Η εκκλησία της Κρήτης σε όλες τις μεγάλες ιστορικές περιόδους του νησιού

           Επιμέλεια κειμένου Ρίκη Mαταλλιωτάκη      

                                                         

Η εκκλησία της  Κρήτης θεωρείται ως μια από τις παλαιότερες αποστολικές εκκλησίες αφού η εμφάνιση  του χριστιανισμού  στο νησί υπολογίζεται ήδη από τα μέσα του 1ου μ. Χ. αιώνα με πρώτο ποιμενάρχη της το πιστό μαθητή του Αποστόλου Παύλου, το Τίτο. Έκτοτε η ορθόδοξη εκκλησία της Κρήτης δεν σταμάτησε ούτε λεπτό να  αναβαθμίζεται και να παίζει σημαντικό ρόλο σε όλες τις μεγάλες ιστορικές περιόδους του νησιού:

 

Κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο:

Οι Ρωμαίοι  παρά την εμμονή τους στην ειδωλολατρική θρησκεία, δεν μπόρεσαν να μειώσουν το έντονο θρησκευτικό συναίσθημα των κατοίκων της Κρήτης.

Με τη  παύση  όμως των διωγμών και η αναγνώριση του Χριστιανισμού ως ελεύθερης θρησκείας επί της εποχής του Μεγάλου Κωνσταντίνου (306-337) άνοιξε μια καινούργια εποχή  όχι μόνο για τη νέα θρησκεία, αλλά για ολόκληρο το ρωμαϊκό κράτος και την οικουμένη με αποτέλεσμα στα μέσα του 4ου αιώνα  να υπάρχουν στην Κρήτη  τουλάχιστον έξι Επισκοπές, συμπεριλαμβανομένης και της Επισκοπής Γορτύνης. Αυτή η κοσμοϊστορική αλλαγή συμπληρώθηκε επί της εποχής του Μεγάλου Θεοδοσίου (379-395), με την καθιέρωση του Χριστιανισμού, το 380, ως επίσημης θρησκείας του κράτους και την ουσιαστική απαγόρευση της ειδωλολατρίας.

Kατά την Α΄ Βυζαντινή περίοδο:

Τόσο κατά  την πρώιμη Βυζαντινή περίοδο (325- 535) όσο και κατά την περίοδο της υπαγωγής της Μεγαλονήσου στην πνευματική εποπτεία του παπικού θρόνου (535-732), η Εκκλησία  Κρήτης συμμετείχε ενεργά σε όλα τα μεγάλα πρόβλημα της Εκκλησίας, όπως φαίνεται από την εκπροσώπηση της Μητρόπολης Κρήτης στις Οικουμενικές Συνόδους (Γ’, Δ’, Ε’, ΣΤ’ και Ζ’). Από την εκπροσώπηση αυτήν προκύπτει ότι ήδη από τα μέσα του 5ου αιώνα η Εκκλησία Κρήτης είχε σχεδόν πλήρη ανάπτυξη. Είχε ένα σύνολο εννέα Επισκοπών (Χερρονήσου, Κνωσού, Λάμπης (Λάππας), Ελευθερνών, Καντάνου, Ιεράπυδνας Σουβρίτου (Συβρίτου), Κυδωνιάς, Κισάμου), υποκείμενων στην Αρχιεπισκοπή Γορτύνης.

Kατά τη περίοδο της Αραβοκρατίας:

Η ομαλή ιστορική πορεία της Βυζαντινής Κρήτης και η οικονομική ακμή της Μεγαλονήσου,  δυστυχώς δοκιμάστηκαν κατά τη περίοδο της Αραβοκρατίας (824-961)  ωστόσο δεν γνωρίζουμε ούτε την έκταση ούτε το βαθμό της δοκιμασίας αυτής.

Kατά τη Β΄ Βυζαντινή Περίοδο:

