Αφιέρωμα στην κρητική μουσική

Μόνο για σένα τραγουδώ για σένα αναπνέω και σα βρεθώ στην κλίνη μου ξυπνώ και σε γυρεύω..
Κρητική Μαντινάδα.

 

 

Από την αρχαιότητα η καλλιέργεια της μουσικής στην Κρήτη είχε ξεχωριστή θέση. Από τις αρχαιολογικές ανασκαφές (Κνωσού, Φαιστού κ.ά.) και τα αρχαία κείμενα παίρνουμε πολύτιμες πληροφορίες. Αναπαραστάσεις (γλυπτών, κεραμικών, ζωγραφικής) απεικονίζουν μουσικούς και χορευτές που παραπέμπουν στη σημερινή εποχή, που ο λυράρης παίζει στη μέση και οι χορευτές χορεύουν γύρω του κυκλικά. Στο αρχαιολογικό μουσείο Ηρακλείου σώζεται αυλός με δακτυλίους που μετακινούμενοι καλύπτουν τις οπές για να αποδοθούν οι νότες. Από αποσπάσματα αρχαίου δράματος μαθαίνουμε ότι «ο Μίνως διέταξε να ταφούν μαζί με τον γιό του Γλαύκο και οι αυλοί του, που αυτός τους αγαπούσε όσο ζούσε». Αλλού εικονίζονται αυλοί, δύαυλοι, βούκινα, σάλπιγγες. Η αρχαία κιθάρα δεν ήταν αγαπητή στην Κρήτη, αλλά παιζόταν η αρχαία λύρα, όπως φαίνεται από αναπαραστάσεις σε γραφές, τοιχογραφίες, σφραγίδες κ.ά.

Τα αρχέγονα όργανα της Κρήτης είναι τα πνευστά: το απλό ποιμενικό θιαμπόλι, είδος φλογέρας, η μαντούρα, είδος κλαρινέτου, και η ασκομαντούρα ή ασκομπαντούρα, κρητική παραλλαγή του άσκαυλου. Στην ανατολική Κρήτη μέχρι και το 1960 συνυπήρχε η ασκομαντούρα και το φιαμπόλι με το νταουλάκι ή τουμπάκι. Το βιολί με τη μορφή της βιολόλυρας που ξέρουμε σήμερα εμφανίζεται τον 13o αιώνα χωρις όμως να εντάσσεται πλήρως, μάλλον συμπληρωματικά και παραπληρωματικά. Με την πάροδο των χρόνων, το βιολί, που το συναντάμε και με την ονομασία «βιόλα» και «λύρα» -αφου για αρκετούς αιώνες οι έννοιες αυτες στη δύση ήταν σχεδον ταυτόσημες (lira da gamba, viola da braccio κλπ)- και το λαούτο, που και αυτο ήρθε απο τη δύση σαν εξέλιξη του αράβικου (la-)ud, εντάσσονται γύρω στον 17ο αιώνα στη μουσική της Κρήτης.

 

Το έπος του Ερωτόκριτου, γραμμένο μεταξύ 1600-50 απο ένα Βενετσιάνικης καταγωγής ευγενή, σε άπταιστη κρητική διάλεκτο, αναφέρει το λαούτο πολλές φορες. Το βιολί όπως το ξέρουμε σήμερα, διαμορφώθηκε στην Ευρώπη περίπου την ίδια εποχή και ξέρουμε απο Κισαμίτες ότι ήρθαν 3 βιολιά του Γκουαρνέρι στην Κίσαμο το 1700. Παράλληλα όμως το ενέταξαν στις λαϊκές μουσικές τους όλοι οι λαοί της περιοχής μας αλλα και σε όλη την Ελλάδα, ιδίως στα νησιά.

