Μυριάνθη

Της Ειρήνης Βαρβαρέσσου

 

Η Μυρσίνη συγκέντρωνε τα πράγματα που χρειαζόταν για την εκταφή της κόρης , της μονάκριβης .Κρασί , κεριά , λιβάνια και  καθαρά πανιά . Το κασελάκι ήταν γεμάτο με γλυπτές παραστάσεις από αγγέλους .
 ¨Έβγαλε ένα μικρό τραπεζομάντιλο που είχε δώσει να της φτιάξουν  για να τυλίξει μέσα τα οστά . ¨Ήταν αχνό λιλά  οργάντζα  , κεντημένα  με μωβ κρινάκια  .
Δέκα εννιά χρονών , πέθανε η θυγατέρα της . Την έδειρε τόσο πολύ όταν κατάλαβε ότι ήταν έγκυος , που αντί να αποβάλλει όπως προσδοκούσε η Μυρσίνη , η κόρης της  άφησε την τελευταία της πνοή , ένα μεσημέρι του Απρίλη  , Μεγάλη Πέμπτη .
Η Μυρσίνη παράτησε την βαφή των αυγών και άρχισε να ξεσκίζει τα μάγουλα της . Μαζεύτηκε όλος ο κόσμος του χωριού και όλοι με δάκρυα στα μάτια απορούσαν με το ξαφνικό και προσπαθούσαν , να παρηγορήσουν την μάνα . Εκείνη ούρλιαζε και έσκιζε τα ρούχα της και ούτε άκουγε κανέναν  . Ούτε τους δυο δίδυμους γιούς της που την κρατούσαν ο ένας από την μια και ο άλλος από την άλλη και δεν την άφηναν στιγμή φοβούμενοι , μήπως πάει και πέσει , στο πηγάδι της αυλής .
Οι γυναίκες που άλλαζαν την κόρη της , είδαν την στρογγυλευμένη κοιλιά της και αντάλλαξαν ματιές , όμως δεν μίλησαν καθόλου και με σεβασμό την ετοίμασαν , για το μεγάλο ταξίδι .
Πέρασαν χρόνια για να μπορέσει η Μυρσίνη να γελάσει και να χαρεί με τους γάμους των γιών της και αργότερα με τα εγγόνια της , που γέμιζαν με φωνούλες και κατσαρά γέλια το σπιτικό της . Στα εφτά χρόνια την έπεισαν να βγάλει τα μαύρα , όχι πως έβαλε κόκκινα απλώς πέρασε στο σκούρο μπλε και στο βαθύ γκρίζο .
 Κάθε  Σάββατο γύριζε τα εξωκλήσια και άναβε τα καντήλια , ζητώντας από τους Αγίους να συγχωρήσουν το ακούσιο έγκλημα της . Κανείς  μόνο η  Πολυξένη  το ήξερε επειδή έτυχε να πάει την ώρα που  την χτυπούσε .
 Και να που έπρεπε εννιά χρόνια μετά , να ξεθάψει την κόρη της . Με την σκέψη ότι θα δει τα λείψανά της , είχε να κοιμηθεί  τέσσερα  πέντε βράδια . Και ήρθε το πρωινό για να πάει εκεί , που καλά καλά  φοβόταν να κοιτάξει .
Οι δυο γιοί της και η  Πολυξένη  η γειτόνισσα και φίλη της ανέβηκαν στο νεκροταφείο καθώς και η μία της νύφη , η Μέλπω . Πήραν και τον Διονύση τον κουφό για να σκάψει . Η Μυρσίνη ακούμπησε τα πράγματα στην πλάκα του διπλανού τάφου , που ήταν θαμμένος ο μπατζανάκης της ο Βύρωνας και άρχισε ένα μοιρολόι μέσα από τα δόντια της , δεν ήθελε να στεναχωρήσει τους γιούς της .
 Η Πολυξένη έβρεξε  τα χέρια της με το κρασί και περίμενε να αρχίσει το πλύσιμο  .
Ο Διονύσης έσκαβε , μέχρι που φάνηκαν τα πρώτα σαπισμένα σανίδια , μετά άρχισε με τα χέρια να διώχνει  τα χώματα . Ξαφνικά βγάζει μια φωνή και πετιέτε έξω από τον λάκκο . Ανάμεσα στα χώματα , φάνηκε το πρόσωπο της νεκρής αναλλοίωτο και με ένα υπέροχο κέρινο χρώμα . Η Μυρσίνη σωριάστηκε μη μπορώντας , να στηριχθεί στα πόδια της . Οι γιοί της έστεκαν μαρμαρωμένοι . Η Πολυξένη  άρχισε να λέει το Πάτερ υμών . Η Μέλπω άρχισε να κλαίει και ο Διονύσης πήγε δεκαπέντε μέτρα μακριά και κοίταγε τρομαγμένος τον τάφο .