Όλοι σχεδόν οι κληρικοί και ιεράρχες που έζησαν σ’ αυτήν την περίοδο μας είναι γνωστοί απλώς ως ονόματα. Όμως υπάρχουν ενδείξεις ότι ο θρησκευτικός, πνευματικός και καλλιτεχνικός βίος παρουσίασε αξιόλογη ανάπτυξη, που ήλθε σταδιακά και με την πάροδο του χρόνου. Τον 12ο αιώνα, ταυτόχρονα με την οικονομική ανάπτυξη, η Κρήτη διέθετε αναπτυγμένη θρησκευτική, πνευματική και καλλιτεχνική ζωή. Ο Κρητικός λαός διαφύλαξε τη θρησκευτική αυτοσυνειδησία του. Στην εσωτερική οργάνωση της Εκκλησίας παρατηρείται η αλλαγή της έδρας και του ονόματος πολλών Επισκοπών και η σταθερή πλέον ύπαρξη δέκα Επισκοπών υποκείμενων στη Μητρόπολη Κρήτης. Η διαδικασία των αλλαγών αυτών πρέπει να ξεκίνησε κατά την περίοδο της Αραβοκρατίας και να οριστικοποιήθηκε μετά το 961. Έδρα της Μητρόπολης ήταν αρχικά και πάλι η Γόρτυνα, αλλά σύντομα μετακινήθηκε στον Χάνδακα (σημερινό Ηράκλειο), όπου παραμένει από τότε. Η αλλαγή της έδρας μιας Επισκοπής είχε ως αιτία την παρακμή του οικισμού, στον οποίο μέχρι τότε έδρευε, οπότε η μετακίνηση συνοδευόταν συχνά και από αλλαγή του ονόματος. Γενικά πάντως  η επιστροφή της Κρήτης στο Βυζάντιο έφερε έναν καινούργιο άνεμο ακμής και πολιτιστικής ανάτασης, παρά τον βραδύ ρυθμό της ενσωμάτωσης της στην ιεραρχία των Εκκλησιών του Πατριαρχείου. Οι αλλαγές έγιναν αισθητές σε όλους τους τομείς, στη θρησκευτική ζωή, στην οικοδόμηση ναών, στην τέχνη, στα μοναστηριακά ιδρύματα, όπως η μονή Μυριοκεφάλων, η Αγία Αικατερίνη του Σινά και το μοναστηριακό συγκρότημα στα Λατζιανά. Από τον 12ο αιώνα, η Κρήτη έχει θαυμάσιους τοιχογραφημένους ναούς. Κρητικοί καλλιτέχνες φαίνεται πως μπόρεσαν πολύ γρήγορα να ακολουθήσουν τις καλλιτεχνικές· τάσεις του Βυζαντίου.

Kατά τη περίοδο της Βενετοκρατίας:

Η μεγάλη περίοδος της Βενετοκρατίας (1204/1211-1645/1669) υπήρξε για την Εκκλησία Κρήτης ιδιαίτερα σκληρή. Οι νέοι κατακτητές, που απέβλεψαν από την αρχή στη μονιμοποίηση της κατοχής και της εκμετάλλευσης της Κρήτης, μόλις διαπίστωσαν ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία ήταν η μεγάλη ενωτική δύναμη του λαού, το στήριγμα της βυζαντινής ιδέας, ο φορέας της αντίστασης εναντίον τους και επομένως ο ισχυρότερος και ο περισσότερο επικίνδυνος αντίπαλος τους, έλαβαν αυστηρά μέτρα, που περιόριζαν την πνευματική ελευθερία των Κρητικών. Κατάργησαν και απομάκρυναν τους ορθόδοξους επισκόπους. Ο Νικόλαος, τελευταίος προκαθήμενος της Εκκλησίας της Κρήτης, άνδρας με κύρος και μόρφωση, διέφυγε στην αυλή της Νικαίας και εποίμανε τη Μητρόπολη Σμύρνης, η οποία του είχε δοθεί προεδρικώς. Απαγόρευσαν τη χειροτονία ιερέων. Όσοι Κρητικοί ήθελαν να γίνουν κληρικοί, έπρεπε να πάρουν πρώτα την άδεια των βενετικών αρχών του νησιού, με την καταβολή ενός σημαντικού χρηματικού ποσού, και έπειτα να ταξιδέψουν στην Πελοπόννησο ή στη Μ. Ασία, όπου θα έβρισκαν ορθόδοξο αρχιερέα να τους χειροτονήσει. Στέρησαν την Ορθόδοξη Εκκλησία από την περιουσία της. Τοποθέτησαν Λατίνους στη θέση των ορθόδοξων επισκόπων και όρισαν προϊστάμενους του ορθόδοξου κλήρου πρωτοπαπάδες και πρωτοψάλτες, στα μεγάλα αστικά και στα επαρχιακά κέντρα. Οι προϊστάμενοι αυτοί ήταν πρόσωπα της απόλυτης εμπιστοσύνης των Βενετών, υπάλληλοι μισθοδοτούμενοι από το κράτος στο οποίο δήλωναν υποταγή. Σκοπός των Βενετών ήταν η πλήρης αποδιοργάνωση της Εκκλησίας Κρήτης.

