Ο δράκος του Σέιχ Σου ή εκείνος που έφαγαν οι Δράκοι με τα φράγκα;;;

Αθώος ή ένοχος; Ήταν ο Δράκος του Σέιχ Σου ο Αριστείδης Παγκρατίδης; Συγκλονιστικά στοιχεία για την καταδίκη του, την εκτέλεσή του και όσα ακολούθησαν

Όλα ξεκίνησαν το πρώτο τετράμηνο του 1959, όταν τρεις εγκληματικές ενέργειες σκόρπισαν τον πανικό στη Θεσσαλονίκη. Στις 19 Φεβρουαρίου, άγνωστος τραυματίζει βαρύτατα με πέτρες και ληστεύει ένα ζευγάρι, τον Αθανάσιο Παναγιώτου και την Ελεονόρα Βλάχου, στο Σέιχ Σου -τα θύματα επέζησαν επειδή η παγωνιά σταμάτησε την αιμορραγία…

Στις 6 Μαρτίου, στην περιοχή της Μίκρας άγνωστοι δολοφονούν με πέτρες και ληστεύουν τον Κωνσταντίνο Ραΐση και Ευδοκία Παληογιάννη. Μάλιστα βιάζουν τη γυναίκα. Ο άνδρας είναι λοχαγός του ιππικού και βρίσκεται στο ραντεβού με τη φίλη του φορώντας τη στολή του, με στρατιωτικό τζιπ και οπλοφορώντας.

Στις 3 Απριλίου, άγνωστος μπαίνει στο Δημοτικό Νοσοκομείο, του οποίου η αυλή «ακουμπάει» στο Σέιχ Σου, και σκοτώνει με πέτρα και ληστεύει τη ράφτρα του ιδρύματος Μελπομένη Πατρικίου, σε ένα μικρό χωριστό σπιτάκι όπου έμενε…
Οι τρεις εγκληματικές ενέργειες δημιουργούν την εντύπωση του «δράκου» που ρίχνει την εφιαλτική του σκιά του πάνω από την πόλη. Η αστυνομία δεν μπορεί να βρει άκρη. Είναι ένας φόβος διαλυτικός! Ένας φόβος που πλανάται πάνω από την πόλη, τρυπώνει στις ψυχές, αλλοιώνει χαρακτήρες, διαπερνά την καθημερινότητά, τρομάζει τον ύπνο και κάνει όλους να πιστεύουν ότι αυτοί θα είναι το επόμενο θύμα του δράκου!

Οι γυναίκες αρχίζουν από τον φόβο να μην κυκλοφορούν τα βράδια παρά μόνο με συνοδεία, ενώ στα παλιά σπίτια της Άνω Πόλης από τον φόβο του δράκου όλοι διπλοκλειδώνουν τις πόρτες. Η «δρακοφοβία» οδηγεί και σε ακραίες περιπτώσεις που περιγράφονται με γλαφυρότητα στις εφημερίδες της εποχής.Οι Θεσσαλονικείς με βάση τις περιγραφές του δράστη από τα θύματα που γλίτωσαν από τη μανία του βλέπουν παντού τον «δράκο». Στην αγορά, στους κεντρικούς δρόμους, στο Μοδιάνο, στο Καπάνι. Οι καταγγελίες διαδέχονται η μία την άλλη. Οι αστυνομικοί τρέχουν, αλλά ο «δράκος» πουθενά.

Ο φόβος ήταν τόσο μεγάλος, που ακόμη «και τα αχ βαχ» ζευγαριών σε ερημικές περιοχές μεταφέρονται στην αστυνομία σαν φωνές ατόμων που ψυχορραγούν. Ο χρόνος κυλά, οι επιθέσεις εναντίον ζευγαριών ή μεμονωμένων γυναικών είναι περιορισμένες, δεν υπάρχει καμία δολοφονία και οι φήμες για τον «δράκο» οργιάζουν και αποτελούν την καθημερινή συζήτηση μεταξύ των Θεσσαλονικέων: ανήκει στην «υψηλή κοινωνία» και τον κρύβουν, ήταν αστυνομικός και ξέρει να φυλάγεται, έφυγε στο εξωτερικό, ήταν τρελός και αυτοκτόνησε κ.ά.

