Ο Δ. Αγ. Νικολάου τίμησε τη μνήμη του Νίκου Κούνδουρου

Το 40ημερο μνημόσυνο του σκηνοθέτη Νίκου Κούνδουρου τελέστηκε χθες στον Ιερό Ναό της Αγίας Τριάδας στον Άγιο Νικόλαο μετά από επιθυμία της οικογένεια του.

Τοπικοί φορείς, αλλά και πλήθος κόσμου τίμησαν τη μνήμη του καταξιωμένου σκηνοθέτη, που έζησε ολόκληρη την παιδική του ηλικία και ανδρώθηκε στον Άγιο Νικόλαο.

Κατά την ομιλία του ο Δήμαρχος Αγίου Νικολάου Αντώνης Ζερβός σκιαγράφησε το πορτραίτο και την προσωπικότητα του σκηνοθέτη, αναφέροντας:

“Βρεθήκαμε σήμερα εδώ όλοι μαζί, για να αποτίνουμε φόρο τιμής σε ένα ξεχωριστό τέκνο της κρητικής γης και ιδιαίτερα του Αγ. Νικολάου τον Νίκο Κούνδουρο .

Ο Νίκος έρχεται στον κόσμο τον Δεκέμβρη του 1926 , το μεσαίο απο τα τρία αγόρια του δικηγόρου Ιωσήφ Κούνδουρου.

Αν και πρωτοβλέπει το φως της μέρας σε Αθηναϊκό νοσοκομείο, ο πατέρας του δεν αποδέχεται επ´ουδενί, ο δικός του γιος, να πολιτογραφηθεί Αθηναίος. ‘Ετσι το λίγων ημερών βρέφος, διασχίζει το φουρτουνιασμένο Αιγαίο για να γραφτεί πανηγυρικά στα μητρώα αρρένων του Δήμου μας .

Σπουδάζει ζωγραφική και γλυπτική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, με δάσκαλο το Μιχάλη Τόμπρο.

Στον πόλεμο εντάσσεται στις τάξεις του ΕΑΜ και γι αυτό το 1949 εξορίζεται στη Μακρόνησο όπου και θα παραμείνει για τρία χρόνια. Εκεί γνωρίζεται με τον ποιητή Άρη Αλεξάνδρου. Ο Αλεξάνδρου, μια μέρα τον παρακαλεί να μεταφέρει ένα γράμμα στη μητέρα του, στον προσφυγικό συνοικισμό Δουργούτι στην Αθήνα. Ο Νίκος Κούνδουρος συγκλονίζεται από το χώρο και τους ανθρώπους του συνοικισμού, και ανάμεσα στις παράγκες και στα λασπόνερα, γεννιέται ο σκηνοθέτης . Επιστρέφει στη Μακρόνησο, αποφασισμένος να φτιάξει μια ταινία με όσα είδε και έζησε κι ας μην ξέρει ακόμη το πως. Η Μαγική Πόλη έχει ήδη αρχίσει να παίρνει σχήμα μέσα του, κλακέτα πρώτη, μιας μακράς πορείας στον ελληνικό κινηματογράφο, που στο ωραίο πρόσωπο του Νίκου Κούνδουρου, βρίσκει το Ιερό του Τέρας.

Το 1956 γυρίζει το Δράκο, με το Ντίνο Ηλιόπουλο, σε σενάριο του Ιάκωβου Καμπανέλλη. Ακόμη και αν ο Κούνδουρος είχε σταματήσει εκεί τη δημιουργία ταινιών, ο Δράκος έφτανε να του χαρίσει παντοτινή φήμη. Η χειρουργική, αφτιασίδωτη παράθεση του ανθρώπινου μωσαϊκού μιας κοινωνίας κοντά στην παράνοια, ενόχλησε έντονα τα ένθεν και ένθεν κατεστημένα της εποχής και πολεμήθηκε σφοδρά, μα η ταινία κατατάχτηκε ανάμεσα στις σπουδαιότερες του ελληνικού και παγκόσμιου σινεμά.