 Εκείνη την ώρα κατέφθασε ο Παπά  Μακάριος  για να ψάλει τα λείψανα . Τον ακολουθούσε η Βαγγελιώ , ένα χαζό κορίτσι που έμοιαζε και ντυνόταν σαν αγόρι . Αφού είδε και εκείνος  άρχισε να τους καθησυχάζει και φώναξε τον Διονύση να βγάλει την άλειωτη Μυριάνθη από τον λάκκο .
Ξαφνικά πετάχτηκε η Μυρσίνη και έσυρε φωνή
-Όχι Παπά , εγώ εγώ θα ξεθάψω το παιδί μου .
Πέφτει με φούρια στον ανοιγμένο τάφο και αρχίζει με τα νύχια της να καθαρίζει τα χώματα , από το σώμα της κόρης της . Αφού την ξεσκόνισε και φάνηκε ολόκληρη η  νεκρή , την άρπαξε από τις δυο μασχάλες να την στήσει όρθια . Το άψυχο κορμί έγειρε τότε στον ώμο της , σε μια εξωπραγματική αγκαλιά , σαν να ήθελε να  κλάψει και να κάνει τα παράπονα της , στην μάνα της .
Το λυγερό σώμα της νεκρής έμεινε εκεί κολλημένο , μέχρι που το τράβηξαν τα αδέλφια της και την ξάπλωσαν  στο χώμα . Το στόμα της ήταν μισάνοιχτο , σαν να ήθελε κάτι να πει και τα μάτια της παγωμένα και ορθάνοιχτα , σαν να μην χόρτασε την ζωή και ήθελε να δει και άλλο . Αφού την έψαλε ο παπάς την ξαναέθαψαν  και της άναψαν καντήλι . Έφυγαν ο καθένας με το δικό του βάρος της στεναχώριας .
Το απόγευμα η Πολυξένη , επισκέφθηκε την Μυρσίνη και κουβέντιασαν .
Η Πολυξένη ήταν η μόνη που είχε υποψιασθεί , ότι η Μυρσίνη από το πολύ ξύλο , είχε σκοτώσει την θυγατέρα της . ¨Ήξερε πως έτυχε ,  όχι πως ήθελε να σκοτώσει το παιδί της .
Την ρωτούσε να της πει με ποιόν έμεινε έγκυος , αλλά εκείνη απλώς έκλαιγε και δεν μαρτύρησε ποτέ , ποιος ήταν ο πατέρας του παιδιού της . Οι δυό γυναίκες ήπιαν τον καφέ του αμίλητες . Κάποια στιγμή η Μυρσίνη , κοίταξε την  γειτόνισσα της .
-Ξέρεις τι με τρώει Πολυξένη μου , που δεν έμαθα ποτέ ποιος άτιμος , λέρωσε το παιδί μου . Η  Πολυξένη δεν μίλησε  , τα είχαν πει χιλιάδες φορές αυτά  . Είχε και εκείνη τα δικά της βάσανα . Χρόνια χήρα με έναν γιό χαζό και συνάμα τρελό που αναγκάσθηκε όταν μεγάλωσε λίγο και τον έκλεισε στο κατώι , γιατί  άρχισε να επιτίθεται    σε όλους και ήταν επικίνδυνο να κυκλοφορεί . Αυτός ήταν ο καημός της . Να βλέπει τον γιό της φυλακισμένο και να μην έχει καμιά επαφή με το περιβάλλον και να βρίσκετε όλη μέρα κολλημένος σε μια τρύπα στην πόρτα του κατωγιού , για να δει κάποιον άνθρωπο και να μιλήσει με τις ακατανόητες φράσεις του .
-Ποιος ελεεινός μου μαγάρισε το κορίτσι μου , την αχνόλαστη μου που ήταν σαν το πάλλευκο κρίνο  .Τόσα χρόνια Πολυξένη μου και δεν σταματάει σε κανέναν  , η σκέψη μου .
-Η Μυριάνθη μου δεν βγήκε ποτέ από το χωριό και δεν είχε φανεί , τότε κανείς ξένος στα μέρη μας . Ποιος ποιος ποιος ???? .Χτύπαγε με τις παλάμες την ποδιά της και τα δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια της και χυνόταν στις πρώιμες ρυτίδες της .
