Το χρονικό της ανακάλυψης της Φαιστού και οι Πρωταγωνιστές

Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία στη Φαιστό βασίλευε ο Βασιλιάς Ροδάμανθυς που ήταν γιος του Δία και της Ευρώπης και αδελφός του Βασιλιά Μίνωα. Ο Ομηρος ονομάζει τη Φαιστό «πόλιν ε? νεαιτάωσαν» δηλαδή «πόλη καλώς κατοικημένη» και ο Διόδωρος Σικελιώτης μνημονεύει την ίδρυσή της από τον ίδιο τον Μίνωα. Ο Στράβων τέλος, δίνει πληροφορίες για τις αποστάσεις της πόλης από τη Γόρτυνα, τα Μάταλα και τη θάλασσα.

Οι αναφορές αυτές αξιοποιήθηκαν από τον Αγγλο πλοίαρχο και χαρτογράφο T.A.B. Spratt που ταύτισε τη θέση με την αρχαία πόλη της Φαιστού, στο βιβλίο του «Travels and Researches in Crete», το 1865.
Η ταύτιση του Spratt επιβεβαιώθηκε το 1894 από τους Ιταλούς αρχαιολόγους F. Halbherr και A. Taramelli. Μετά την ανεξαρτησία της Κρήτης από τους Τούρκους (1898), η Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή ξεκίνησε τις έρευνες στο λόφο της Φαιστού, ενώ η συστηματική ανασκαφή άρχισε τον Ιούνιο του 1900, από τους F. Halbherr και L. Pernier, που έφεραν στο φως το ανάκτορο.
Τις ανασκαφές συνέχισε αργότερα ο Pernier, ο οποίος επιμελήθηκε και τις αναγκαίες συντηρήσεις και αποκαταστάσεις, που έδωσαν τη σημερινή μορφή στο χώρο.

Από το 1950 ξεκινάει νέος κύκλος ανασκαφών στη Φαιστό, από τον τότε διευθυντή της Ιταλικής Αρχαιολογικής Σχολής Doro Levi, που αποκαλύπτει εντυπωσιακά τμήματα παλαιού ανακτόρου, καθώς και τμήματα της μινωικής και ελληνιστικής πόλης γύρω από το ανάκτορο και στις θέσεις «Χάλαρα» και «Αγία Φωτεινή».

Η έρευνα στο χώρο συνεχίζεται έως σήμερα από την Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή και την Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία.

Φαιστός
Τα ερείπια της πόλης της Φαιστού βρίσκονται σε έναν λόφο δυτικά από τις Μοίρες στο δρόμο για το Τυμπάκι. Το παλαιότερο ανάκτορο της Φαιστού (1900 – 1700 π.Χ.) χτίστηκε πάνω σε επιχώσεις της Nεολιθικής και της Πρωτομινωικής περιόδου (3000 – 2000 π.Χ.). Το παλαιό αυτό ανάκτορο, στο οποίο αναγνωρίζονται τα βασικά χαρακτηριστικά της μινωικής αρχιτεκτονικής (πλακόστρωτες αυλές, πολύθυρα, φροντισμένες προσόψεις, φωταγωγοί κ.ά.), έχει καταστραφεί και επισκευαστεί δύο φορές. Yστερα από μια νέα καταστροφή γύρω στο 1700 π.Χ. τα ερείπιά του ισοπεδώθηκαν και πάνω τους χτίστηκε το νεότερο ανάκτορο, που η ζωή του διαρκεί περίπου έως το 1450 π.Χ.
Στη δυτική πτέρυγα ενδιαφέρον παρουσιάζει η μεγάλη αίθουσα. Πρόκειται για υπόστυλη αίθουσα με ορθομαρμαρώσεις και τριπλό πυλώνα προς την κεντρική αυλή, με λατρευτική ίσως χρήση. Στην ίδια πτέρυγα υπάρχουν και άλλα δωμάτια που σχετίζονται με τη λατρεία.

Η κεντρική αυλή διατηρεί την πλακόστρωσή της που χρονολογείται στην Παλαιοανακτορική περίοδο (1900-1700 π.Χ.).
Από την ανατολική πτέρυγα διατηρείται μικρό μόνο τμήμα που περιλαμβάνει αίθουσα με φωταγωγούς και δεξαμενές καθαρμών. Στη βόρεια πτέρυγα βρίσκονται τα «βασιλικά διαμερίσματα». Την ιερότητα και επισημότητα των διαμερισμάτων αυτών υπογραμμίζουν ο εξωτερικός προς την κεντρική αυλή τοίχος που είναι σπαστός με προεξοχές και εσοχές σε συμμετρική διάταξη ως προς την πλαισιωμένη με ημικίονες κεντρική είσοδο, καθώς και ο βαθμιδωτός βωμός που βρίσκεται στη γωνία ανάμεσα στη βόρεια και στη δυτική πτέρυγα. Μακρύς διάδρομος και εσωτερικές αυλές δίνουν πρόσβαση σε συγκρότημα δωματίων και σε μια μεγαλύτερη αυλή με κεραμικό καμίνι στο κέντρο.

Υπόστυλη «αίθουσα συμποσίων» ίσως υπήρχε σε όροφο με θέα προς την κεντρική αυλή. Το υπόλοιπο της πτέρυγας καταλαμβάνουν τα επίσημα διαμερίσματα. Διακρίνονται δύο αίθουσες με πολυτελή κατασκευή (αλαβάστρινες επενδύσεις τοίχων, πλάκες δαπέδου, τοιχογραφικό διάκοσμο), που πλαισιώνονται από φωταγωγούς, εξώστες και μια μεγάλη περίστυλη αυλή. Εκτός από το ανάκτορο, συγκροτήματα κατοικιών και ένας ναός της αρχαϊκής περιόδου, ίσως της Ρέας, έχουν ανασκαφεί προς Β.Α. και Ν.Δ. του χώρου. 

Ευρήματα από το ανάκτορο εκτίθενται στο Μουσείο Ηρακλείου, όπως ο ξακουστός δίσκος της Φαιστού, η μεγάλη συλλογή καμαραϊκών αγγείων με ποικιλία πολύχρωμων διακοσμήσεων και πολλά άλλα.

Πηγή: ΕΟΤ