Η οδύσσεια του ήντα

 

Αναγράφω όπως ακριβώς ετυμολογείται το ήντα (αλλά με ει) σε νεοελληνικά αλλά και διαλεκτικά λεξικά που δε σχετίζεται με το διαλεκτικό «ήντα» της Κρήτης.

είντα: (ερωτ. αντων. άκλ.) από τη φράση [τι είναι αυτά], με κράση και έκθλιψη γίνεται [τ’ είν’ ‘τα], με αποκοπή του [ τ] μένει [είν’ ‘τα] και με συνεκφορά του [είν’] με το [‘τα] προκύπτει το είντα. Όμως με ει για να οδηγηθεί το έτυμο στο: «τι είναι αυτά», και ο ιδιωματισμός σε μονοσήμαντη έννοια. Τώρα γιατί έφυγε το τ το ι γιατί το αι γιατί το αυ και με ποιο γραμματικό κανόνα; γιατί τόσες αλλαγές; δεν μας απαντάει κανείς από αυτούς που κατέληξαν στο παραπάνω αστήρικτο έτυμο. Απλά έτσι προσάρμοσαν το είντα στο έτυμο και όχι το έτυμο στο σωστό ήντα ή ίντα όπως το βρήκαμε αιώνες πριν.

Έτσι δυστυχώς ετυμολογείται από τη σύγχρονη φιλολογία το «μνημείο λόγου» ήντα ή ίντα όπως είναι γραμμένο στα παγκοσμίως γνωστά αριστουργήματα της κρητικής λογοτεχνίας του 16ου αιώνα πριν το κακοποιήσουν κι αυτό σήμερα όπως πραξικοπηματικά έγινε και με τη δομημένη και ορθόλαλη ελληνική γλώσσα.

Αντί μιας τέτοιας δαιδαλώδους κατευθυνόμενης ετυμολογίας χωρίς ουσία, εγώ ως βιωματικός διαλεκτόφωνος και επί σειρά δεκαετιών ασχολούμενος με την ιδιωματική διάλεκτο της Κρήτης, θα έλεγα ότι είναι ένας ιδιωματικός τύπος ερωτηματικής αντωνυμίας αγνώστου ετύμου (όπως χιλιάδες άλλες λέξεις), με πάρα πολλές έννοιες.

Αναφέρω παραδείγματα με το «ήντα» που άλλοτε είναι ερωτηματική αντ., άλλοτε ποσοτικό επίρρημα άλλοτε επιφώνημα θαυμασμού, απορίας κ.λ.π. αυτό εξαρτάται από τη λέξη που ακολουθεί, από τον τόνο και τη χροιά της φωνής ακόμα και από την έκφραση του προσώπου εκείνου που μιλάει, έτσι είναι η ιδιωματική μας διάλεκτος.

Δύσκολα ερμηνεύεται η Κρητική διάλεκτος αν δε γνωρίζεις τους βιωματικούς κανόνες, διότι η διαλεκτογνωσία δεν διδάσκεται, είναι ικανότητα το να διαβάζεις το νόημα που κρύβουν πίσω τους οι λακωνικές φράσεις ενός ιδιωματικού διαλεκτολογήματος, και αποκτάται αφού ασπρίσουν τα μαλλιά σου κάνοντας παρέα «εξ απαλών ονύχων» με ετεούς θυμοσόφους που σήμερα είναι ελάχιστοι. Ανάλυση με παραδείγματα κατά την εκφορά του λόγου:

Ήντα: 1. ιδιωματικός τύπος της ερωτημ. αντων. τι; – Ήντα κάνεις; = (λέγεται ως χαιρετισμός) δηλ. τι κάνεις από υγεία και όχι τι είν’ αυτά που κάνεις; 2. ερωτημ. αντων. ποιός -α -ο. – Ήντά ‘ν’ η δουλειά σου επά; = ποιά συμφέροντα εξυπηρετείς εδώ που δεν έχεις θέση; 3. ερωτημ. γιατί; –Ήντα κοιμάσαι ακόμη = γιατί, για ποιό λόγο κοιμάσαι ακόμη (όχι τι είναι αυτά που κοιμάσαι ακόμη)