Η λύρα με τη μορφή του λυρακιού ήρθε απο τη Μικρα Ασία και την Πόλη, αφου ήδη επικρατούσε επι αιώνες εκει σαν εξέλιξη του αράβικου ρεμπέκ, ενταγμένο στην παράδοση μας μέχρι τη Θράκη και τη δυτική Μακεδονία αλλα και σε πολλά νησια (Ρόδο, Λήμνο, Καρπαθο, Κάσο κλπ). Οι πιο πολλοί μουσικοί μετα το 1700 φαίνεται να ξεκινούν με λύρα, τις πιο πολλές φορές απο το φυτο αθάνατο και όχι ξύλινη και στην πορεία μάθαιναν βιολί που θεωρείτο πιο δύσκολο όργανο. Ακόμα και ο περίφημος Χάρχαλης ξεκίνησε με λύρα ! Βέβαια οι σκοποί που μπορούσε κάποιος να παίξει στη λύρα τότε ήταν λιγοστοί, αφου δεν υπήρχε ακόμα η τεχνική για πιο «προχωρημένα» παιξίματα. Το βιολί στο Ν. Λασιθίου είχε μερικές φορές σαν μουσικό συνοδό την κιθάρα.
Οι παλιοί λυράρηδες συνόδευαν τη μελωδία της λύρας με τον ρυθμικό ήχο των γερακοκούδουνων, μικρών σφαιρικών κουδουνιών που τα στερέωναν κατά μήκος του δοξαριού της λύρας. Η ονομασία γερακοκούδουνα προέρχεται από τα βυζαντινά χρόνια. Είναι τα κουδούνια που κρεμούσαν οι κυνηγοί στο λαιμό των εξημερωμένων γερακιών που χρησιμοποιούνταν σαν κυνηγετικά πουλιά, όπως τώρα χρησιμοποιούνται οι κυνηγετικοί σκύλοι. Το μαντολίνο είναι ένα σχετικό καινούριο όργανο. Απο τα τέλη τους 19ου αιώνα έως και τη γερμανική κατοχή υπήρξε πολυ διαδεδομένο σε ολόκληρη την Κρήτη. Παίζανε μάλιστα και πολλές κοπελλιές στα σπίτια, στις παρέες και σε μικρά γλέντια. Σήμερα παραμένει διαδεδομένο σε πολλές περιοχές του Ν. Ρεθύμνου μελωδικό μουσικό όργανο με τις μορφές μάλιστα Κρητικό -πλακέ- μαντολίνο και μαντόλα.

Οι γρήγοροι χοροί της Κρήτης Πεντοζάλης, Σούστα, Καστρινός ή Μαλεβιζιώτης, οι Πηδηχτοί, έχουν μουσική υπόκρουση με προέλευση από τους αρχαίους πυρρίχιους χορούς, που αποτελούσαν πολεμικά γυμνάσια και ανάμνηση του χορού των Κουρητών και Ιδαίων Δακτύλων οι οποίοι ρυθμικά κτυπούσαν τα πόδια τους στο έδαφος και ταυτόχρονα τις ασπίδες με τα δόρατα και τα ξίφη τους ώστε να καλύψουν το κλάμα του νεογέννητου Δία για να μην το ακούσει ο Κρόνος που ήθελε να τον εξοντώσει.

 

Οι πυρρίχιοι της Κρήτης έχουν άμεση σχέση με του πυρρίχιους χορούς του Πόντου, αφού η Μίλητος, η αποικία από την οποία ξεκίνησε ο αποικισμός του Εύξεινου Πόντου ήταν αποικία της Κρητικής πόλης Μιλάτου. Και βέβαια πολλοί Βορειοελλαδίτες – Πόντιοι εγκαταστάθηκαν στην Κρήτη με το στρατό του Νικηφόρου Φωκά και με τα 12 Βυζαντινά Αρχοντόπουλα. Το Κρητικό Ριζίτικο λέει: αετός κρατά στα νύχια του παλληκαριού κεφάλι ενώ το Ποντιακό λέει παλληκαριού βραχιόνα …, το Κρητικό τραγούδι αναφέρεται «κάτω στη Δάφνη ποταμό» ενώ το Ποντιακό «έλα Δάφνη ποταμέ»… και αν παίξει κάποιος σε αργότερο tempo Ποντιακές μελωδίες κότσαρι ή πυρρίχιου θα ανακαλύψει γρήγορο πεντοζάλη ή καστρινό πηδηχτό … και αντίστροφα..