Οι Κρητικοί δεν συμβιβάστηκαν ποτέ με αυτήν την πολιτική. Αντιστάθηκαν και αγωνίστηκαν αποφασιστικά κατά της βενετικής κυριαρχίας. Αλλά και το Οικουμενικό Πατριαρχείο προσπαθούσε συνεχώς, άλλοτε με παραινέσεις κι άλλοτε με απεσταλμένους του κληρικούς, να ενισχύει την πίστη και να αναζωογονεί το φρόνημα του Βενετοκρατούμενου Κρητικού πληθυσμού. Οι σχέσεις με τους Ρωμαιοκαθολικούς και η προσπάθεια της ένωσης των Εκκλησιών ήταν τα οξύτερα προβλήματα. Οι Κρητικοί αντιμετώπιζαν με περιφρόνηση τους εκπροσώπους της παπικής ενωτικής πολιτικής. Προσέβλεπαν με αυτοπεποίθηση στην Κωνσταντινούπολη και επέμεναν στη διατήρηση της πολιτισμικής και πολιτιστικής ταυτότητας τους. Η παρουσία τους ακόμη και στην πιο μεγάλη για τη μοίρα του Ελληνισμού στιγμή, στην πολιορκία και άλωση της βασιλεύουσας  τι άλλο θα μπορούσε να υποδηλώνει;

Η εμμονή των Κρητικών στις θέσεις τους ανάγκασε τους Βενετούς να αμβλύνουν τη σκληρή θρησκευτική πολιτική τους, η οποία έγινε πολύ ηπιότερη τα τελευταία 150 χρόνια της κυριαρχίας τους στο νησί. Τη στάση τους αυτή την επηρέασε ασφαλώς και η τουρκική απειλή.

 

 Kατά τη περίοδο της Τουρκοκρατίας:

Η περίοδος  της Τουρκοκρατίας (1645/1669-1898) ανέκοψε αυτήν την πορεία, όσο κι αν έδειξαν οι Τούρκοι, στην αρχή τουλάχιστον, ότι είχαν διαφορετικές προθέσεις. Στην προσπάθεια τους να επηρεάσουν ψυχολογικά τους ορθόδοξους Κρητικούς, σύμφωνα με την πάγια αρχή των σουλτάνων, την πολιτική της Θρησκευτικής ανοχής, προχώρησαν αμέσως στην ανασύσταση της Ορθόδοξης Μητρόπολης και στην αποκατάσταση της ιεραρχίας στην Εκκλησία Κρήτης.

 

Η αποκατάσταση της ορθόδοξης ιεραρχίας στην Κρήτη συνοδεύτηκε με προνόμια πνευματικά, διοικητικά, δικαστικά και οικονομικά, που παραχωρούνταν, σύμφωνα με την τουρκική παράδοση, στους ορθόδοξους αρχιερείς. Αυτά όμως δεν εμπόδιζαν τους γενίτσαρους να βιαιοπρα­γούν, ακόμη και να φονεύουν ιερωμένους. Είναι γνωστή η δολοφονία του επισκόπου Λάμπης Μεθοδίου Σιλιγάρδου (1793) από τους γενίτσαρους της περιοχής του. Την ασφάλεια τους οι αρχιερείς και οι άλλοι κληρικοί την εξαγόραζαν συνήθως με χρηματικά ποσά και δώρα, που η ακόρεστη τουρκική φιλαργυρία τους επέβαλλε σιωπηρά ή και απροκάλυπτα. Οι φόροι που επέβαλλαν στους Χριστιανούς ήταν υπέρογκοι και καταπιεστικοί. Οι σχέσεις της Εκκλησίας Κρήτης με το Οικουμενικό Πατριαρχείο πέρασαν αρ­χικά μια μεγάλη κρίση, την οποία ευνόησαν και οι ντόπιοι Μουσουλμάνοι. Το Πατριαρχείο κατόρθωσε να μετατρέψει τη σουλτανική πολιτική και να αποτρέψει την ανακήρυξη της Εκκλησίας Κρήτης σε αυτοκέφαλη. Επί των ημερών του μητροπολίτη Κρήτης Γεράσιμου Λετίτζη (1725-1756), οι σχέσεις με το Πατριαρχείο αποκαταστάθηκαν. Η Κρήτη παρέμεινε στη διοικητική δικαιοδοσία του Οίκομενικού Πατριαρχείου. Αυτή η εξάρτηση περιορίστηκε  μετά την αυτονόμηση της νήσου.

Δογματικά ή άλλα ζητήματα δεν τάραξαν την Εκκλησία Κρήτης κατά την πρώτη περίοδο της Τουρκοκρατίας. Το πιο σημαντικό πρόβλημα κατά την περίοδο αυτήν ήταν εξισλαμισμοί, οι οποίοι ήταν αποτέλεσμα περισσότερου υπολογισμού παρά βίας και εξαναγκασμού.

Η λατρεία ήταν θεωρητικά ελεύθερη  για τους Χριστιανούς της Κρήτης. Ακόμη  προστατευτικά διατάγματα είχαν εκδοθεί για την ελευθερία των καθιερωμένων εορτών και τελετουργιών. Στην πράξη όμως πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά και πολύ σκληρότερα. Ήδη, ο Μαρίνος Τζάνες Μπουνιαλής περιέγραψε σε δραματικούς στίχους το βανδαλισμούς κατά των ορθόδοξων ναών.