Ο Κρητικός γάμος (του χθες…)

Στην Κρήτη οι νέοι και οι νέες τις περισσότερες φορές παντρεύονταν από αγάπη. Εάν όμως για οποιοδήποτε λόγο οι γονείς δε συμφωνούσαν, οι δύο νέοι «κλέβονταν» και έφευγαν για άγνωστο μέρος μέχρι οι γονείς αναγκαστικά να συμφωνήσουν και να επιτρέψουν το γάμο. Μέχρι και τα μέσα του 20 ου αιώνα ήταν σύνηθες το φαινόμενο, ιδιαίτερα σε χωριά, ο γαμπρός να κλέβει τη νύφη. Συνήθως αντίθετοι με το γάμο ήταν οι γονείς της νύφης καθώς τα κορίτσια είχαν πολλούς περιορισμούς και κάθε πατέρας πίστευε ότι αυτός έπρεπε να επιλέξει το μελλοντικό σύζυγο της κόρης του. Οι λόγοι για τους οποίους οι γονείς της νύφης, και κυρίως ο πατέρας, δεν ενέκρινε αυτόν που επέλεξε η κόρη του ήταν πολλοί ( η νύφη μπορεί να ήταν μικρή σε ηλικία, ο πατέρας να ήθελε άλλον νέο για γαμπρό του, να υπήρχαν διαφορές ανάμεσα στις δυο οικογένειες ακόμα και πολιτικές κάποιες φορές ή και απλή αντίδραση από την οικογένεια της νύφης επειδή η κόρη τους τόλμησε να επιλέξει μόνη της το σύζυγο της πράγμα που ήταν αντίθετο με τους ηθικούς κανόνες της εποχής θίγοντας έτσι την τιμή και την αξιοπρέπεια της οικογένειας).

Βέβαια υπήρχαν και οι λιγότερο τολμηροί που δεν τολμούσαν να αναζητήσουν το έτερο ήμισυ τους μόνοι και προτιμούσαν τη διαδικασία του «προξενιού». Στο «προξενιό» μεσολαβούσε κάποιος τρίτος που γνώριζε την οικογένεια της νύφης ή του γαμπρού και φρόντιζε να τους φέρει σε επαφή για να γνωριστούν. Ο προξενητής έπρεπε να ήταν μεγάλος σε ηλικία και αξιοσέβαστος άνθρωπος.
Είτε επρόκειτο για «κλέψιμο» είτε για προξενιό και αφού ο πατέρας συμφωνούσε ακολουθούσε ο αρραβώνας ή λογόστεμμα. Οι δύο οικογένειες με την παρουσία παπά αντάλλασσαν τα δακτυλίδια και συνέτασσαν το προυκοχάρτι δηλαδή το προικοσύμφωνο που όριζε τί προίκα θα έπαιρνε η νύφη από την οικογένεια της. Αν οι δύο νέοι παντρεύονταν από έρωτα ή είχαν κλεφτεί ο γαμπρός δεν πρόβαλε καμία αξίωση στον πεθερό του (έπαιρνε ό,τι του έδινε αυτός). Αν επρόκειτο για προξενιό ήταν απαραίτητη στον αρραβώνα η παρουσία του προξενητή. Το λογόστεμμα γινόταν στο σπίτι της νύφης σε στενό οικογενειακό κύκλο. Τότε οριζόταν και η ημερομηνία του γάμου. Γάμοι γίνονταν τις Κυριακές ή άλλες γιορτινές μέρες , όχι όμως Τρίτη, Τετάρτη ή το μήνα Μάιο.