1963. Στις αρχές Δεκεμβρίου ένας 24χρονος, ο Αριστείδης Παγκρατίδης, συλλαμβάνεται επειδή μπήκε μεθυσμένος νύχτα στο ορφανοτροφείο «Μ. Αλέξανδρος», σε «αναζήτηση γυναίκας», όπως έλεγε. Δικάστηκε γρήγορα (Οκτώβριος 1964) και καταδικάστηκε σε εννιάχρονη κάθειρξη για «εξαναγκασμόν εις ασέλγειαν» μιας 11χρονης τροφίμου. Κατά την ανάκριση, μέσα σε μια εβδομάδα, θα ομολογήσει ότι ήταν ο «δράκος του Σέιχ Σου», θα δικαστεί «τετράκις εις θάνατον» (Φεβρουάριος του 1966) και θα εκτελεστεί, ακριβώς δυο χρόνια μετά, στον συνήθη τόπο εκτελέσεων: το δάσος του Σέιχ Σου…

Τρίτο παιδί γεωργών από τα Λαγκαδίκια, ο μικρός Αριστείδης είδε να σκοτώνουν τον πατέρα του για λόγους πολιτικούς και τη μάνα του να μεταφέρει την οικογένεια στην Τούμπα για να γλιτώσουν. Πηγαίνει τρεις χρονιές στην πρώτη δημοτικού, κάνει θελήματα για να βοηθήσει την οικογένεια και από τα 13 χρόνια του πουλάει το κορμί του για λίγες δραχμές ή μια φασολάδα.

Ένας από τους περιστασιακούς φίλους του θα καταθέσει χαρακτηριστικά: «Γνωρίζω τον Αριστείδη από ηλικίας 14 ετών και από τότε τον σέρνω ποτέ στο βουνό, πότε στα εβραίικα μνήματα, πότε στο σπίτι μου και του κάνω τη δουλειά για 15 δραχμές»!

Κι όπως θα αναφέρει ο εισαγγελέας πρωτοδικών στην πρότασή του για έκδοση βουλεύματος, «ο Παγκρατίδης, ουδεμιάς τυχών επιμελείας και διαπαιδαγωγήσεως, ετράπη εις την οδόν της διαφθοράς αποκτήσας πολλάς ανωμαλίας χαρακτήρος και διαστροφάς ως κίναιδος προς χρηματισμόν, ενεργητικός ομοφυλόφιλος, ηδονοβλεψίας, κλέπτης, υπεξαιρέτης, πότης, λιποτάκτης και καταχραστής χασίς». Μόνο που, ανεξάρτητα απ όλα αυτά… «δράκος» δεν ήταν! Και δεν ήταν διότι:

1. Δεν υπήρξε «δράκος»! Τα τρία εγκλήματα διαφέρουν ουσιαστικά. Στη μία περίπτωση (Μίκρα) υπάρχει διπλός φόνος και βιασμός της κοπέλας, που μπορεί μάλιστα να έγινε πριν το θύμα ξεψυχήσει! Στα άλλα δύο δεν υπάρχει ίχνος σεξουαλικής πράξης! Και στην πορεία (1971) συνελήφθη ένας 40χρονος για την επίθεση σε ζευγάρι, ο οποίος ομολόγησε σειρά ενεργειών στο Σέιχ Σου πριν από το ʼ59 και (κυρίως) μετά, χωρίς νεκρούς: μια απόπειρα ανθρωποκτονίας, τρεις ληστείες, δυο απόπειρες, δυο κλοπές, δυο απόπειρες βιασμού!…
2. Ο Παγκρατίδης δεν ήταν αποδεδειγμένα ο δράστης των δύο τουλάχιστον επιθέσεων όπου υπήρχαν νεκροί: της Μίκρας και του νοσοκομείου.

