Βασίλειος Β’ ο Βουλγαροκτόνος: Ένας σπουδαίος Βυζαντινός αυτοκράτορας

Έμεινε στο θρόνο του Βυζαντίου περισσότερο από κάθε άλλον (976-1025) – Οι εμφύλιοι πόλεμοι στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του – Οι μάχες του στα άλλα μέτωπα

Ένας από τους σημαντικότερους αυτοκράτορες του Βυζαντίου είναι αναμφίβολα ο Βασίλειος Β’ ο Βουλγαροκτόνος. Κάτι που ίσως δεν έχουν παρατηρήσει πολλοί, παρότι γνωρίζουμε ακριβώς το διάστημα της βασιλείας καθενός αυτοκράτορα, είναι ότι ο Βασίλειος Β’ έμεινε στο θρόνο του Βυζαντίου περισσότερα χρόνια από κάθε άλλον αυτοκράτορα. Από το 976 ως το 1025. 49 ολόκληρα χρόνια…

Τα χρόνια πριν την ενηλικίωση – Οι πρώτες του δυσκολίες ως αυτοκράτορα

Ο Βασίλειος Β’ γεννήθηκε το 958. Ήταν γιος του αυτοκράτορα Ρωμανού Δ’ Λακαπηνού και της Θεοφανώς, που ήταν διαβόητη για τα σκάνδαλα και τις μηχανορραφίες της. Είναι γνωστό ότι, μετά το θάνατο του Ρωμανού, παντρεύτηκε το Νικηφόρο Φωκά και στη συνέχεια τον δολοφόνο του Φωκά, Ιωάννη Α’ Τσιμισκή. Αυτό επηρέασε σε μαγάλο βαθμό τον χαρακτήρα του Βασιλείου, που έμεινε άγαμος και δεν άφησε απογόνους.

Ήταν σχετικά κοντός, γεροδεμένος, με γαλάζια μάτια και προτιμούσε να ντύνεται απλά, παρά με τα αυτοκρατορικά ρούχα. Δεν αγαπούσε τα ποτά και το πολύ φαγητό και ήταν εγκρατής στις σχέσεις του με τις γυναίκες. Βαθιά θρήσκος, έγινε σε ηλικία 18 ετών (976) συναυτοκράτορας του Βυζαντίου, μαζί με τον μικρότερο αδελφό του, δεκαεξάχρονο τότε, Κωνσταντίνο, μετέπειτα αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Η’ (1025 – 1028).

Την αυτοκρατορία διοικούσε όμως, ουσιαστικά, ο πανίσχυρος αρχιθαλαμηπόλος του Τσιμισκή, ευνούχος Βασίλειος, γνωστός και ως Βασίλειος ο Νόθος ή «Πετεινός», που έφερε τα αξιώματα του «προέδρου» και του «παρακοιμώμενου».
Με την άνοδο στο θρόνο του Βασιλείου Β’, ξέσπασε ο πρώτος εμφύλιος πόλεμος. Το καλοκαίρι του 976, ο στρατηγός Βάρδας Σκληρός επαναστάτησε, έγινε κύριος της Μικράς Ασίας και, αφού ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας από τους στρατιώτες του, κινήθηκε εναντίον της Κωνσταντινούπολης. Ο Βασίλειος Β’ στράφηκε τότε προς τον ικανό στρατηγό Βάρδα Φωκά, ο οποίος είχε εγκλειστεί σ’ ένα μοναστήρι της Χίου μετά την αποτυχημένη απόπειρά του να εκθρονίσει τον Τσιμισκή.