Η λύρα κυριαρχεί όμως, ιδίως στα τελευταία 50 χρόνια, στην Κρητική μουσική παράδοση. Σε αυτο βοήθησε ο Σίμωνας Καρράς και η συμπαιγνία του στην κρατική ραδιοφωνία που εξοβέλισε με πάθος το βιολί για λόγους που δεν έχουμε μάθει έκτοτε…

 

Ενδεχομένως η «κοντρα» του με το Ναύτη σε επαφή που είχαν όταν ο Ναύτης ήταν στην ΑΘήνα ή οι εκπομπές στον ραδιοφωνικό σταθμό Χανίων όταν ο σταθμός εγκαταστάθηκε στη Σούδα, γύρω στο 1955, που ενδεχόμενα μεροληπτούσαν υπερ του βιολιού. Μέχρι το 1955 πάντως ιστορικά ποτέ δεν υπήρξε πρόβλημα με τη συνύπαρξη των δύο οργάνων στην Κρήτη. Υπάρχουν το λυράκι, η λύρα, η βροντόλυρα, η βιολόλυρα, 4 είδη λύρας.

Οι καλύτερες λύρες θεωρούνται οι λύρες κατασκευής του αείμνηστου Μανόλη Σταγάκη που τυποποίησε τη σύγχρονη λύρα και έδωσε σ’ αυτή τον σημερινό αναντικατάστατο ήχο της, κατασκευάζοντας το καπάκι της από κατράνι δηλαδή από παλιό -300,400 ετών- στεγνό ξύλο κέδρου Λιβάνου από μεσοδόκια παλιών σπιτιών, σκάφος από μουρνιά, καρυδιά, ασφένταμο κ.ά. και βερνικώνοντάς την με βερνίκι που η σύνθεσή του αποτελεί μυστικό.

 

Η σύγχρονη λύρα δεν έχει ξύλινα στριφτάλια αλλά κλειδιά μεταλλικά και τρεις (ή 4 η βιολόλυρα) μεταλλικές χορδές ειδικές για λύρα Κρήτης (lira di Creta) που κατασκευάζονται ειδικά για λύρα στη Βενετία και αλλού.
Το κούρντισμα της κρητικής λύρας είναι κατά πέμπτες καθαρές και οι χορδές κουρδίζονται περίπου στις Νότες LA (η ψιλή ή καντίνι), RE η μεσαία και SOL η μπάσα, αλλά βέβαια το μουσικό αυτί των λυράρηδων και λαουτιέρηδων δεν κουρδτίζει απόλυτα στα Hz του διαπασών αλλά συγχρονίζεται με την κρητική μουσική κλίμακα, η οποία, όπως και η βυζαντινή, βασίζεται στους «μουσικούς δρόμους» (ήχους). Η λύρα στη σύχρονη κρητική ορχήστρα συνοδεύεται από το λαούτο και τελευταία, από δυό λαούτα εκ των οποίων συνήθως το ένα παίζει πρίμα τη μουσική και το άλλο παίζει «πάσο» δηλ. ακομπανιάρει σε συγχορδίες (μινόρε – μαντζόρε ή απλές) παίζοντας και το ρόλο του κρουστού οργάνου.
Οι πρώτοι επώνυμοι λαϊκοί μουσικοί που γνωρίζουμε σήμερα είναι ο Θοδωρομανώλης (λυράρης απο το Σέλινο, Χανίων) και ο Στέφανος Τριανταφυλλάκης ή Κιόρος (βιολάτορας απο τις Λουσακιές, Κισάμου), οι οποίοι έζησαν τον 18ο αιώνα έως τις αρχες του 19ου. Ο Κιόρος σύμφωνα με την προφορική παράδοση, συνέθεσε τον πρώτο συρτό, τον πεντοζάλη και 3 ακόμα συρτους.

 

Σε αυτον οφείλονται οι μουσικές φράσεις που ήρθαν να δημιουργήσουν μαζι με τους ανώνυμους «χορογράφους», τους δύο νέους αυτους χορούς το 1750 το (Χανιώτικο )συρτό στα Πατεριανά Κισάμου και το 1770 τον πεντοζάλη στα Σφακιά αντίστοιχα. Ο πεντοζάλης μάλιστα ήταν πολεμικός χορός, παραγγελία του Δασκαλογιάννη, για το ξεκίνημα της επανάστασης εναντίον των Τουρκών, 100 μόλις χρόνια μετα την «εγκατάσταση» τους στην Κρήτη και 20 χρόνια πριν την Γαλλική Επανάσταση !!