● Στην πρώτη περίπτωση οι δράστες ήταν δύο, επειδή, πέρα από τη μεταφορά των θυμάτων, δόθηκε κανονική μάχη, καθώς βρέθηκαν λίμνες αίματος εδώ κι εκεί.
Ο «Αρίστος» στην δίκη του το 1968.μεγάλες αιχμηρές πέτρες γεμάτες αίματα και άλλα στοιχεία. Ειδικότερα βρέθηκαν πολλά αποτυπώματα (ένα πεντακάθαρο ήταν στο στήθος της κοπέλας) και αίμα που αποδεδειγμένα δεν ανήκει στα δύο θύματα, άρα ανήκε στον δράστη, αφού – σύμφωνα με την ιατροδικαστική εξέταση – δεν μπορούσε να προέλθει από ανάμειξη του αίματος του λοχαγού και της φίλης του… Ούτε το αίμα ούτε τα αποτυπώματα ανήκαν στον Παγκρατίδη!…
● Στη δεύτερη περίπτωση υπάρχει μάρτυρας που είδε τον δολοφόνο! Μια νοσοκόμα πήγε στο σπιτάκι για να κοιμηθεί και είδε τον δράστη, στη μέση του δωματίου, να σκουπίζει τα χέρια του και να ετοιμάζεται να φύγει. «Και τώρα εσύ τι θέλεις εδώ;» της είπε και επιτέθηκε για να τη χτυπήσει με πέτρα. Εκείνη έβαλε τις φωνές και πρόλαβε να χώσει το κεφάλι της κάτω από ένα κρεβάτι αποφεύγοντας τα χτυπήματα! Ένας χωροφύλακας από τη φρουρά του νοσοκομείου έσπευσε στο σπιτάκι, αλλά ο δράστης πρόλαβε κι εξαφανίστηκε. Η νοσοκόμα περιέγραψε από τότε λεπτομερώς
τον δράστη και βέβαια δεν αναγνώρισε τον Παγκρατίδη: δεν ήταν αυτός, κατέθεσε…

Ο Παγκρατίδης, από την πρώτη στιγμή που βρέθηκε στον τακτικό ανακριτή, του είπε ότι είναι αθώος και τον αιφνιδίασε: «Είναι αλήθεια, κ. ανακριτά, ότι υπάρχουν ενέσεις που λες την αλήθεια; Εάν υπάρχουν, σας παρακαλώ να μου κάνετε μία, γιατί μʼ έβαλαν στην Ασφάλεια να πω πράγματα που ούτε γνωρίζω ούτε έκανα!»… (Δεν επικαλέστηκε βασανιστήρια, αλλά κακομεταχείριση, ψυχολογική πίεση, απειλές και υποσχέσεις…). Από εκείνη τη στιγμή και ώς την ώρα που βρέθηκε μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα δεν έπαψε να φωνάζει για την αθωότητά του – «Μανούλα μου, είμαι αθώος» ήταν οι τελευταίες του λέξεις…

H δίκη έγινε το 1966, με ένα δικαστήριο που απαξίωνε τόσο πολύ την υπεράσπιση, που ένας εκ των συνηγόρων του, ο Mενέλαος Σαπουντζής, αφού ήρθε σε αντιδικία με τον πρόεδρο-εφέτη Aνδρέα Aλετρά, τελικά αποχώρησε από τη δίκη. Σημαντικά στοιχεία δεν προσκομίστηκαν ποτέ, όπως ταύτιση αίματος ή οι τρίχες που βρέθηκαν στα χέρια των θυμάτων. Επίσης δεν υπολόγισαν την κατάθεση δύο νοσοκόμων που ήρθαν σε οπτική επαφή με τον δράκο ότι δεν τον αναγνώρισαν
Ο Παγκρατίδης μπορούσε να αποδείξει την αθωότητά του, αλλά δεν τον άφησαν! Στο δικαστήριο υποβλήθηκαν 13 αιτήσεις για διάφορα θέματα (αποτυπώματα, αίμα, συγκεκριμένοι μάρτυρες, πιθανοί δράστες και άλλα…), όμως απορρίφθηκαν όλες, αν και στις 5 από αυτές συμφωνούσε και ο εισαγγελέας… Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να απολογηθεί. Το δικαστήριο ήταν το Πενταμελές Εφετείο, επειδή και στις τρεις περιπτώσεις είχαν αφαιρεθεί χρήματα (ληστεία) από τα θύματα.
Ο Παγκρατίδης, στις 6 πρώτες καταθέσεις του, λέει για τη δολοφονία της ράφτρας του νοσοκομείου ότι βίασε το θύμα – και επί λέξει ότι, αφού την χτύπησε «διά λίθου εις το κρανίον, την έρριψεν χαμαί εκτάδην επί του τάπητος, αφήρεσεν την σκελέαν της και ησέλγησεν επ αυτής κατά φύσιν». Κάποια στιγμή οι αστυνομικοί βλέπουν από τα ʼ έγγραφα του 1959 ότι δεν υπάρχει βιασμός ούτε ίχνος σεξουαλικής πράξης: το θύμα «ετάφη παρθένος»! Τι κάνουμε τώρα; Πολύ απλά στην επόμενη κατάθεσή του ο Παγκρατίδης λέει ότι «της έκανα τη δουλειά στα πόδια»! Όταν οι συνήγοροί του
βλέπουν τη δικογραφία, τον ρωτάνε έκπληκτοι «γιατί;» κι αυτός απαντά: «Διά να μην τη χαλάσω»! Δεν ήθελε «να χαλάσει» την γυναίκα που είχε σκοτώσει…
Στο τέλος της διαδικασίας ο εισαγγελέας της έδρας Μιχ. Σγουρίτσας ζήτησε να κηρυχθεί αναρμόδιο το δικαστήριο, επειδή «κύριος σκοπός ήταν η ανθρωποκτονία και κατά δεύτερο λόγο η ληστεία και η σεξουαλική ικανοποίηση» και να γίνει νέα δίκη από κακουργιοδικείο!
Το δικαστήριο απέρριψε την εισαγγελική πρόταση, δεν δέχτηκε κανένα ελαφρυντικό ούτε έδειξε ότι είχε την παραμικρή αμφιβολία και έκρινε τον Παγκρατίδη ένοχο κατά το κατηγορητήριο για τις τρεις δολοφονίες κ.λπ. πράξεις που «εξετελέσθησαν μετά ιδιαιτέρας σκληρότητος, χαρακτηριζόμεναι ως ιδιαζόντως ειδεχθείς και ο δράστης τούτων ως επικίνδυνος εις την δημοσίαν ασφάλειαν».