Ο Φωκάς, πραγματικά σαν να μην είχε περάσει ούτε μία μέρα μακριά από τον στρατό, επέστρεψε μάχιμος και αναδιοργάνωσε στην Καισάρεια τα βυζαντινά στρατεύματα. Ωστόσο ο εμφύλιος, παρά τη βοήθεια που δέχτηκε ο Βασίλειος Β’ και από τον ηγεμόνα της Ιβηρίας Δαβίδ, είχε τριετή διάρκεια. Το τέλος του ήταν εντυπωσιακό. Ο Φωκάς, εξαιρετικός πολεμιστής («οποιοσδήποτε δεχόταν χτύπημα απ’ αυτόν ήταν ήδη νεκρός», γράφει χαρακτηριστικά χρονικογράφος της εποχής ), κάλεσε σε προσωπική μονομαχία τον Σκληρό, ο οποίος, υποχρεωτικά, δέχτηκε.

Στη μονομαχία που έγινε μπροστά στα μάτια χιλιάδων στρατιωτών κοντά στον ποταμό Άλη, ο Φωκάς ήταν νικητής, καθώς τραυμάτισε σοβαρά τον Σκληρό, ο οποίος
επέζησε και αυτομόλησε στους Άραβες. Δεν έπαψε όμως να συνωμοτεί σε βάρος του Βασιλείου Β’ και να ονειρεύεται ότι μια μέρα θα γίνει αυτοκράτορας.

Ο Βασίλειος Β’ άρχισε να εδραιώνεται σιγά σιγά στον θρόνο, καθώς ο αδελφός του Κωνσταντίνος, έχοντας αδυναμία στις γυναίκες, το κυνήγι, τις αθλοπαιδιές και την τρυφηλή ζωή, δεν ασχολήθηκε ποτέ σοβαρά με τις κρατικές υποθέσεις και τα στρατιωτικά ζητήματα.
Ο πρώτος σοβαρός εξωτερικός εχθρός που έπρεπε να αντιμετωπίσει ο Βασίλειος Β’ ήταν οι Βούλγαροι. Ενώ με τις νίκες του Τσιμισκή εναντίον των Βουλγάρων και των Ρως διαλύθηκε το βουλγαρικό κράτος και καταργήθηκε το ανεξάρτητο βουλγαρικό πατριαρχείο, ένα νέο κίνημα, η «επανάσταση των Κομητόπουλων», που ξεκίνησε αρχικά στη ΒΔ Μακεδονία, δημιούρτγησε πολλά προβλήματα στο Βυζάντιο.

Οι Κομητόπουλοι ήταν 4 γιοι του κόμη της περιοχής, Νικολάου (από τη λέξη κόμης προήλθε το Κομητόπουλος). Ο Δαβίδ σκοτώθηκε από Βλάχους νομάδες μεταξύ Καστοριάς και Πρεσπών, ο Μωυσής έχασε τη ζωή του στην πολιορκία των Σερρών, ενώ ο Ααρών θανατώθηκε μαζί με ην οικογένειά του από τον αδελφό του Σαμουήλ, ως φίλος, δήθεν, των Βυζαντινών. Έτσι ο φιλοπόλεμος Σαμουήλ έμεινε μόνος ηγέτης του κινήματος, το οποίο στόχευε στην ανασυγκρότηση του παλιού ανεξάρτητου βουλγαρικού κράτους.
Η δράση των Βούλγαρων ξεκίνησε με επιδρομές στον ελλαδικό, και όχι μόνο, χώρο. Η Λάρισα πολιορκήθηκε για τρία χρόνια, οι κάτοικοί της υποχρεώθηκαν να καταφύγουν στον κανιβαλισμό και τελικά οι Βούλγαροι την κατέλαβαν το 986. Όσοι από τους Λαρισαίους επέζησαν, οδηγήθηκαν στην περιοχή των Πρεσπών, όπου και εγκαταστάθηκαν. Υποχρεώθηκαν να καταταγούν στον βουλγαρικό στρατό.

Ο Σαμουήλ μετέφερε και το λείψανο του προστάτη της πόλης, Άγιου Αχίλλειου (επισκόπου που είχε πάρει μέρος στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας το 325) στις Πρέσπες, όπου ήταν τα ανάκτορά του και έχτισε μεγαλοπρεπή ναό στο όνομά του.
Ο Βασίλειος Β’, ήδη από το 985, είχε απαλλαγεί από τον Βασίλειο τον «Πετεινό», δημεύοντας την περιουσία του και στέλνοντάς τον στην εξορία, όπου και πέθανε.

