ΦΟΡΤΕΤΣΑ ΡΕΘΥΜΝΟΥ: «Άνδρες πόλεις και ου τείχη ουδέ νήες κεναί ανδρών…

Της Ρίκης Ματαλλιωτάκη

 

 

Η σοφή διαπίστωση και ταυτόχρονα προτροπή του Θουκυδίδη στους Αθηναίους αλλά και προς όλους τους υπόλοιπους ελεύθερους Έλληνες «Άνδρες πόλεις και ου τείχη ουδέ νήες κεναί ανδρών…», ότι δηλαδή οι άνδρες σώζουν τις πόλεις και όχι τα τείχη ούτε και τα άδεια από πλοία άνδρες, δεν βρήκε απλώς τη πιστή εφαρμογή της σε ολόκληρη τη χρονική διαδρομή της Κρήτης, αλλά υπήρξε και αμετακίνητη στάση ζωής των κατοίκων της η οποία μάλιστα προϋπήρξε του Θουκυδίδειου λόγου καθώς καμιά αρχαιολογική σκαπάνη ή άλλης μορφής ιστορική μαρτυρία , δεν κάνει νύξη για κανένα υπόλειμμα τείχους ή οχυρώσεις.

Στις εκατό πολιτείες της Κρήτης των Μινωικών χιλιετηρίδων, παρά τους μεταξύ τους συχνούς πολέμους και τις θεομηνίες των ακατάπαυστων εισβολών, οι Κρητικοί δεν ύψωσαν ποτέ άλλα τείχη παρά μόνο τα στήθη τους.Όμως το θέμα στο παρόν κείμενο δεν είναι ο ηρωισμός των Κρητών ο οποίος είναι δεδομένος και γνωστός τοις πάση , ίσως και λόγω της γεωφυσικής υπόστασης του νησιού που παρουσιάζει μια συνολική αλλά και επιμέρους φρουριακή διαμόρφωση που πιθανόν να του δημιούργησε την απέχθεια για κατασκευές παρομοίων έργων.
Σκοπός τούτου του άρθρου, ή σωστότερα της εισαγωγής τούτου του άρθρου- είναι να επισημάνει ότι τα κάστρα που συναντούμε πλέον σήμερα στη Μεγαλόνησο, αλλά και εκείνα που δεν υπάρχουν πια, είναι σώματα ξένα πάνω στο κακουχημένο κορμί της.Είναι αυτά που κατά καιρούς εισβολείς και κατακτητές δημιούργησαν για να κρατηθούν στο νησί και να κατασιγάσουν τον ακατανίκητο τρόμο τους όντας σε διαρκή αναμέτρηση με το ντόπιο στοιχείο καθώς επίσης και για τον φόβο του συνεχούς αυξανομένου κινδύνου που άκουγε στο όνομα Οθωμανική Αυτοκρατορία.
7338_3
Ένα λοιπόν από τα κάστρα αυτά είναι και το κάστρο της Φορτέτσας ΡεθύμνουΤη πρώτη πέτρα στα θεμέλια της Φορτέτσας, του Ενετικού Κάστρου στο Ρέθυμνο, τοποθέτησε ο Βενετσιάνος Σύμβουλος Φραντζέσκο Μολίν στις 13 Σεπτεμβρίου του 1573 και ως το 1580 ολοκληρώθηκαν οι εργασίες στον περίβολο και στα δημόσια κτίρια που υπήρχαν μέσα σε αυτόν.Στα δέκα χρόνια που χρειάστηκαν για τη κατασκευή της Φορτέτσας δούλεψαν αγγαρεμένοι 107.142 άνδρες του νομού και 40.205 επιταγμένα ζώα, χωριστά βέβαια οι φόροι που τους φόρτωσαν.Την ανάγκη της δημιουργίας τούτου του κάστρου επέφεραν τα γεγονότα που ακολούθησαν στη Κρήτη από το α΄ μισό του 16ου αιώνα, η τούρκικη απειλή δηλαδή και η τελειοποίηση των πυροβόλων όπλων, κι όλα αυτά συντέλεσαν ώστε να αποφασίσει η Βενετία τη στρατιωτική και αμυντική οργάνωση του νησιού και κατά συνέπεια στο πρόγραμμα αυτό εντάχθηκε και το Ρέθυμνο.