● Ο εισαγγελέας, έχοντας πλέον μπροστά του – σύμφωνα με την απόφαση του δικαστηρίου – έναν ειδεχθή εγκληματία (τρεις δολοφονίες, δυο τραυματισμοί, ληστείες, βιασμός…), ζητά «τετράκις ισόβια»!!! Είναι σαν να έχει ακόμη τις επιφυλάξεις που έδειχνε στη διάρκεια της δίκης, σαν να έλεγε: Ας τον βάλουμε για καλά στη φυλακή – ας μην τον στείλουμε στο απόσπασμα, δεν ξέρει κανείς τι μπορεί να προκύψει αργότερα… (Αυθαίρετη η ερμηνεία; Ίσως, αλλά δεν υπάρχει και άλλη που να εξηγεί την εισαγγελική πρόταση…).
● Το δικαστήριο, ύστερα από δεκαπεντάλεπτη διάσκεψη, αποφάνθηκε: «Τετράκις εις θάνατον».
O Aριστείδης Παγκρατίδης έμεινε στις φυλακές του Γεντί Kουλέ, στο Eπταπύργιο, δύο χρόνια. Mέχρι το ξημέρωμα της 6ης Φεβρουαρίου του 1968, που οδηγήθηκε στο παγερό τοπίο του Σέιχ Σου -το όνομα με το οποίο είχε συνδεθεί- κι όπου εκτελέστηκε στις 7:06 π.μ. Oι τελευταίες φράσεις του με τα μάτια δεμένα, λίγο πριν ακουστούν οι ριπές του εκτελεστικού αποσπάσματος, ήταν «μανούλα μου γλυκιά, είμαι αθώος». H οικογένειά του δεν είχε καν ειδοποιηθεί.
Ήταν μια απόφαση που έμελλε να εκτελέσει η χούντα
Eντονες φήμες ήθελαν ως πραγματικό «δράκο» τον νεαρό μανιοκαταθλιπτικό επιστήμονα Aίαντα Σκλαβούνο, του οποίου η οικογενειακή έπαυλη γειτνίαζε με το Σέιχ Σου, αλλά διάφορα στοιχεία κατέρριψαν την ενοχή του. Aλλοι ήθελαν να είναι περισσότεροι από ένας ο δράστης, ένας βιομήχανος με τον οδηγό του, τον οποίο εντέλει φυγάδευσε στην Aμερική ενώ ο ίδιος ζει έκτοτε στην Aθήνα. Eπίσης ακούστηκαν υποψίες για τον γιο γνωστής επιχειρηματικής οικογένειας.
Είκοσι χρόνια μετά.
Ο δημοσιογράφος Κώστας Τσαρούχας στο βιβλίο του «Υπόθεση Παγκρατίδη αθώος ή ένοχος;» το έτος 1989 το λέει καθαρά γνωρίζει τους πραγματικούς δράστες των εγκλημάτων. Αναφέρεται σε έναν βιομήχανο και το συνεργό του .Πηγαίνει μάλιστα να πει τα ονόματά τους στον αδελφό του Παγκρατίδη όπως του υποσχέθηκε αλλά δε τον προλαβαίνει. Μαθαίνει ότι έχει πεθάνει πρόσφατα από εγκεφαλικό επεισόδιο. Στο ίδιο βιβλίο περιλαμβάνεται και μια μαρτυρία καταπέλτης ενός απόστρατου αξιωματικού της Χωροφυλακής.
«…είχαμε εντολή να τον βγάλουμε δράκο, τον λυπόταν η ψυχή μου αλλά η εντολή
ήταν από ψηλά….»