Μετά τα όσα έγιναν από τους Βούλγαρους στη Λάρισα, ο βυζαντινός αυτοκράτορας αποφάσισε να ηγηθεί ο ίδιος εκστρατείας εναντίον τους και να χτυπήσει τη Σαρδική (σημ. Σόφια). Ενώ βρισκόταν πολύ κοντά στην πόλη, αποφάσισε να περιμένει την οπισθοφυλακή του υπό τον μάγιστρο Λέοντα Μελισσηνό, για να εξαπολύσει την τελική επίθεση. Αυτό όμως ήταν μοιραίο λάθος, γιατί ο Σαμουήλ βρήκε τον χρόνο να σπεύσει και να πάρει θέσεις στα βουνά γύρω από τη λεγόμενη «πύλη του Τραϊανού», όπου είχε στρατοπεδεύσει ο Βασίλειος Β’. Για τρεις εβδομάδες οι Βυζαντινοί υπέφεραν μέσα στον καύσωνα, αποκρούοντας επιδρομές των εχθρών. Καθώς όμως τα εφόδιά τους είχαν αρχίσει να εξαντλούνται, ο αυτοκράτορας στις 17 Αυγούστου διέταξε υποχώρηση μέσω της Πύλης του Τραϊανού. Τα βυζαντινά στρατεύματα όμως έπεσαν σε μια καλοστημένη βουλγαρική ενέδρα και έπαθαν πανωλεθρία. Ο Βασίλειος Β’, με ελάχιστους άνδρες, επέστρεψαν στην Κωνσταντινούπολη ταπεινωμένοι.

Η ήττα αυτή είχε σαν αποτέλεσμα ο Βάρδας Σκληρός, που όπως είδαμε είχε καταφύγει στους Άραβες, να πείσει τον Αβασίδη Χαλίφη αλ-Τααγία να του δώσει χρήματα και άνδρες για να κινηθεί κατά της Κωνσταντινούπολης. Ο Σκληρός πίστευε ότι είχε έρθει η ώρα να ανέβει στον θρόνο. Μάλιστα βρήκε και κάποια υποστήριξη από γαιοκτήμονες της Μικράς Ασίας που θεωρούσαν τον Βασίλειο Β’ υπέυθυνο για την καταστροφή στη
Βουλγαρία. Την ίδια όμως σκέψη με τον Βάρδα Σκληρό είχε κάνει και ο Βάρδας Φωκάς. Τελικά, οι δύο άνδρες συμφώνησαν να ενώσουν τις δυνάμεις τους εναντίον του Βασιλείου Β’. Μάλιστα, μοίρασαν -προκαταβολικά βέβαια- την αυτοκρατορία μεταξύ τους. Ωστόσο ο Φωκάς παγίδεψε τον Σκληρό, τον αιχμαλώτισε και τον φυλάκισε στο φρούριο Αντιγούν (ή Τυροποιόν) τον Σεπτέμβριο του 987. Ο Βασίλειος Β’ θορυβήθηκε και αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια από τον ηγεμόνα του Κιέβου Βλαδίμηρο.

Αυτός συμφώνησε να στείλει στον Βασίλειο Β’ 6.000 βόρειους Βάραγγους για να τον βοηθήσουν, ζήτησε όμως ως αντάλλαγμα, για σύζυγο, την αδελφή του αυτοκράτορα, Άννα. Ο Βλαδίμηρος ήταν ανάλγητος ηγεμόνας, ειδωλολάτρης και μεγάλος γυναικάς. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι είχε 4 συζύγους και αμέτρητες ερωμένες!