Θα ακολουθήσουν κι άλλες, οι Παράνομοι, οι Μικρές Αφροδίτες – που του χάρισαν μεταξύ άλλων βραβείων, αυτό της καλύτερης ταινίας και το βραβείο σκηνοθεσίας στο φεστιβάλ Βερολίνου το 1963 – το Βόρτεξ, τα Τραγούδια της Φωτιάς, το Μπάϊρον – Μπαλλάντα για Ένα Δαίμονα- και άλλες. Τρια τηλεοπτικά ντοκιμαντέρ και έντεκα συνολικά ταινίες, με την τελευταία του, το Πλοίο για την Παλαιστίνη, το 2011.

Σαν πνευματικός άνθρωπος και καλλιτέχνης δημιουργός, ο Νίκος Κούνδουρος κατοικεί στη συλλογική μνήμη. Ανήκει σε όλους τους Έλληνες εξίσου. Και σε όσους τον γνώρισαν μέσα από το έργο του, αλλά και σε όσους είχαν αγαθή τύχη να τον γνωρίζουν προσωπικά. Όμως, μιας και ο ίδιος αγαπούσε να υπερτονίζει την κρητική του καταγωγή ως στοιχείο και υλικό από τα πρωταρχικά του, δεν θα ήταν αλαζονεία να πούμε πως ανήκει λίγο περισσότερο στους κρητικούς και ακόμα λίγο πιο πολύ σε μας, τους Αγιονικολιώτες.

Δεν ξέρω αν όντως ο τόπος μας αποτέλεσε συστατικό στο να γίνει ο Κούνδουρος αυτός που ήταν, παρ´όλη την πατρική σπουδή να επιστραφεί ως βρέφος στην πατρώα γη. Ξέρω όμως με σιγουριά, ότι ο Νίκος ο Κούνδουρος, αποτέλεσε ένα από τα συστατικά που έκαναν τον τόπο μας αυτό που είναι σήμερα.

Πέρα από το όνομα Κούνδουρος, που είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την πολιτική και την αντίσταση στην Κρητική Πολιτεία αρχικά, και στην Κρήτη ως ελληνική επαρχία αργότερα, για μας τους νεώτερους, είναι συνδεδεμένο και με την υπάρξη και την ανάπτυξη αυτής καθ’ εαυτής της πόλης μας, αφ’ ενός μεν με τη μνήμη του οικογενειακού πυρηνελαιουργείου και τη σειρήνα του που σήμαινε το μεσημέρι των παιδικών μας χρόνων, και αφ’εταίρου με το Minos Beach που σηματοδότησε την τουριστική πορεία της πόλης αλλά και της περιοχής γενικότερα. Το πρώτο ξενοδοχείο της περιοχής χτίζεται κατόπιν δικής του επιμονής, βάζοντας θεμέλια στην τουριστική ανάπτυξη σε μια εποχή που η ιδέα αυτή φάνταζε τρελό όνειρο. Για πρώτη φορά συνεργασία ιδιωτικού και δημόσιου τομέα . Οι παλιότεροι φυσικά θυμόμαστε και την εικαστική του παρέμβαση στη διαμόρφωση της λίμνης, τα τσιμεντένια παγκάκια με τα ένθετα θαλασσινά μοτίβα, ψάρια, γοργόνες, αστερίες, που δυστυχώς δεν υπάρχουν πια. Εκείνος έδωσε τρόπον τινά, το εναρκτήριο λάκτισμα γι’ αυτή την πορεία του τόπου, γιατί ο νους του σχημάτισε σε χρόνο πρώιμο και άγουρο την ιδέα, για το τι είναι αυτός ο τόπος και τι του πρέπει και να που τόσα χρόνια μετά, το όραμά του είναι παρόν κι αδιάψευστο.

Τον έχουν πει νεορεαλιστή σκηνοθέτη.