Το πράγμα φώναζε από μακριά ότι οι δολοφόνοι ήταν δυο. Υπήρχε όμως κάτι άλλο που έβγαζε κατευθείαν αθώο τον Παγκρατίδη από το έγκλημα της Μίκρας. Από το σημείο που υπήρχαν τα αίματα όπου έγινε η επίθεση με τη πέτρα, υπήρχε κάποια απόσταση μέχρι το σημείο που βρέθηκε το αυτοκίνητο. Στο αυτοκίνητο σταματημένο όπως ήταν, υπήρχε η δεύτερη ταχύτητα. Η εκδοχή να είχε μεταφέρει τα δύο πτώματα από το αυτοκίνητο στο σημείο που βρέθηκαν, δε στεκόταν. Ο Παγκρατίδης δεν ήξερε να οδηγεί. Ποιος οδήγησε λοιπόν το αυτοκίνητο εκεί που βρέθηκε; Σίγουρα κάποιος που ήταν οδηγός. Και πάντως όχι ο Παγκρατίδης που δεν ήταν.

Ο δράκος ήταν δυο άτομα
Ήταν ένας μεγαλόσχημος επιχειρηματίας, που ζει σήμερα στην Ελλάδα, όχι στη Θεσσαλονίκη, στην Αθήνα, με συνεργάτη του στα εγκλήματα τον οδηγό του. Αυτόν το τελευταίο τον φυγάδευσαν τότε στην Αμερική, όπου ζει και σήμερα. Έκανε κι εκεί κάτι ανάλογες μικροδουλειές». Ο μεγαλόσχημος επιχειρηματίας βιομήχανος ήταν διεστραμμένος άνθρωπος. Νεκρόφιλος. Ο οδηγός του χτυπούσε με τη πέτρα, σκότωνε τα θύματα κι αυτός μετά ασελγούσε πάνω στις γυναίκες. Στη Μίκρα ο οδηγός ήταν αυτός που ζήτησε φωτιά από τον ίλαρχο. Υπάρχουν μαρτυρίες που έχουν θαφτεί……