Ο Βασίλειος Β’ αμφιταλαντεύτηκε, ωστόσο ο Βλαδίμηρος υποσχέθηκε ότι θα είναι πιστός σύζυγος και θα βαπτιστεί χριστιανός, ο ίδιος και ο λαός του. Έτσι, η συμφωνία «έκλεισε».
Μετά από έναν παγερό χειμώνα, στη διάρκεια του οποίου το αυτοκρατορικό ναυτικό κρατούσε μακριά από την Πόλη τους άνδρες του Φωκά, κατέφθασαν οι Βάραγγοι. Αιφνιδίασαν τους στασιαστές, εκτέλεσαν τους ανώτερους αξιωματικούς του Φωκά και συνέλαβαν πολλούς από τους άνδρες του. Ωστόσο ο Φωκάς, μέ όσους είχαν απομείνει, σχεδίαζαν να αποκλείσουν τον Ελλήσποντο από την Άβυδο. Εκεί, ο Βασίλειος στις 13 Απριλίου 989, οδηγώντας ο ίδιος τους Βάραγγους, επιτέθηκε εναντίον των δυνάμεων των στασιαστών. Ο Φωκάς σκέφτηκε να κάνει κάτι παρόμοιο με αυτό που είχε κάνει πριν 13 χρόνια με τον Βάρδα Σκληρό.

Στην ανάπαυλα της μάχης, νικήθηκε έφιππος εναντίον του Βασιλείου Β’, κραδαίνοντας το ξίφος του. Ο αυτοκράτορας τον περίμενε ήρεμος, κρατώντας το δικό του ξίφος στο δεξί χέρι και μια εικόνα της Παναγίας στο αριστερό.
Λίγο πριν φτάσει στον Βασίλειο Β’, ο Φωκάς ταλαντεύτηκε και τελικά σωριάστηκε στο έδαφος πέφτοντας από το άλογό του. Έπεσε νεκρός πιθανότατα μετά από οξύ εγκεφαλικό επεισόδιο.
Η εικόνα της Παναγίας που κρατούσε ο Βασίλειος Β’ στο αριστερό του χέρι κατά τη μονομαχία, γνωστή ως Νικοποιεία ή Δημιουργός της Νίκης, βρίσκεται σήμερα πιθανότατα στη βασιλική του Αγίου Μάρκου της Βενετίας.

Μετά την εξόντωση του Φωκά, ο Βασίλειος Β’ συναντήθηκε με τον Βάρδα Σκληρό, ο οποίος ήταν πλέον γέρος και τυφλός στη Βιθυνία. Κατάλαβε ότι δεν είχε τίποτα να φοβάται από αυτόν και του παρέθεσε ένα «δείπνο συγχώρησης». Ο Σκληρός έδωσε πολύτιμες συμβουλές στον Βασίλειο Β’, ο οποίος τις πήρε πολύ σοβαρά υπόψη του.
Εν τω μεταξύ ο Βλαδίμηρος, καθώς η Άννα έμενε ακόμα στην Κωνσταντινούπολη, κατέλαβε την Χερσώνα της Κριμαίας, θέλοντας να πιέσει τα πράγματα. Η εμφάνιση ενός κομήτη, σημαδιακό γεγγονός για τους βυζαντινούς κι ένας φοβερός σεισμός, εξαιτίας του οποίου κατέρρευσε ο δυτικός τρούλος της Αγίας Σοφίας, προκάλεσαν πανικό στους κατοίκους της Πόλης.

Για τον σεισμό αυτό να σημειώσουμε ότι αναφέρεται από τους βυζαντινούς χρονογράφους (Λέων ο Διάκονος, Γλυκάς και Γ. Κεδρηνός) αλλά κι από τον Άραβα συγγραφέα Ελ Μακίν. Οι πρώτοι τον χρονολογούν μεταξύ 975 (Λέων ο Διάκονος) και 986 (οι υπόλοιποι). Φαίνεται όμως ότι δίκιο έχει ο Ελ Μακίν, που τον χρονολογεί το 989. Είχε μέγεθος 7,5 βαθμούς της κλίμακας Ρίχτερ και μέγιστη ένταση ΙΧ (9) βαθμούς της κλίμακας Μερκάλι στην Κωνσταντινούπολη. Οι ζημιές που προκάλεσε ήταν τεράστιες, ενώ έγινε αισθητός σε ολόκληρη την Ελλάδα, ακόμα και στη Ν. Ιταλία.

