Ο δρόμος του Εφκάφι με τα κονάκια και τα καφασωτά τους κιόσκια…

Πρωί πρωί κατέβηκα στην πόλη, βιαστικά, με το ποδήλατό μου, να προλάβω την ανατολή, τα χρώματα του Οκτώβρη τα μοναδικά. Κι εκεί που ΄φτανα στο τέλος του στενού μα πολύ διαβατάρικου δρόμου, στη μικρή Εβανς, όπως τη λέμε πια οι νεότεροι Καστρινοί, σταμάτησα για μια ακόμα φορά να θαυμάσω εκείνο το κτίριο που ΄ναι μέσα στην ψυχή μου. Μόνο του, έρημο και στενάχωρο, μου φάνηκε. Κι εκείνα τα χόρτα γύρω από τα πολύτεχνα γείσα του επέμεναν να μου θυμίζουν πως ακόμα κι απ΄ την πέτρα μπορεί να ξεπηδήσει …ζωή!

Σήμερα είναι ιδιοκτησίας κληρονόμων Μηλιαρά …Το λένε «Εφκάφι», χτίστηκε γύρω στα 1878, καθαρά τούρκικο κτίσμα που ΄χε επιταγές νεοκλασικισμού στην πόλη. Δημόσιο κτίριο υπηρεσιών που στέγασε για πολλά χρόνια την Υπηρεσία Εφκαφίων που είχε στη δικαιοδοσία της όλα τα αφιερωμένα σε φιλανθρωπικά ιδρύματα κτίρια.

Ο δρόμος του Εφκάφι με τα κονάκια και τα καφασωτά τους κιόσκια…

Η αρχιτεκτονική του πραγματικά εντυπωσιακή που θυμίζει εκείνη την άλλη εποχή που χάθηκε, τότε που ακόμα κι οι αλλόθρησκοι θέλησαν να βάλουν την ομορφιά στη ζωή, τις πινελιές της αισθητικής, που δυστυχώς πια λείπει τόσο πολύ από το κέντρο της πόλης μας.

Κι ήταν για μένα συγκλονιστικό, σαν μου άνοιξε τις πόρτες του ο Λευτέρης Ζερβάκης, να ανακαλύψω το μεγαλείο των ψηλών κτιρίων, την ιστoρία σκεπασμένη με υγρασία, σιωπηλές κάμαρες κι ένα αναπάντεχο μνημείο έξω στην ερειπωμένη του αυλή.

Σαν να άκουσα το νερό να χοχλακεί, τους υδρατμούς να τρέχουν από τους τοίχους του, την κάψα να τυλίγει και το δικό μου το σώμα κι εκείνη τη μυρωδιά του σερπετιού στα ρουθούνια μου. Σώζεται ακόμα εκείνο το χαμάμ που εξυπηρετούσε προφανώς όλους όσους εργάζονταν στο υπέροχο κτίσμα. Ποιος το περίμενε, ποιος ξέρει τι θησαυρούς έχουμε ακόμα κρυμμένους απ΄ τα ματιά του κόσμου, εγκαταλελειμμένους στο χρόνο και τη σιωπή!

Το κτίριο άλλαξε στη συνέχεια πολλές χρήσεις, έγινε ακόμα κι Ιεροδικείο για λίγο καιρό και στα νεότερα χρόνια στέγασε την Μουσική Σχολή Απόλλων και αργότερα έγινε ιδιωτικό σχολείο, φροντιστήριο, σχολή, κάτι τέτοιο. Σήμερα φιλοξενεί στο ισόγειο το βιβλιοπωλείο Παναγιωτάκη από τα 1950 και ένα συμβολαιογραφείο που μέσα του θα δεις το πιο παλαιό πάτωμα που έχει τοποθετηθεί με εκείνα τα φοβερά πλακάκια της μεταπολεμικής περιόδου…

Κι έκλεισα για λίγο τα μάτια να φανταστώ και πάλι τούτη τη γειτονιά που ήταν κάποτε γεμάτη κονάκια με καφασωτά κιόσκια ονομαστών μπέηδων. Μέσα τους προστατευμένα ζούσαν τα χαρέμια τους. Και τον φωνάζανε όλο τον δρόμο Εφκάφι κι είχε χρώματα πιο κόκκινα και πιο ζωντανά από τα σημερινά. Εδώ λίγο πιο πάνω από την «Ιωνία», το ιστορικό φαγάδικο, κι ίσως εκεί που αρχινούν τα ταβερνάκια της αγοράς ήταν και μια ταβέρνα ξακουστή σε όλο το Κάστρο, εκείνη του Λασπάκη*, που πρόσφερε στους μόνιμους θαμώνες μα και στους περαστικούς μόνο αγνά προϊόντα του τόπου.

Ο δρόμος του Εφκάφι με τα κονάκια και τα καφασωτά τους κιόσκια…Τούτος ο ταβερνιάρης, ο Μανωλάκης ο Σαριδάκης που του΄χαν κολλήσει το παραπάνω παρατσούκλι, είχε μια φωνή δυνατή που΄φτανε ίσαμε το Μεϊντάνι, σαν τον πειράζανε οι Καστρινοί για τα φαγιά, και τα απλά ποτά του.

« Όποιος θέλει τσιτσιμπίργια, γλυκέρια, μπίρες και ροσόλια με τους πανωμερίτικους μεζέδες τους, τα σαλτσισότα, τα σουτζούκια και τση Βίτσερης τα τυργιά, μπορεί να πηγαίνει στα καφέ –χιαντάν, να τρώει και να πίνει με τσι χιαντέζες εκειά!

