικής χορδής, η οποία όμως νωρίς εγκαταλείφθηκε. Άλλο χαρακτηριστικό ήταν τα μικρά κουδουνάκια στο δοξάρι, τα λεγόμενα γερακοκούδουνα, τα οποία με την κίνηση του δοξαριού έκαναν γλυκειά απήχηση στη μελωδία των χορδών.

Οι δεξιοτέχνες κρητικοί λυράριδες έχουν και ιδιότυπους τρόπους απόδοσης του μουσικού πάθους. Στην εξέλιξη της η κρητική λύρα παρουσιάστηκε σε τέσσερις μορφές ή τύπους:
 Λυράκι , η αρχέτυπη μορφή , μικρή σε σχήμα και με σκάφη όχι βαθειά , ώστε ο παραγώμενος ήχος να είναι οξύς και διαπεραστικός, κατάλληλος για χορευτικές μελωδίες.
 Βροντόλυρα, τύπος με μεγαλύτερη, βαθύτερη, πλατύτερη σκάφη. Από την κατασκευή της αυτή και το κατάλληλο κούρδισμα ο παραγώμενος ήχος είναι βαθύτερος.
 Λύρα , μεσαίος τύπος ανάμεσα στο λυράκι και τη βροντόλυρα, η κοινή κρητική λύρα . Και οι τρείς αυτοί τύποι έχουν σκάφη σε σχήμα δακρύου .
 Βιολόλυρα, τύπος σε σχήμα όμοιο του βιολιού με αποτέλεσμα το ηχόχρωμα του οργάνου να υποστεί αισθητή αλλοίωση. Οι τόνοι έγιναν γλυκύτεροι, αλλ’ όχι σύμφωνοι προς την αυστηρότητα και αδρότητα του κρητικού ήθους. Γι’ αυτό και γρήγορα εγκαταλείφθηκε η βιολόλυρα.

Υλικά κατασκευής της λύρας συνήθως είναι το ξύλο της μουριάς ή της καρυδιάς, για το δε δοξάρι είναι το ξύλο της δεσπολιάς. Δεν είναι όμως αυτά τα μόνα υλικά. Συχνά χρησιμοποιείται και το τσιμισίρι, ιδίως σαν διακοσμητικό υλικό. Για τον ίδιο σκοπό χρησιμοποιείται το φιλτίσι , το σεντέφι κ.α. Γλυπτά ποικίλα στολίζουν συχνά το κεφάλι της λύρας (περιστέρια, αετός, κεφαλή ίππου).

Την κοινωνική και ψυχολογική υφή της λύρας εξέφρασε ο διαπρεπής μουσουργός κ. Λέων Ζώρας στο περιοδικό «Κρητικά Γράμματα» που αναφέρει:

«Ο λυρατζής προσφέρει, με το κράτημα της λύρας πιο μακριά του και το γύρισμα του οργάνου προς τα έξω, όλη τη μουσική κι όλη την τέχνη του πλουσιοπάροχα στους άλλους. Κρητικό χαρακτηριστικό κι αυτό ένστικτης αλτουϊστικής ανθρωπιάς και έμφυτης περιποίησης συνανθρώπων, που όμως το έχει η ράτσα και γίνεται ασύνειδα, φυσιολογικά κι από συνήθεια αιώνων, δίχως καμία τάση προβολής και βεντετισμού».

Aπό το KretaLand.