Τώρα, ίσως αναρωτηθούν πολλοί πού βρήκαμε όλα αυτά τα στοιχεία. Τα εξαιρετικά βιβλία «Οι σεισμοί της Ελλάδας» (Βασίλης Παπαζάχος – Κατερίνα Παπαζάχου) και «Χρονικό των Σεισμών της Ελλάδος» (Παναγιώτης Σπυρόπουλος), περιγράφουν με πολλές λεπτομέρειες όλους τους σεισμούς στον ελλαδικό χώρο από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Και στα δύο, ο σεισμός αυτός τοποθετείται (πιθανότατα) το 986, όμως, αν συμπίπτει με την κατάληψη της Χερσώνας, έγινε το 989. Μάλιστα ήταν βράδυ της 26ης Οκτωβρίου.

Παρεμπιπτόντως, ο τρούλος της Αγίας Σοφίας επιδιορθώθηκε μετά από εργασίες 6 ετών. Τελικά, η Άννα έφυγε για το Κίεβο. Ο Βλαδίμηρος τήρησε τον λόγο του και βαφτίστηκε χριστιανός στον Δνείπερο, βάζοντας έτσι τις βάσεις για τον εκχριστιανισμό των Ρώσων. Εγκαταλείποντας τις παλιές συνήθειες, έγινε ένας πιστός και αφοσιωμένος σύζυγος.

Ο βυζαντινός στρατός είχε φτάσει πλέον στο ζενίθ της αποτελεσματικότητάς του. Οργανωμένος άριστα και με αυστηρή πειθαρχία, κατέστειλε αρχικά μια εξέγερση στην Αρμενία και το 995 κινήθηκε προς το Χαλέπι της Συρίας, το οποίο πολιορκούσαν δυνάμεις του χαλίφη αλ-Αζίζ της φατιμιδικής δυναστείας, με επικεφαλής τον στρατηγό Μαντζουτεκίν, ο οποίος το 994 είχε νικήσει στον Ορόντη βυζαντινές δυνάμειες υπό τον στρατηγό Μιχαήλ Βούρτζη. Στη θέα της εμπροσθοφυλακής των βυζαντινών (17.000 άνδρες), ο Μαντζουτεκίν έλυσε την πολιορκία και υποχώρησε. Ο Βασίλειος Β’ τιμώρησε τον στρατηγό του που ηττήθηκε στον Ορόντη!
Την επόμενη χρονιά (996), ο Βασίλειος Β’ επέβαλε στους πλούσιους τον λεγόμενο «φόρο του αλληλέγγυου», υποχρεώνοντάς τους να πληρώνουν τους φόρους των φτωχών γειτόνων τους. Οι πλούσιοι γαιοκτήμονες έχασαν σχεδόν όλη την περιουσία τους, ενώ οι φτωχοί αγρότες ευγνωμονούσαν τον αυτοκράτορα.

Η μάχη στον Σπερχειό (997) – Η μάχη στο Κλειδί (1014) – Ο θάνατος του Σαμουήλ

Τις πρώτες επιτυχίες των Βυζαντινών επί του Σαμουήλ σημείωσε ο Βυζαντινός στρατηγός Νικηφόρος Ουρανός, χωρίς όμως οι Βούλγαροι να υποστούν σημαντικές απώλειες. Η πρώτη μεγάλη και καθοριστικής σημασίας νίκη για τους Βυζαντινούς ήταν η επιτυχία στον Σπερχειό το 997. Ο Σαμουήλ είχε εισβάλει στη Θράκη, όπου είχε συλλάβει σε ενέδρα τον Ασότ, γιο του βυζαντινού διοικητή της περιοχής, Γρηγορίου Ταρωνίτη.