Τα σχέδια όμως του Βερονέζου αρχιτέκτονα Michale Sanmicheli για τα τείχη του Ρεθύμνου- των οποίων η θεμελίωση ξεκίνησε στις 8 Απριλίου του 1540 και τέλειωσε με αργούς ρυθμούς λίγο πριν το 1570- κάλυπταν μόνο στοιχειώδη αμυντικά έργα με αποτέλεσμα να καταστραφούν ολοσχερώς και αυτά και τα περισσότερα σπίτια της πόλης μετά την επίθεση του Έλληνα Χριστιανού εξωμότη Ουζούτς Αλή ο οποίος είχε καταφέρει να στεφθεί αντιβασιλιάς στο Αλγέρι και να γίνει ο μέγας και μόνιμος κίνδυνος για τα πλοία που ταξίδευαν στις θάλασσες της Μεσογείου.Μετά από αυτή τη καταστροφή οι αρμόδιοι τοπικοί παράγοντες, οι ίδιοι οι Ρεθυμνιώτες και Βενετική Γερουσία αποφάσισαν πάνω στο λόφο του Παλαιόκαστρου- ο οποίος στην αρχαία Ρίθυμνα εικάζεται πως πάνω του βρίσκονταν ναός αφιερωμένος στη Ροκκαία Αρτέμιδα, στη θεά δηλαδή του βράχου- να κατασκευάσουν ένα οχυρό που θα μπορούσε να περιλάβει όλες τις κατοικίες της πόλης.
Έτσι ξεκίνησε η θεμελίωση της Φορτέτσας, ενός εκ των μεγαλύτερων και αρτιότερων οχυρωματικών έργων που δημιούργησε στη Κρήτη η κατοχή των Ενετών των οποίων η σχολαστικότητα και η τυπολατρία, μας επιτρέπει ν σήμερα να γνωρίζουμε με απόλυτα ακριβείς αριθμούς όλα τα οικονομικά και τα λοιπά δεδομένα της ανέγερσης του φρουρίου της Φορτέτσας και των υπολοίπων κτισμάτων της.Λόγω του ιδιαίτερου ενδιαφέροντος που παρουσιάζουν παραθέτουμε μερικά από αυτά:
Για τη κατασκευή του φρουρίου της Φορτέτσας εφαρμόστηκε το αρχικό σχέδιο του αρχιτέκτονα Sforza Pallavicini στη συνέχεια όμως κρίθηκαν αναγκαίες κάποιες τροποποιήσεις, βελτιώσεις και επεκτάσεις για να ολοκληρωθούν τα σχέδιαΕν τούτοις, αμέσως μετά το τέλος των εργασιών διαπιστώθηκε ο χώρος που απέμεινε για τη κατασκευή ιδιωτικών κατοικιών ήταν ελάχιστος οπότε το φρούριο καθορίστηκε δημόσιας χρήσης και μονάχα ως τελευταίο καταφύγιο των κατοίκων της πόλης σε περίπτωση πολιορκίας.
Έτσι κι αλλιώς όμως, παρ’ ότι λέγεται πως οι ίδιοι οι Ρεθυμνιώτες ζήτησαν το κτίσιμο του φρουρίου της Φορτέτσας, εν τούτοις μετά την ολοκλήρωση του αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν την ανασφάλεια του πυρπολημένου Ρεθύμνου με τα ευκολοπάτητα τείχη και να αποκτήσουν τη σιγουριά της ασφάλειας που υποσχόταν η οχυρωμένη Φορτέτσα.Ήδη από το 1571 είχαν αρχίσει ξανά να κτίζουν τα σπίτια τους εκμεταλλευόμενοι μάλιστα και το υλικό των προηγουμένων τειχών, παρ’ όλα αυτά όμως είναι ολοφάνερο πως ούτε οι ντόπιοι αρνήθηκαν ανεξήγητα να εγκαταλείψουν τη πόλη τους αλλά, όπως δείχνουν τα πράγματα, ούτε και οι Βενετοί είχαν κτίσει το κάστρο για να προφυλάξουν, όπως είχε ειπωθεί, τους πολίτες.