Εγώ στο ντουκιάνι μου πουλώ αντρίστικα πιοτά! Τον αθάνατο πεδιαδίτικο μαρουβά μου, με τη βαρβάτη γραδάρικη ρακή!! Το ντουκιάνι μου εγώ δεν το μαγαρίζω με τα σαλτσιτότα σας και τα σουτζούκια τα πανωμερίτικά σας! »***

Κι άλλες φορές ανάβανε τα αίματα σαν ερχότανε το Γιωργιό που το φωνάζανε Θεργιό μες στην ταβέρνα…

Σαν να τον είδα σήμερα το πρωί παραπατώντας να βγαίνει και να γλακά ίσα κάτω στο δρόμο του Αγά Τσαρσί με τα χέρια τεντωμένα πίσω και τα δάκτυλα ορθάνοικτα. Στραβά φορεμένη την τραγιάσκα του, κοντοκομμένο το σακάκι του και στενό το παντελόνι στο κάτω μέρος κοντά στους αστραγάλους…

Κι ήταν ο πόθος όλων των άντρων της εποχής να μπορούσαν, λέει, να βλέπανε μέσα από εκείνα τα καφασωτά κιόσκια, των κονακιών των Μπέηδων που ήταν λίγο πιο πάνω προχωρώντας το δρόμο του Εφκάφι. Να κρυφοκοίταζαν τις όμορφες κοπέλες των χαρεμιών που΄χαν τη φήμη πως όμοιές τους δεν συναντούσες ποτέ σε δρόμο, σε σπίτι Χριστιανού, μαργιόλικες κι εξωτικές, όλες τους.

Ο δρόμος του Εφκάφι με τα κονάκια και τα καφασωτά τους κιόσκια…Ακουγόταν πότε πότε ένα τραγούδι και ξεσηκωνόταν ο δρόμος από τη μια του άκρη ίσαμε την άλλη, μα ο νόμος ο μουσουλμανικός ήταν τόσο αυστηρός, πληρωνόταν και με αποκεφαλισμό ακόμα, που τα μάτια όλων δεν τολμούσανε ούτε για αστείο να σηκωθούν ψηλά στα παραθύρια τα μισόκλειστα.

Μόνο από τις διηγήσεις της Ζεϊνέπ –Χανούμ, που για χρόνια ήταν στη δούλεψη των μεγαλύτερων μπεγόσπιτων της περιοχής, μαθαίνουμε το τι συνέβαινε στα «σωθικά » τους.

Αυτή ήταν που την είχαν φαμέγια τους ο Σεκιριάδης και ο Σκυλιανάκης Μπέης και τα διηγήθηκε μοναχή της στον μπαρμπέρη ποιητή του Μεγαλόκαστρου, τον Μανώλη τον Δερμιτζάκη : «Εκιά κοντά στο ντιβάνι καθισμένες στα πλαϊνά και στα μπροστπόδια του οι γυναίκες του χαρεμιού,η μια απού την άλλη πλια δροσερή και πλια αφράτη, με τα δικά τση μαλιμάθια και τα κανάκια. Βαμμένες με τσικινάδες και βουτημένες στσι μόσχους και στσι λεβάντες, η πάσα μια με τα νιάτα και τσι ομορφιές τση εσβήνανε του τσελεπή τον νταλκά όσο κι αν ήτανε μεγάλος.

Ο δρόμος του Εφκάφι με τα κονάκια και τα καφασωτά τους κιόσκια…Η μια του κένωνε στο ποτήρι ρακή, η γι-άλλη του ΄βανε στο στόμα μεζέ που του διάλεγε,κι άλλη, ως εκατάπινε, του σκούπιζε τα χείλια!

…Ετσά, μέσα σε τουτανά τα κανάκια και τα μαλιμάθια ενίμενε την ώρα που θα στρώνουνταν κι ο σφράς με τα λοής – λοής ντας κεμπάπια, τα ατζέμ πιλάφια, τσι λοήσιμες γλυκασές, τσι μπακλαβάδες, τα κανταϊφια, τσ΄αχιουρέδες και τα μουχαλεμπιά …»***

Ένα αυτοκίνητο ήθελε να περάσει από το στενό δρομάκι και ενοχλούσε το ποδήλατο κι εμένα που χάζευα τα ψηλά παράθυρα του χθες με την κόρνα του, με ξανάφερε στο σήμερα.

Γκρίζος ο δρόμος, γκρίζο και το κτίριο. Χαθήκαν όλα τα χρώματα κι οι εικόνες εκείνες οι παλιές, που ‘ρθαν να μου θυμίσουν τους αιώνες, τους ανθρώπους, την ιστορία της πόλης μας…

Περασμένη ήταν ή ώρα κι η θάλασσα περίμενε κι ο Άρχοντας εκεί να τον καλημερίσω. Μια πεταλιά ίσαμε την οδό Πλάνης, το λιμάνι, τα γλαρόπουλα…

Ίσαμε την επόμενη φορά, πάλι…

 

*Με το ποδήλατό μου στις γειτονιές του μεγάλου Κάστρου, Ελένη Μπετεινάκη, 2017

***Από όσα θυμούμαι το Παλιό Κάστρο, Μανώλης Δερμιτζάκης, εκδ. Δοκιμάκης

http://zhtunteanagnostes.blogspot.gr/