Προσπαθώντας να απελευθερώσει το γιο του, ο Ταρωνίτης έπεσε κι αυτός σε ενέδρα και σκοτώθηκε. Ο Σαμουήλ στη συνέχεια κινήθηκε προς το νότο και έφτασε στην Πελοπόννησο. Λεηλατούσε τις περιοχές απ’ όπου περνούσε, αλλά στην επιστροφή του αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει και πάλι τον Νικηφόρο Ουρανό, ο οποίος ήταν ένας ιδιαίτερα ικανός στρατηγός, φίλος του Βασιλείου Β’ και δομέστικος των σχολών της Δύσης, δηλαδή ανώτατος διοικητής των στρατών των ευρωπαϊκών επαρχιών.

Ξεκίνησε από τη Θεασσαλονίκη και έφτασε στη Λάρισα. Από εκεί, με μια επίλεκτη δύναμη ελαφρύτερα οπλισμένων, αφού πέρασε την πεδιάδα των Φαρσάλων, έφτασε στον Απιδανό ποταμό, τον οποίο και διέσχισε, για να φτάσει τελικά στον Σπερχειό ποταμό, όπου οι ανιχνευτές του είχαν εντοπίσει το στρατόπεδο των Βουλγάρων. Ο Νικηφόρος στρατοπέδευσε στην απέναντι από τον Σαμουήλ όχθη, ωστόσο οι Βούλγαροι δεν ανησύχησαν, καθώς δεν υπήρχαν ρηχά περάσματα στην περιοχή, αλλά και γενικότερα ο Σπερχειός, λόγω ισχυρών βροχοπτώσεων, ήταν αδύνατο να περαστεί από τη μία όχθη στην άλλη.

Ο Ουρανός, όμως, βρήκε ένα πέρασμα και επικεφαλής μιας επίλεκτης δύναμης, κινήθηκε προς την απέναντι όχθη. Περασμένα μεσάνυχτα ξεκίνησαν και έφτασαν σ’ αυτή πριν την αυγή. Έτσι, λίγο πριν ξημερώσει επιτέθηκαν στους ξαφνιασμένους Βούλγαρους, οι οποίοι δεν περίμεναν τέτοια εξέλιξη. ΟΙ περισσότεροι από τους άνδρες του Σαμουήλ σκοτώθηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν. Ο Βούλγαρος ηγεμόνας με τον γιο του Ρωμανό τραυματίστηκαν σοβαρά, αλλά κατάφεραν να ξεφύγουν. Οι Βυζαντινοί, με επικεφαλής τον Νικηφόρο Ουρανό, επέστρεψαν στη Θεσσαλονίκη με πολλούς αιχμαλώτους και πλήθος από λάφυρα.

Τα επόμενα χρόνια, ο Βασίλειος Β’ οργάνωνε κάθε χρόνο επιδρομές εναντίον των Βουλγάρων, προξενώντας τους μεγάλες φθορές. Ο Σαμουήλ υποχρεώθηκε σε καθαρά αμυντική τακτική.
Το 1014 όμως, έφτασε η ώρα για την κρίσιμη μάχη, που δόθηκε στο Κλειδί(ον), κοντά στο σημερινό Κλουτζ. Το Κλειδί ήταν ένα σημαντικό πέρασμα που χρησιμοποιούσαν τακτικά οι Βυζαντινοί στις επιδρομές τους, Ο Βούλγαρος ηγεμόνας έδωσε εντολή να οχυρωθούν με πασσαλόπηκτα τείχη και χαρακώματα όλα τα οχυρώματα και κυρίως το Κλειδί. Ταυτόχρονα, έστειλε άλλη δύναμη να επιτεθεί στη Θεσσαλονίκη για αντιπερισπασμό, με επικεφαλής τον Νεστόριτσα. Η απόπειρα αυτή αντιμετωπίστηκε με επιτυχία από τον διοικητή της Θεσσαλονίκης Θεοφύλακτο Βοτανειάτη, ενώ μια απόπειρα να αποκλειστεί το πέρασμα στο Κλειδί, απέτυχε.
Οι πρώτες επιθέσεις στο Κλειδί απέτυχαν και είχαν πολύ μεγάλες απώλειες για τους Βυζαντινούς. Τα πράγματα έδειχναν δύσκολα, όμως ο διοικητής της Φιλιππούπολης, Νικηφόρος Ξιφίας, προθυμοποιήθηκε να ηγηθεί ο ίδιος μικρής δύναμης και να ανακαλύψει πέρασμα προς τα νώτα των βουλγαρικών δυνάμεων.