 

Στον 19ο αιώνα γνωρίζουμε τους μουσικούς : Κιόρο 2ο και 3ο, Βουρογιάννη, Μπαλαμπό, Καναρίνη, Μανιατογιάννη, Κοτσυφό, Φρουδάκη, Μαθιουδάκη, Αγκανά, Σταφιδάκη κ.α. στα Χανιά, Πίσκοπο, Νικήτρατο κ.α. στο Ρέθυμνο, Βέκιο, Όρμπο, Νίκο Αλεξίου ή Μαλεβιζιώτη, Βούρτση κ.α. στο Ηράκλειο και Σαλής, Φοραδάρης, Καλοχωριανός, Ανατολιωτάκης στο Λασήθι. Απο την περίοδο της ημιανεξαρτησίας (1870) και μετά, οι συνθήκες αλλάζουν και όλοι και περισσότεροι οργανοπαίκτες γίνονται γνωστοι και κάποιοι απο αυτους ως ένα βαθμο επαγγελματίες. Στα Χανια οι : Ν.Λαϊνάκης, Φελεσογιάννης, Καραγκιουλές, Κουφιανός, Ανδρ.Κουτσουρέλης, Κουνελοκωστής, Μαριαναντρέας, Φαντομανώλης, Γ.Κεραμειανάκης, Χάρχαλης, Χαρίλαος Πιπεράκης, Γιώργος Καντέρης, Καντεροσταυρούλης, Κοπανίδης, Γ.Τσουρλάκης, Γ.Πολυχρονάκης στο Ρέθυμνο : Μ.Σιγλέτος, Μύρος Κοντογιάνης, Ψύλλος, Βλαδίμηρος Πλουμιστάκης, Κανακάκης, στο Ηράκλειο οι : Κολομπότσης, Φουστάνης, Προβατίνης, Κοντόχας κ.α. στο Λασήθι οι : Κιρλίμπας, Ρεμπελάκης, Καλογερίδης κ.α.

Δημιουργοί της σύγρονης μουσικής Κρητικής παράδοσης στη λύρα θεωρούνται οι Αντώνης Καρεκλάς, Χαρίλαος, Πλακιανός, Αλέκος Καραβίτης, Μανόλης Λαγός, Ανδρέας Ροδινός, Γιώργης Καλογρίδης κ.ά. ενώ οι δύο μεγάλοι συνεχιστές στους οποίους στηρίχτηκε και στηρίζεται η σύγχρονη Κρητική μουσική παράδοση, μετά το 1950, είναι αναμφισβήτητα ο δεξιοτέχνης Κώστας Μουντάκης και ο μεγάλος δάσκαλος της λύρας Θανάσης Σκορδαλός με συνεχιστές στη λύρα τους Λεωνίδα Κλάδο, Σπύρο Σηφογιωργάκη, Γιώργο Μουζουράκη, Γιώργο Κατσαμά, Μανώλη Καρπουζάκη, Νίκο Ξυλούρη, Μιχάλη Τσαγκαράκη, Αστρινό Ζαχαριουδάκη, Κώστα Βερδινάκη, Κοκολογιάννη, Νίκο Σκευάκη, Μανόλη Μανουρά, Χαράλαμπο Γαργανουράκη, Βασίλη Σκουλά, Αλέκο Πολυχρονάκη, Σήφη Παναγιωτάκη, Μανόλη Αλεξάκη, Νικηφόρο Αεράκη, Νίκο Γωνιανάκη, Δημήτρη Πασπαράκη, Νίκο Κολιακουδάκη (Χανιά), Βαγγέλη Πυθαρούλη, Νίκο Ζωϊδάκη, Μαντουράρη, τους παραδοσιακούς και άξιους συνεχιστές του Σκορδαλού και του Μουντάκη, δεξιοτέχνες και σεμνούς λυράρηδες και τραγουδιστές: Στέφανο Μεσσαριτάκη, Κώστα Κακουδάκη, Νεκτάριο Σαμόλη, το Ζαχαρία Σπυριδάκη κ.ά.