Εκείνος υποστήριζε με πάθος ότι δεν έχει ιδέα από νεορεαλισμό. Στην πραγματικό-τητα, δεν πιστεύω πως θα μπορούσε να έχει υπάρξει μια μόνο ταμπέλα, ικανή να τον χαρακτηρίσει ολοκληρωτικά. Όσοι έλεγαν για εκείνον ότι είναι το ένα ή το άλλο, δε θα μπορούσαν να έχουν πέσει πιο έξω, έχοντας δίκιο την ίδια στιγμή: ήταν και το ένα και το άλλο και δεκάδες άλλα πράματα ταυτόχρονα. Ήταν ορμητικός και μεγαλόφωνος, πληθωρικός, μαχητικός, είρων, αθυρόστομος, τρυφερός, ποιητικός, ευγενής, φιλάνθρωπος, δοτικός. Όσο σκοτάδι τόσο και φως. Ο Νίκος Κούνδουρος ήταν τόσο ευρύς, όσο τα μάτια του εκάστοτε βλέποντος. Αν μπορούσες με κάποιο τρόπο να διευρύνεις το βλέμμα σου, διαπίστωνες πως έχεις κι άλλα να δεις από εκείνον.

«…Γράφω Κρήτη και γλυκαίνομαι» έγραφε στη γυναίκα του από την Κριμαία, γυρίζοντας το Μπάιρον το 1991.

Το 1967 γράφει στον φίλο του Μαν. Λουλά από την Βενετία :’’…Περιπλανώμενος στις τέσσερεις άκρες της γης παρηγοριέμαι συχνά να σκέφτουμαι πως στην άκρη αυτού του απέραντου κόσμου υπάρχει ένα κομμάτι χώμα που λέγεται Άγιος Νικόλαος…’’ Και το αγιονικολιώτικο σκηνικό φέγγει μέσα το γραπτό του, σαν τόπος ονείρου για εκείνον, ένας τόπος αγαπημένος και ποθητός.

Περνούσε τα καλοκαίρια του εδώ, το σπίτι του πάντα γεμάτο κόσμο. Ο Νίκος αγαπού-σε πολύ τους ανθρώπους και την παρέα τους, τα φαγοπότια στο μεγάλο τραπέζι της αυλής, τις συζητήσεις, τις ιστορίες, τη γόνιμη αντιπαράθεση ιδεών και απόψεων, όσο αγαπούσε και τη σιωπή, όταν ζωγράφιζε τις θαλασσινές του πέτρες, μια δική του τελετουργία κάθαρσης του μυαλού, επανεκκίνηση για την καινούργια μέρα. Και αγαπούσε πολύ να παρατηρεί, μια αρετή ξένη στις μέρες μας, που όλα γύρω μας περνάνε απαρατήρητα αν δεν τα φωτογραφισουμε με το κινητό μας τηλέφωνο, βλέπουμε στιγμιαία μόνο το αντικαθρέφτισμά τους στην ψηφιακή οθόνη. Ο Κούνδουρος, κάθε φθορά και κάθε ομορφιά που αποτύπωνε στο φιλμ, την είχε πρώτα αποτυπώσει μέσα του: αυτή είναι η ειδοποιός διαφορά που φυτεύει φτερά στο εφήμερο και το κάνει παντοτινό.

Από τις 22 του Φλεβάρη, ο Νίκος Κούνδουρος δε μένει πια μαζί μας. Κι είναι η αλήθεια πως λείπει και πως μαζί του μοιάζει να τελείωσε μια εποχή καθαρότητας και γήινης ευθύτητας.

Από την άλλη, αν πράγματι δραπετεύουμε στο τοπίο εντός μας όταν φεύγουμε, τον ζηλεύω για το σκηνικό που μαστόρεψε για τον εαυτό του:

Σβήνει και ο τελευταίος προβολέας και τον βλέπω να ξεμακραίνει αργά, ντυμένος στα μαύρα του όπως πάντα, χωρίς το μπαστούνι του ύστερου καιρού, στην ατελείωτη αμμουδιά με τις καλαμιές από τις Μικρές Αφροδίτες, ενώ κάπου στο βάθος αθέατος ο αδερφικός του φίλος ο Μάνος Χατζηδάκις παίζει στο πιάνο το Κονσέρτο για μια Μικρή Λευκή Αχιβάδα…”