Αναφερόμενος στη συνέχεια ο αξιωματικός στον έναν δράστη της υπόθεσης του δημοτικού νοσοκομείου με θύμα τη Μελπομένη Πατρικίου λέει ότι η αστυνομία γνώριζε την αλήθεια από τότε…..Ο βιομήχανος έφυγε στο εξωτερικό τότε και άφησε τον οδηγό του να δράσει μόνος του. Πήγε λοιπόν αυτός. Έτσι το άλλοθι για τον ουσιαστικό δράκο ήταν ακλόνητο. Ο μεγαλόσχημος κύριος έβγαινε λάδι. Κι αν θυμάσαι τη λεπτομέρεια εκεί δεν υπήρξε συνουσία. Απόπειρα μόνο. Για να είναι
«δεμένο» και το σενάριο και το άλλοθι….Εδώ ο Παγκρατίδης, όταν τον πήγαμε εκεί, ούτε το χώρο δεν ήξερε και ρωτούσε συνέχεια….»
ΤΡΙΑΝΤΑΠΕΝΤΕ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ
Ο φωτορεπόρτερ Γιάννης Κυριακίδης, ο μόνος που κατάφερε ν’ αποθανατίσει τον Παγκρατίδη στις τελευταίες του ώρες πίσω από τη πλάτη ενός δημοσιογράφου, μιλάει για την εποχή.
«..Εκείνο το καιρό λόγω του ότι τα εγκλήματα γίναν το ένα πίσω από το άλλο, η αγορά είχε νεκρώσει. Όλα τα καταστήματα στο κέντρο της πόλης επί ένα μήνα είχαν μείνει κλειστά και στο δρόμο δε περπατούσε ψυχή. Όπως καταλαβαίνεις είχε δημιουργηθεί οικονομικό θέμα. Οι εντολές είχαν έρθει από άνωθεν και εκείνος ο άτιμος υπομοίραρχος που ήθελε να πάρει κι άλλα γαλόνια κατέστρεψε τον καημένο το Παγκρατίδη. Τον βασάνιζε και τον έβαζε να ομολογήσει με το ζόρι. Μια μέρα
έπιασα τον Αριστείδη κατά την ώρα των αναπαραστάσεων με τους ασφαλίτες και του είπα. Πες μου βρε παιδί μου τι σου συμβαίνει εσύ δείχνεις καταπονημένος: «Μια βδομάδα με ταΐζουν σαρδέλες και μου λεν πως θα μου δώσουν νερό μόνο αν ομολογήσω μου είπε. Μου υποδεικνύουν σε ποια σημεία εχτύπησα και στραγγάλισα.”
Ύστερα ήταν κι εκείνες οι αθεόφοφοβες υπεύθυνες του αναμορφωτηρίου που ψευδομαρτύρησαν και βαλαν και τα παιδάκια να πουν ψέματα….»
«…εδώ μόνο που τον έβλεπες τον Αριστείδη καταλάβαινες ότι δεν είχε τη δύναμη να τα βάλει με κείνον τον ίλαρχο που ήταν δυνατός και εύσωμος σα λιοντάρι. Πως θα μπορούσε να τον σκοτώσει; Εκείνος ήθελε δυο άτομα για να πέσει κάτω κι όχι εύκολα…»
«Θυμάμαι τον παπά που τον εξομολόγησε λίγο πριν την εκτέλεση. Έπεσε στην αγκαλιά μου κι έκλαιγε. Τόσο σίγουρος ήταν για την αθωότητά του Αριστείδη. Κάθε φορά που τον προέτρεπε να εξομολογηθεί εκείνος του απαντούσε κλαίγοντας: Είμαι πούστης, έκλεψα, ζητιάνεψα, όμως δε σκότωσα.»
Για μένα όμως εκεί που βεβαιώθηκα ήταν κατά τη τραγική στιγμή της καταδίκης του. Έχω ακόμα μπροστά μου την εικόνα του. Στο άκουσμα της θανατικής του ποινής, σήκωσε τα χέρια του απελπισμένος και μούγκρισε σαν άγριο θηρίο. Ανατρίχιασα όταν τον άκουσα να φωνάζει με όλες τις φλέβες πεταγμένες στο πρόσωπό του «ΕΙΜΑΙ ΑΘΩΟΣ». Σείστηκε το δικαστήριο. Εκείνη την ώρα, η επαγγελματική μου εμπειρία και η διαίσθησή μου, μ’ έπεισαν ότι αυτός ο άνθρωπος δεν ήταν ο δολοφόνος.

«Είναι όμως και κάτι άλλο. Μετά τα γεγονότα, ήρθε μια μέρα ξαφνικά στο γραφείο μου ο διοικητής της εγκληματολογικής υπηρεσίας.Του πρόσφερα καφέ. Φαινόταν προβληματισμένος και ανήσυχος. Έκτοτε ξανάρθε πολλές φορές. Μου φάνηκε περίεργο. Μια μέρα δεν άντεξε και τον έπιασαν τα κλάματα. Κοντεύω να σκάσω μου είπε. Το χω βάρος στη ψυχή μου. Εγώ έκανα την έρευνα. Οι πέτρες, τα δακτυλικά αποτυπώματα και τα λοιπά στοιχεία, δεν έχουν καμία σχέση με τον Παγκρατίδη.
Του λέω δώσε μου στοιχεία και αναλαμβάνω την ευθύνη εγώ. Μου απάντησε ότι τον απειλούσαν με τη ζωή της κόρης του και δε τολμούσε φοβόταν. Πέθανε πριν πέντε χρόνια και πήρε το μυστικό μαζί του.» Ρώτησα για ποιο λόγο φοβόταν. Υπάρχει περίπτωση ο δράστης ή οι δράστες να ζουν μέχρι σήμερα κι αν ναι για πιο λόγο θα είναι ακόμη επικίνδυνοι;