4. Παράλληλα εκφράζει: θαυμασμό. – Ήντα καλό απού ‘ναι!= Πω! πω! ωραίο, 5. απορία. – Για το Θιό κι ηντά ‘ναι τούτο το χάλι, 6. μέγεθος. «Ήντα πολλή θαράπεψη, παρηγοργιά μεγάλη, είναι στον κακορίζικο το δάκρυ όντε το βγάλει» (στ. 737-738 Ερωτόκριτος, Βιτσέντζου Κορνάρου) δηλ. πόσο μεγάλη ανακούφιση. 7. ποσότητα. – Ήντα παράδες ήπχιασε η αγορά = πόσα τον αριθμό χρήματα το αγόρασες, 8. απόσταση. – Ήντα – ήντα τό ‘θελε να βιστιρίξεις το λύχνο, δηλ. λίγο-λίγο. 9. πόσα πολλά, «ήντα δεν κάνει ο έρωτας σε μια καρδιά π’ ορίζει», 10. Όταν προτάσσεται το [για] ακούγεται σαν μια λέξη [γιάηντα ή γιάντα] όπως στη (φρ.): «γιάηντα δε μου ‘φρουκάσαι» που σημαίνει γιατί, για ποιό λόγο δεν με ακούς, 11. απαντάται και ως κιαμήντα = αμ’ τι νομίζεις. 12. ιδιωματισμοί:

α) ήντα θες κι ήντα γυρές: (ιδιωμ.) δηλ. μην το ψάχνεις, λέγεται προ τετελεσμένου γεγονότος.

β) ήντα κι ήντα: (ιδιωμ.) λογής – λογής πράγματα ή τι είδη; τι και τι;

γ) ήντα λογάται: (ιδιωμ.) [από την προστ. ενεστ. του ρ. λογάω] δηλ. προς Θεού, μα τι λες.

δ) ήντα λοής: (ιδιωμ.) 1. τι είδους χρώμα; – Ήντα λοής δα μου το πάρεις το φυστάνι; εγώ το θέλω στακουζένιο, 2. με τι τρόπο; – Ήντα λοής δα ξεμπλέξω διάλε και κατέω; 3. τι ποικιλία; ή είδος – Ήντα λοής πεπόνια δα κρεμάσω να βαστάξουνε;.

ε) ήντα χρεία’ ν-τό ‘xεις: (ιδιωμ. φρ.) δηλ. τι ανάγκη έχεις τώρα που…….

στ) οϊ-ήντα!: (ιδιωμ.) ειρωνικός τρόπος διαφωνίας με συνομιλητή, λέγεται και «όι δε γατέω». π.χ. στην ερώτηση: – Να πά’ θες ταχιτέρου να ξεκοπρίσεις τ’ αχίρι; – Οϊ-ήντα! (με άτονο τό οϊ και συνεκφωνούμενο με το ήντα) δηλ. σιγά να μην πάω, (συνών.) «καλέ τι μας λες».

ζ) ήντ’ αλωνεύγεις δε’ γ-κατές: (ιδιωμ.) μεταφορικά, δεν ξέρεις τι σου γίνεται. – Διάλε και κατές ήντ’ αλωνεύγεις, άνω-κάτω κρατείς το γράμμα μόνο φώνιαξε του κοπελιού να μας το διαβάσει.

Αυτά και πολλά άλλα παραδείγματα που δεν δικαιολογούν το: «τι είναι αυτά».

Ο κάθε χαρακτήρας, ο κάθε φθόγγος της διαλέκτου έχει τη δική του χροιά, τη δική του σημασία, αν προσθέσουμε ή αφαιρέσουμε κάτι αυτό που θα προκύψει ουδεμία σχέση θα έχει πλέον με τη γνήσια διαλεκτική λέξη.

Όπως το αρχαίο άγαλμα που αποτελεί θησαυρό όπως είναι, χωρίς την παραμικρή αλλαγή, επίχρισμα ή σμίλευση από γλύπτη· έτσι και οι ιδιωματικές λέξεις της διαλέκτου δεν επιδέχονται περαιτέρω επεξεργασία και δη από μη γαλουχημένους στην ιδιωματική διάλεκτο, διότι καταστρέφεται ο θησαυρός.

Ας μας εξηγήσει κάποιος βάσει του: [(τι) είν(αι) (αυ)τά = είντα] τα παραπάνω παραδείγματα;

Το ήντα το χρησιμοποιούν μη Κρήτες εμπαίζοντας την Κρητική διάλεκτο και γνωρίζουν μόνο το «ήντα κάνεις μωρέ συντεκνάτσι» όπως λέγεται λόγω κωμικής διαλεκτικής λεξιπενίας με ανεπιτυχείς προσπάθειες μίμησης του μουσικού επιτονισμού της διαλέκτου που κι αυτός ποικίλλει από τόπο σε τόπο.

http://www.patris.gr/a