Ο κύριος όγκος των δυνάμεων του Βασιλείου Β’ παρέμενε μπροστά στη διάβαση, για να απασχολούν τους Βουλγάρους. Τελικά ο Ξιφίας, μετά από αρκετή περιπλάνηση, βρήκε έβα στενό και δύσβατο μονοπάτι που οδηγούσε πάνω από το όρος Μπέλες (Κερκίνη).

‘Ετσι, στις 29 Ιουλίου 1014, ο Ξιφίας με τις δυνάμεις του εξαπέλυσαν σφοδρή επίθεση στα νώτα των βουλγαρικών δυνάμεων, με τρομακτικούς αλαλαγμούς.

Ο Βασίλειος Β’ παράλληλα, βρήκε την ευκαιρία να καταστρέψει το τείχος και να καταδιώξει τους εχθρούς. Υπολογίζεται ότι 14.000 Βούλγαροι σκοτώθηκαν εκείνη την ημέρα. Ο ίδιος ο Συμεών μόλις και κατάφερε να ξεφύγει, καθώς ο γιος του τον ανέβασε σ’ ένα άλογο και τον φυγάδευσε από το πεδίο της μάχης.

Στους 15.000 περίπου αιχμάλωτους Βουλγάρους, ο Βασίλειος επέβαλε μια σκληρή τιμωρία. Τους τύφλωσε όλους, εκτός από έναν ανά εκατό άνδρες, τον οποίο άφησε μονόφθαλμο, για να μπορέσει να οδηγήσει τους υπόλοιπους στον Συμεών. Όταν ο Βούλγαρος ηγεμόνας το είδε στην Πρίλαπο όπου είχε καταφύγει, κατέρρευσε από εγκεφαλικό επεισόδιο και πέθανε δύο μέρες αργότερα.

Βασική πηγή μας γι’ αυτό το γεγονός είναι ο χρονικογράφος Ιωάννης Σκυλίτζης, που το αναφέρει σε κάποιο έργο του. Από εκεί το «πήραν» και οι μεταγενέστεροι ιστορικοί, που φαίνεται να το υιοθετούν. Ο Βασίλειος Β’ επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη θριαμβευτής και πήρε το προσωνύμιο Βουλγαροκτόνος.

Να σημειώσουμε εδώ ότι στις αγγλικές πηγές αναφέρεται κυρίως ως Basil II the Bulgar slayer (slayer = φονιάς, δολοφόνος). Σε κάποιες μεταφράσεις αγγλόφωνων βιβλίων αναφέρεται ως «Πορφυρογέννητος». Επειδή γεννήθηκε στην πορφύρα του αυτοκρατορικού παλατιού στη διάρκεια της βασιλείας του πατέρα του. Στην Ελλάδα, ως Πορφυρογέννητος είναι γνωστός κυρίως (ή μόνο) ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ζ’.

Ο γιος τού Σαμουήλ συνέχισε για ένα-δύο χρόνια ακόμα τον πόλεμο με τους Βυζαντινούς, ωστόσο δολοφονήθηκε κι έτσι το 1018 ο Βασίλειος Β’ μπήκε θριαμβευτής στη βουλγαρική πρωτεύουσα.