«Πιθανότατα ναι πρέπει να βρίσκονται στη ζωή κι έχουν σίγουρα μεγάλη οικονομική ή άλλη ισχύ αλλιώς δε θα υπήρχε ακόμη τόσος φόβος. Για μένα ο Αριστείδης Παγκρατίδης καταλήγει ο κύριος Κυριακίδης είναι 1000% αθώος. Θέλω να το ξεκαθαρίσω αυτό για να έχω ήσυχη τη συνείδησή μου. Είμαι 80 ετών και δε θέλω να φύγω όπως τον ταγματάρχη που έμεινε με το βάρος στη ψυχή του παίρνοντας το μυστικό του μαζί του»

Η δικηγόρος Μαρία Πρωτοπαπαδάκη μιλά για το πατέρα της.
Η κόρη του αποθανόντα διοικητή της Εγκληματολογικής Υπηρεσίας Γιάννη Πρωτοπαπαδάκη, λέει σχετικά. Ο πατέρας μου ήταν ένας ευφυής άνθρωπος με μεγάλη εγκυκλοπαιδικη μόρφωση την οποία απέκτησε μόνος του. Αποτέλεσμα της πικρίας του που δε μπόρεσε να ολοκληρώσει τις νομικές του σπουδές σε καιρούς που απαγορευόταν να σπουδάζεις και να δουλεύεις παράλληλα. Το επάγγελμα του χωροφύλακα δε του ταίριαζε ήταν όμως μια εξασφάλιση. Παρ’ όλα αυτά το ερευνητικό του μυαλό βρήκε διέξοδο στο τομέα της αστυνομικής έρευνας. Αντικείμενο που υπηρέτησε πιστά μέχρι το τέλος της επαγγελματικής του θητείας.

Ο πατέρας μου λοιπόν από την αρχή είχε ενστάσεις για τη σύλληψη Παγκρατίδη. Για εκείνον το πιο χονδροειδές στοιχείο ήταν η σωματική διάπλαση των θυμάτων. Ο Παγκρατίδης δε διακρινόαν για τις διαστάσεις του και τα θύματα του στις περισσότερες των περιπτώσεων ήταν μεγαλύτερα απ’ αυτόν. Το διάστημα της σύλληψης του Παγκρατίδη ο πατέρας μου υπηρετούσε ως χαμηλόβαθμο στέλεχος στη Γενική Ασφάλεια Θεσσαλονίκης. Από τα στοιχεία που είχε περισυλλέξει φαινόταν καθαρά ότι ο δράστης ήταν άλλος.
Το υλικό το είχε σε δυο αντίγραφα. Το ένα στο σπίτι του και το άλλο σε μια θυρίδα τραπέζης σε περίπτωση που απειλούνταν η ζωή του. Καιρό αργότερα ο πατέρας μου ισχυρίστηκε ότι τα έγγραφα εκλάπησαν και ότι δε βρισκόταν πια στη κατοχή του. Μας εξομολογήθηκε το καιρό που ζούσε ότι κατά τη περίοδο που βρισκόταν στα πρώτα στάδια της έρευνάς του δέχθηκε ένα εμπιστευτικό τηλεφώνημα από άγνωστο ο οποίος του υποσχόταν αδιάσειστα στοιχεία για την υπόθεση. Ορίστηκε ένα σημείο συνάντησης. Στο ραντεβού φυσικά δε βρήκε κανένα ενώ λίγο αργότερα βρέθηκε αντιμέτωπος μ’ ένα αυτοκίνητο που ερχόταν με τρελή πορεία καταπάνω του.
Καιρό αργότερα όταν γεννηθήκαμε εγώ και η αδερφή μου δέχθηκε και πάλι απειλές για τη ζωή του αλλά και για τη ζωή των παιδιών του. Αυτή τη φορά πιο άμεσα. Για το πατέρα μου τότε ήταν που ο κύκλος έκλεισε. Κουράστηκαν κι αυτός και η μητέρα μου να μας αποκτήσουν και δε θα διακινδύνευαν με τίποτα τη ζωή μας. Παρ’ όλα αυτά όμως αυτό που θυμάμαι από κείνον είναι η διαρκής του αγωνία. Είχε έναν έντονο φόβο. Ποιος; Αυτός ο άνθρωπος που ήταν απόλυτα εξοικειωμένος με το θάνατο.
Πάντα εντυπωσιαζόμουν από το γεγονός ότι έβλεπα το πατέρα μου σοκαρισμένο. Γιατί γενικά φαινόταν άνθρωπος όπου τίποτα δε μπορεί να το ταράξει. Άραγε έπαθε σοκ από τα πρόσωπα ή την εξουσία των ανθρώπων; Ή μήπως και τα δύο μαζί; Όπως και να χει ποτέ δε μας είπε λεπτομέρειες για την υπόθεση από διάθεση να μας προστατέψει. Μόνο το φόβο του καταλαβαίναμε έντονα. Στο τέλος συμφιλιώθηκε με το τρόμο του. Δέχθηκε το γεγονός ότι αναγκάστηκε να συμμετέχει στην απόκρυψη της αλήθειας για την οποία είχε δουλέψει. Πάντα αναρωτιόμουν με ποιόν ή με τι ήρθε αντιμέτωπος κατά τη διάρκεια της έρευνάς του. Φαινόταν απόλυτα στιγματισμένος από αυτή την υπόθεση. Μας είχε ορκίστει κατά το παρελθόν: Μην ανακατευτείτε ούτε εσείς ούτε τα παιδιά των παιδιών σας μ’ αυτή την ιστορία. Ποτέ μου δεν τον είδα ικανοποιημένο από όσα γράφτηκαν κατά καιρούς για το Δράκο του Σειχ Σου. Μου δινε πάντα την εντύπωση ότι τη δική του αλήθεια δε τη βρήκε πουθενά κι ούτε τη διάβασε ποτέ.