Οι λόγοι που συνηγορούν προς τη παραπάνω άποψη είναι πολλοί:Πρώτον , ποτέ οι Ενετοί κατακτητές δεν λογάριαζαν τους ντόπιους, δεύτερον κανένα κτίσμα μέσα στο κάστρο δεν φαινόταν από κατασκευής του να προορίζεται για τους υπόδουλους Έλληνες, όπως για παράδειγμα η μοναδική εκκλησία του Αγίου Νικολάου που βρίσκονταν μέσα του και ήταν καθολική και τρίτον και σημαντικότερο γιατί με βάση τη γνωστή απογραφή του Καστροφύλακα , η πόλη του Ρεθύμνου είχε 5.202 κατοίκους το 1582.Οπότε εκ των πραγμάτων φυσικά οι Ενετικές αρχές ήταν αδύνατον να υπολογίζουν ότι θα ήταν εφικτό να στεγάσουν πάνω στο βράχο περισσότερο από πέντε χιλιάδες κατοίκους συν τη δύναμη της φρουράς και τις Διοικητικές υπηρεσίες.
Η σκέψη για την εφαρμογή μιας τέτοιας προοπτικής θα ήταν το λιγότερο ανόητη και πιθανόν δεν έχουμε το δικαίωμα να την χρεώσουμε στους λεπτολόγους και σωστούς προγραμματιστές Βενετούς αν και βέβαια υπάρχει έγγραφη μαρτυρία του Φραντζέσκου Μολίν ο οποίος λέει πως: « ο βράχος πάνω στον οποίο κτίστηκε η Φορτέτσα ήταν αρκετός για να χωρέσει τους κατοίκους αυτού του τόπου…» και πως «το έργο έγινε με σκοπό όταν τελειώσει η Φορτέτσα να γυρίσουν οι άνθρωποι εκεί για να κτίσουν τα σπίτια τους με σκοπό να μεταφερθεί η πολιτεία από το πλάτωμα στο βράχο…»
Όπως και αν έχουν τα πράγματα πάντως στο βράχο πάνω τελικά ούτε οι Λατίνοι δεν κατάφεραν να ανέβουν.Τα κτίρια στη Φορτέτσα.Οι χώροι στρατωνισμού της φρουράς, οι αποθήκες, το στρατιωτικό νοσοκομείο, η εκκλησία, το κολοσσιαίο Διοικητήριο με τις 19 πόρτες, τα 81 παράθυρα, και τα 1382 βήματα της καλυμμένης με χυμένο μολύβι σκεπής τους, δεν άφηναν χώρο για να κτιστούν κατοικίες ούτε ντόπιων ούτε Λατίνων.
Το Κάστρο επίσης είχε τέσσερις προμαχώνες, του Αγίου Λουκά, της Παναγίας, του Προφήτη Ηλία και του Σωτήρα, μια ευρύχωρη πλατεία επίσης, ένα καβαλιέρο- πύργο-και στο υπόλοιπο γωνιακές κορτίνες, δηλαδή μεσοπύργια.Η περιφέρεια του από το μέρος της στεριάς και της θάλασσας ήταν 764 βήματα και είχε συνολικά τριάντα πυροβόλα. Οι δεξαμενές του νερού, σκαμμένες στα σπλάχνα του βράχου, ήταν απρόσβλητες από κάθε μορφής έντασης και διάρκειας κανονιοβολισμό και προκαλούν ακόμα και σήμερα το θαυμασμό για τη σοφή αρχιτεκτονική και την εξαιρετική κατασκευή τους.
H Φορτέτσα σήμεραΣτις αρχές του 20ου αιώνα το εσωτερικό της Φορτέτσας ήταν σχεδόν ολόκληρο οικοδομημένο, από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια κι έπειτα άρχισε η μεταφορά των κατοίκων που έμεναν μέσα στη Φορτέτσα σε άλλα σημεία της πόλης ενώ είχε ήδη ξεκινήσει ταυτόχρονα και η επέκταση των κατοικιών στο εξώβουργο, δηλαδή στο κυρίως νότιο μέρος του χερσαίου τείχους.