Στη συνέχεια, κατέβηκε προς τη νότια Ελλάδα και πέρασε από τις Θερμοπύλες, όπου είδε τα οστά των Βουλγάρων που είχαν σκοτωθεί στην περιοχή της Φθιώτιδας στα τέλη του 10ου αιώνα. Ύστερα συνέχισε τη διαδρομή του και έφτασε στην Αθήνα. Ανέβηκε στην Ακρόπολη και προσκύνησε στον Παρθενών, που τότε είχε μετατραπεί σε χριστιανικό ναό (Παναγία η Αθηνιώτισσα). Αφού ευχαρίστησε το Θεό για τις νίκες του, επέστρεψε με καράβι στην Κωνσταντινούπολη.

Ακόμα και μετά τις σημαντικές του αυτές επιτυχίες, ο Βασίλειος Β’ παρέμενε απλός, λιτός και εγκρατής. Σπάνια φορούσε τη φανταχτερή αυτοκρατορική πορφύρα.

Το 1021 πήγε στον Καύκασο για να καταστείλει μια εξέγερση του βασιλιά της Αβασγίας και Ιβωρίας, Γεωργίου Α’, που αθέτησε τις συμφωνίες του με το Βυζάντιο. Στη διαδρομή οργάνωσε οκτώ νέα στρατιωτικά θέματα από την Αντιόχεια ως το σημερινό Αζερμπαϊτζάν. Στη συνέχεια στράφηκε προς τη νότια Ιταλία. Οι Λογγοβάρδοι και οι Νορμανδοί νικήθηκαν από τον βυζαντινό «κατεπάνω» (τίτλος πολιτικού και στρατιωτικού διοικητή των ιταλικών επαρχιών της αυτοκρατορίας), Βασίλειο Βοϊωάννη. Όμως, τμήμα της Σικελίας παρέμενε στα χέρια μουσουλμάνων, κάτι που δημιουργούσε προβλήματα στο εμπόριο μέσω της θάλασσας.

Ο Βασίλειος Β’ και ο Βοϊωάννης ξεκίονησαν να σχεδιάζουν μια επιδρομή εναντίον των μουσουλμάνων της Σικελίας, αλλά λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 1025 ο αυτοκράτορας πέθανε, μάλλον από φυσικά αίτια. Είχε ορίσει ρητά ότι ήθελε να ταφεί ως απλός στρατιώτης στον κύριο χώρο πατελάσεων έξω από τα τείχη και η επιθυμία του αυτή ικανοποιήθηκε.

Μια τελική εκτίμηση για τον Βασίλειο τον Β’

Ο Βασίλειος Β’ ο Βουλγαροκτόνος (δεν χρησιμοποιήσαμε πολλές φορές το επίθετο αυτό για λόγους οικονομία χώρου), παρόλο ότι ανέλαβε πολύ νέος τα ηνία της βυζαντινής αυτοκρατορίας και παρόλο ότι αντιμετώπισε αρχικά σφοδρές εμφύλιες συγκρούσεις, κατόρθωσε να επεκτείνει τα σύνορα του κράτους στη μεγαλύτερή τους έκταση από την εποχή του Ιουστινιανού Α’. Το Βυζάντιο απλωνόταν από τον Δούναβη ως τη Συρία κι από την Ιταλία ως την Αρμενία και την Κασπία Θάλασσα.

Οι χρονικογράφοι της εποχής τον θεωρούσαν τον σημαντικότερο αυτοκράτορα του Βυζαντίου, ακόμα σπουδαιότερο κι από τον Μέγα Κωνσταντίνο.
Η δε φήμη του βυζαντινού στρατού, ακόμα και μετά το θάνατό του, είχε φτάσει τόσο ψηλά ώστε η απειλή και μόνο ότι θα κινηθεί προς τη Βόρεια Συρία, αρκούσε για την υποταγή των μουσουλμάνων εμίρηδων…