ΤΟ ΧΩ ΒΑΡΟΣ ΣΤΗ ΨΥΧΗ ΜΟΥ
Απειλές για τη ζωή της κόρης του δεχόταν και ο ταγματάρχης της Χωροφυλακής Κώστας Αντωνίου τότε διευθυντής της Σήμανσης της Ασφάλειας Θεσσαλονίκης. Πριν πεθάνει εξομολογήθηκε στη κόρη του. « Ο Παγκρατίδης ήταν αθώος. Ο δράκος κατά τη γνώμη μου, ήταν γόνος κάποιας γνωστής πλούσιας οικογένειας που γεννήθηκε σχιζοφρενής. Η οικογένεια το πήγε σε όλο τον κόσμο από Ανατολή σε Δύση. Δε μπόρεσαν όμως να το γιατρέψουν. Ήμαστε πολύ μικροί, κι εγώ και οι συνάδελφοί μου, ώστε να φτάσουμε να τον εξετάσουμε, αυτόν για τον οποίον είχαμε τις υισι χρόνια προκειμένου να αποδείξει την αθωότητα του Παγκρατίδη. Μετά το θάνατό του αυτά τα έγγραφα διατέθηκαν στα αρχεία της Γενικής Ασφάλειας Θεσσαλονίκης.»

ΨΙΘΥΡΟΙ
Στη Θεσσαλονίκη κυκλοφορεί από τότε το όνομα ενός επιχειρηματία. Το βάρος του μυστικού διέρρευσε σα μια θηλιά για το λαιμό που ο ένας τη χαρίζει στον άλλο. Όλοι ανεπίσημα αναφέρονται σ’ αυτόν μετά βεβαιότητας. Η υπόθεση όμως πλέον έχει κλείσει. Κανείς δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ να την αναβιώσει. Η δικαίωση υπήρξε μόνο το τρελό όνειρο του μελλοθάνατου Παγκρατίδη. Ποιόν θα εξυπηρετούσε άλλωστε;

Τόσα χρόνια η ειδησεογραφία τρέφεται από το μύθο του. Το θέμα έρχεται και επανέρχεται σα φιλμ νουαρ με πιστούς συνεφίλ. Ο Παγκρατίδης δράκος ο Παγκρατίδης θύμα. Το δίπολο που εξυπηρετεί όλους. Όταν ή έμπνευση λείπει ο Παγκρατίδης μπορεί να γεμίσει αβίαστα δισέλιδα αφήνοντας ένα κινηματογραφικό ερωτηματικό να αιωρείται πάνω από τους συνεπαρμένους αναγνώστες. Ο κόσμος τότε ηδονιζόταν με το άγχος του φόβου του και βρήκε ένα εξιλαστήριο θύμα. Σήμερα τρέφεται από το μυστήριο της υπόθεσης και συντηρεί την αδικία.