Πριν το γάμο το ζευγάρι έπρεπε να επιλέξει τον κουμπάρο. Κουμπάρος συνήθως ήταν αυτός που τους είχε βαφτίσει ή κάποιος καλός φίλος του γαμπρού ή της νύφης. Οι συμπέθεροι φρόντιζαν να βρουν τα μουσικά συγκροτήματα αλλά και το χώρο που θα γινόταν το τραπέζι. Ήταν υπεύθυνοι και για το «κάλεσμα», όριζαν δηλαδή έναν «καλεστή» που θα προσκαλούσε συγγενείς και φίλους στο γάμο.
Συγγενείς και φίλοι μέχρι τη μέρα του μυστηρίου έστελναν τα «κανίσκια» , δώρα δηλαδή στο νέο ζευγάρι, που ήταν ένα καλάθι με λάδι, κρασί, τυρί και πατάτες. Στη νύφη και το γαμπρό έδιναν επίσης και χρήματα μέσα σε φακέλους, τα λεγόμενα «χαρίσματα» ή είδη σπιτιού προκειμένου να ξεκινήσουν το νέο τους σπιτικό. Οι γονείς έδιναν στους καλεσμένους τους μια κουλούρα με ιδιαίτερο στολισμό, φτιαγμένη ειδικά για τη συγκεκριμένη περίσταση ή ξεροτήγανα, ένα παραδοσιακό γλύκισμα (σπιτικές δίπλες με μέλι). Την παραμονή του γάμου μεταφέρονταν και τα προικιά της νύφης στο νέο της σπίτι. Τα προικιά περιλάμβαναν υφαντά, σεντόνια, κεντήματα και είδη οικιακής χρήσης. Η μεταφορά τους γινόταν με άλογα ή άμαξες από τους λεγόμενους προικαδόρους υπό τη συνοδεία λύρας, τραγουδιών και πυροβολισμών. Αφού οι προικαδόροι μετέφεραν τα προικιά, τους πρόσφεραν το παραδοσιακό κέρασμα, αμύγδαλα, καρύδια, ξεροτήγανα και τσικουδιά.

Αφού έφταναν στο νέο σπίτι του ζευγαριού όλα τα δώρα και τα προικιά η νύφη τα άπλωνε για να περάσουν όλοι οι χωριανοί και να τα δουν. Με τη βοήθεια των φίλων της στόλιζε το νυφικό κρεβάτι. Το κατωσέντονο έπρεπε να είναι λευκό για να δείξει την επόμενη μέρα την απώλεια της αγνότητας της.
Οι φίλες της νύφης και οι φίλοι του γαμπρού τους βοηθούσαν να ντυθούν πριν ξεκινήσουν για την εκκλησία. Αν η νύφη ήταν από άλλο χωριό γινόταν το λεγόμενο «ψίκι», δηλαδή μια ομάδα νέων έφευγε από το σπίτι του γαμπρού και πήγαινε να πάρει τη νύφη και να την πάει στην εκκλησία. Οι νέοι συναγωνίζονταν ποιος θα φτάσει πρώτος. Ο πρώτος έπαιρνε από την ίδια τη νύφη μια κουλούρα και κατόπιν πήγαινε μπροστά συνοδεύοντας την στην εκκλησία.
Αν η νύφη ήταν από το ίδιο χωριό με το γαμπρό, ο γαμπρός με τον κουμπάρο και τους καλεσμένους πήγαιναν στο σπίτι της νύφης με τραγούδια και ντουφεκιές για να την πάρουν. Όταν έφταναν στο σπίτι μια γυναίκα τραγουδούσε μια μαντινάδα που παρακινούσε τη νύφη να ανοίξει την πόρτα της. Κατόπιν όλοι μαζί κατευθύνονταν στην εκκλησία. Κατά τη διάρκεια της τελετής η νύφη δεν πατούσε το πόδι του γαμπρού όταν ο παπάς έλεγε το «η δε γυνή να φοβείται τον άνδρα» γιατί ο γαμπρός μπορούσε να «σχολάσει» το γάμο.


Μετά το τέλος του μυστηρίου το ζευγάρι κατευθυνόταν με τους καλεσμένους του στο σπίτι του γαμπρού. Εκεί τους περίμενε η μητέρα του που έδινε στη νύφη να φάει μέλι με καρύδια και χάραζε στην πόρτα ένα σταυρό. Η νύφη έχυνε μέλι στην είσοδο για να είναι ο γάμος γλυκός κι έσπαγε ένα ρόδι για να είναι ο γάμος καρπερός.
Αμέσως μετά ξεκινούσε το γλέντι με τραγούδια, χορό και πολύ φαγητό που κρατούσε μέχρι το πρωί. Το ζευγάρι άρχιζε πρώτο το τραγούδι. Την επόμενη μέρα και μόλις ξυπνούσε το ζευγάρι, έδειχνε το σεντόνι. Τότε ακολουθούσε νέο γλέντι , ο αντίγαμος.

http://mycreta.blogspot.gr/