Η επέκταση όμως αυτή είχε σαν αποτέλεσμα την ολοκληρωτική σχεδόν εξαφάνιση του χερσαίου τείχους και της μικρής τάφρου που το περιέβαλλε. Μέσα στη Φορτέτσα κατεδαφίστηκαν όλα τα ερειπωμένα κτίσματα που ήταν ως επί το πλείστον κατοικίες, ενώ με την κατεδάφιση ολόκλήρου του οικισμού χάθηκε και ότι είχε διασωθεί από την εποχή της βενετοκρατίας στη περιοχή αυτή.
Έτσι, από τα κτίρια που υπήρχαν στο εσωτερικό της Φορτέτσας, τα παλαιότερα και τα κυριότερα που σώζονται σήμερα είναι:α) Η αποθήκη του πυροβολικού που βρίσκεται αμέσως μετά τη κύρια ανατολική πύλη
. β) Η κατοικία των συμβούλων στην αιχμή της Αγίας Ιουστίνης, στη βόρεια πλευρά του φρουρίου. γ)Το κύριο συγκρότημα των αποθηκών τροφίμων και δεξαμενών στη βόρεια πλευρά παράλληλα με το τείχος. δ) Νοτιότερα διακρίνεται ο ανοικτός χώρος της πλατείας στο κέντρο του φρουρίου
ε) Στη δυτική πλευρά της τα ερείπια κάποιου κτιρίου, προφανώς της κατοικίας του ρέκτορα του Ρεθύμνου καθώς επίσης και το επιβλητικό τέμενος του Σουλτάνου Impraxim, στη θέση του καθεδρικού ναού του S. Nicolo στην ανατολική πλευρά της πλατείας
.Διασώζονται ακόμα, νότια του τεμένους, ένα θολωτό κτίριο, πιθανότατα μέρος του επισκοπικού μεγάρου, δυο πυριτιδαποθήκες στη βόρεια πλευρά του φρουρίου, ένα κτίριο στο προμαχώνα του Αγίου Νικολάου που δεν είναι γνωστή η ακριβής χρήση του και ακριβώς νότια τούτου του κτιρίου του εκκλησάκι του Αγίου Θεοδώρου του Τραχινά το οποίο ανοικοδομήθηκε στα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα.Έτσι, από τις οχυρώσεις που κατασκευάστηκαν κατά τη Βενετοκρατία στο Ρέθυμνο σώζονται σήμερα, αρκετά αλλοιωμένα μάλιστα, μόνο τρία από τα καταλύματα των στρατώνων του προμαχώνα της Αγίας Βαρβάρας, και ένα τμήμα της εσωτερικής πλευράς της πύλης Guora, δηλαδή της Μεγάλης Πόρτας.
Λογικά η συνεχής και ποικίλη χρήση του φρουρίου στη διαδρομή των αιώνων, αλλοίωσε την αρχική του μορφή όχι μόνο εσωτερικά αλλά και εξωτερικά καθώς για ένα μεγάλο διάστημα φιλοξένησε έως ακόμα και τις φυλακές του Ρεθύμνου.Το φρούριο χρειάστηκε μια εικοσαετία περίπου για να ανακατασκευαστεί με σκοπό να επισκευάσει το Αρχαιολογικό μουσείο Ρεθύμνου το οποίο λειτουργεί εκεί από το 1991 αλλά και το Αναγεννησιακό Φεστιβάλ Ρεθύμνου που οργανώθηκε και άρχισε να λειτουργεί εκεί από το 1987
.Πολύτιμες πληροφορίες για το παρόν κείμενο πάρθηκαν από το βιβλίο του Γ Ν. Ορφανουδάκη «Τα ΚΑΣΤΡΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ» καθώς επίσης και το βιβλίο του Μιχάλη Τρούλη «ΡΕΘΥΜΝΟ ΙΣΤΟΡΙΑ- ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ-ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΖΩΗ»