Λασίθι: Η προέλευση του ονόματος

Της Ρίκης Ματαλλιωτάκη

 

Πυκνό  μυστήριο εξακολουθεί εδώ και χρόνια να καλύπτει την ετυμολογία του ονόματος «Λασίθι»

 

Για το μυστηριώδες όνομα, αυτό που χαρακτηρίζει συγχρόνως ένα χωριό, ένα οροπέδιο, μια επαρχία, και ένα νομό της Κρήτης έχουν προταθεί πολλές ετυμολογίες.

Η πιο διαδεδομένη στηρίζεται στη μονιμότητα της εκτεταμένης πόλης των 40 τετραγωνικών  χιλιομέτρων και των 10 χιλιάδων μύλων που λιμνιάζει το χειμώνα, ενώ το καλοκαίρι είναι καταπράσινη. Γι’ αυτό ακριβώς λέγεται και Λακκοσίτι.

Οι Βενετοί χαρτογράφοι της Αναγέννησης όμως, παρά την σαφήνεια  του ονόματος Λασίθι, το συγχαίουν με το όνομα της Σητείας (La Sitia- Sitia».

Οι φιλόλογοι πάλι θέλουν ένα κρητικό τοπωνύμιο με άλλες κρητικές λέξεις. Ο Αθανάσιος Πικρός το 1659 στο «Θρήνο» για τον Κρητικό        Πόλεμο, ετυμολογεί το όνομα Λασίθι από τις ελληνικές λέξεις «λας= τσούρλος, και «ίθι»=εις θέαν, δηλαδή θαύμαζε τους βράχους, κάτι ανάλογο με το Mira Bello= θαύμαζε το ωραίο τοπίο.

Άλλος  συσχετισμός του ονόματος,πάλι, είναι οι λέξεις λάκκος, λάκκοι, Λακώνια, λατσίδαμ τα λατσίδια που κατά το Μεσαίωνα προφέρονταν «Λατσίδιον – Λατσίδι- Λασίθι».

Ο Στέφανος Ξανθουδίδης πάλι, σχετίζει το Λασίθι με τη λέξη Λάσσιος, επειδή τα βουνά  του ήταν πυκνοδασωμένα,  και παραλείπει εντελώς εκείνη που θεωρεί ψευδό-ετοιμολογία, η οποία το σχετίζει με τη λέξηΛατώ-Λατίνιον- Λασίθιον, καθώς και άλλες ετυμολογίες που δεν έχουν λάβει υπόψη τους την προελληνική, μινωική και πελασγική κατάληξη «ινθο» του κρητικού αυτού τοπωνυμίου, μοναδικό στο είδος του, σε ένα συγκεκριμένο σημείο της περιοχής.

 

Στα Βενετικά αρχεία επίσης αναφέρεται το όνομα Λασίθι από το 13ο αιώνα, και στη δουκική απόφαση του 1234 αναφέρεται ως ιπποτικό φέουδο του Lasytho, όπως επίσης και στα συμβόλαια του 1271, του 1280, και του 1290.

Όλα όμως πιστοποιούν ότι πρόκειται για ένα όνομα που προυπήρχε πολύ πριν έρθουν οι Βενετοί εδώ στην Κρήτη, μιας και οι πινακίδες της Κνωσού του 13ου αιώνα π.Χ. με τη Γραμμική Γραφή Β’ , αποκαθιστούν την αλήθεια26 φορές, αλήθεια που αποτελεί ρεκόρ, αναφέροντας ένα τοπωνύμιο «ρα-συ-το» όπου βόσκουν και μια εκατοστή πρόβατα που τα προσέχουν υπάλληλοι και ένας επιστάτης.

Και στη Μινωική διάλεκτο, και στο όνομα Οδυσσεύς, θα είχε προηγηθεί στη μυκηναϊκή διάλεκτο η λέξη  Ολύξες, όπως σήμερα λένω σκουδί αντί σκουλί- σκύλος, άρα λάσυνθος ή δάσυνθος.

Τώρα βέβαια, ο καθένας ξέρει ότι ένα όνομα με ανάλογο σχηματισμό με το «λάσυνθος» θα μπορεί να το πε το όνομα Λαβύρινθος από τα συμφραζόμενα των πινακίδων της Κνωσού.

Πράγματι, η τοποθεσία Λάσυνθος από τους κύριους του ανακτόρου της Κνωσού, έπρεπε να δίνει κάθε χρόνο ένα μεγάλο αριθμό ζώων για θυσίες, μαλλιά, υφάσματα από ένα τουλάχιστον εργαστήριο ετοίμων ενδυμάτων.

Οπότε, αυτή η τοποθεσία πρέπει σίγουρα να ήταν όχι μόνο μια ορεινή δασώδης περιοχή με το δριμύ ψύχος του δάσους- ο τύπος του ra-su-to προέρχεται από το λάσι-τος- δασύς- δάσος- αλλά και κοντά στις γνωστές πόλεις Λύκτος και προπάντων Χερσόνησος, κάτι που αναφέρεται οκτώ φορές στις πινακίδες της Κνωσού.

Η πλησιόχωρη do-ti- ja που σημαίνει «πόλη της Dass» δηλαδή της Δήμητρας, θεάς των δημητριακών, ήταν δηλαδή η πόλη των καλλιεργητών του κάμπου, που αυτός ο κάμπος είναι η πόλη του Λασιθίου ή ο κάμπος της περιοχής Αβδού όπου μάλιστα αφθονούν  τα λείψανα των Μυκηναϊκών  εγκαταστάσεων, ή η μεγάλη κωμόπολης Λάσυνθος των κτηνοτρόφων και των υφαντουργών μεταξύ της Λύκτου και της θαλάσσης, οι οποίοι κατοικούν ψηλά σε ένα οροπέδιο σιτοπαραγωγό, μπορεί εύκολα να τοποθετηθεί μεταξύ του Αγίου Γεωργίου (Ασφενταμή) και του υψώματος Παπούρα, βορείως του χωριού Λαγού, στην επαρχία Λασιθίου.

Πρόκειται για ένα αρχαίο οικισμό του οποίου τα ερείπια απλώνονται σε έκταση μεγαλύτερ από οκτώ εκτάρια, από την κοιλάδα Καρδαμούτσα- Πινακιανό, μέχρι ένα ύψωμα απόκρημνο δυτικά.

Από εκεί, σε υψόμετρο 900 μέτρων, και 70 από το Οροπέδιο, ελέγχεται η διάβασηΣελί με κύρια είσοδο βορειοδυτικά προς το Οροπέδιο.

Ετούτος ο οικισμός αλλά και όλοι επίσης οι γύρω από αυτόν οικισμοί, άνθισαν επί Μινωικής εποχής, αφού βρέθηκαν εκεί πινακίδες με Γραμμική Γραφή Α’ η οποία αναφέρει ότι «ελήφθησαν από τον ή τους Ακούνα(πλησίον οικισμός) 35 τάλαντα φακής και ένας διπλούς πέλεκυς μπρούτζινος για το ιερό της Αθηνάς που βρίσκονταν εκεί και λάμβανε άπειρα αφιερώματα.

Πιθανότατα μέχρι την αρχαία εποχή, οι Δαταλείς ήταν οι άνθρωποι των απόκρημνων μερών, οι άνθρωποι της πόλης των Δατάλων, λέξη καθαρά της κρητικής διαλέκτου, την οποία ξαναβρίσκουμε και στην σημερινή λέξη «δέτης» σε όλο σχεδόν το Λασίθι.