-Λες να είναι ο Νικόλας ο Βαχτσεβάνης ???? ρώτησε η Πολυξένη  . Πέρναγε συχνά από τον δρόμο μας
-¨Οχι όχι ο Νικόλας αν της ήθελε θα την ζητούσε . Κάποιος άλλος αλλά ποιος ποιος ??? Η  Πολυξένη καθόταν αμίλητη . Συμπονούσε την Μυρσίνη . μαζί μεγάλωσαν , την ίδια χρονιά παντρεύτηκαν και την ίδια χρονιά γέννησε τον γιό της και η Μυρσίνη τους δίδυμους γιούς της . Εκείνη όταν κατάλαβε τα μεγάλα προβλήματα του γιούς της δεν ξαναέμεινε έγκυος . Η Μυρσίνη μετά από τρία χρόνια , έκανε την Μυριάνθη .
Καμάρωνε για τα παιδιά της φίλης της και μαράζωνε για τον καημό που της έδωσε ο Θεός . Μετά από λίγα χρόνια πέθανε ο άντρας της ο Αναστάσης και πήρε μαζί του τον πόνο του παιδιού του . Ευτυχώς είχε την Μυρσίνη και τα παιδιά της , αλλιώς θα τρελαινόταν . Την βοηθούσαν και τους βοηθούσε στις δουλειές του χωραφιού αλλά και του σπιτιού . Αλλά και όταν απουσίαζε εκείνη , η Μυρσίνη φρόντιζε τα ζωντανά της και κυρίως τον γιό της . Του πήγαινε φαί και του έκανε λίγη παρέα . ¨Όταν πάλι πήγαινε η Μυρσίνη στην αδελφή της ή στην πόλη για δουλειές εκείνη είχε το νου της στα αγόρια της που είχαν μεγαλώσει βέβαια , αλλά έπρεπε να τα προσέχει . Την Μυριάνθη την έπαιρνε πάντα μαζί της . Μόνο εκείνη την φορά  έμεινε πίσω και ήταν χειμώνας και η αδελφή της ήταν άρρωστη και φοβόταν μήπως κολλήσει η κόρης της . . ¨
Έτσι έμεινε πίσω με την Πολυξένη  άγρυπνο φύλακα της . Τα αγόρια ήταν είκοσι δύο ετών και γάμπριζαν και δεν είχαν μυαλό , να προσέχουν την αδελφή τους .
-¨Έτσι που λες Πολυξένη  μου , όλους τους νέους του χωριού τους σκέφθηκα , αλλά η σκέψη μου δεν έκατσε σε κανέναν .
-Μήπως κανένας παντρεμένος , τόλμησε να ρωτήσει η Πολυξένη  .
-¨Όχι όχι θα μου το έλεγε το κορίτσι μου .
Σταμάτησαν να μιλάνε και η κάθε μια βυθίστηκε στις σκέψεις της .Κάποια στιγμή η Αγγέλα σηκώθηκε
 –¨Άντε πάω Μυρσίνη μου , έχω να ταΐσω τον  Ηλία   μου , κοιμάται νωρίς .
-Στο καλό γειτόνισσα , πέ του χαιρετίσματα .
Νύχτωσε  η Μυρσίνη έκλεισε την εξώπορτα και τραβήχτηκε μέσα στο σπίτι . Οι γιοί της  μένανε στην άλλη άκρη του χωριού . Εκεί είχαν ένα κτήμα που το έκοψε στα δύο και τους έδωσε και χτίσανε τα σπίτια τους .
Βυθίστηκε σε σκέψεις . Είδε πάλι ολοζώντανη την Μυριάνθη μετά από εννιά χρόνια  , από τον θάνατο της . Γιατί άραγε δεν έλειωσε ???? Φάρμακα δεν είχε πάρει ποτέ και το χώμα ήταν παρθένο εκεί που την θάψανε . Την τιμωρούσε ο θεός ????  ή η νεκρή ζητούσε δικαίωση ???? . Αναστέναξε και άνοιξε την κασέλα με τα ρούχα της μονάκριβης κόρης της . Έπιασε τα εσώρουχα της όλα  ραμμένα από φίνο χασέ και κεντημένο με μεταξωτή κλωστή . Το αρχικό του ονόματος της , ένα καλλιγραφικό Μ . Τα χάιδεψε πολύ ώρα , τα ακούμπησε στα μάτια της και σκούπισε τα δάκρυα της . Αχ κρίνο μου και ροδόσταμα και άσπρη μου Περιστέρα . Γιατί γιατί γιατί μωρό μου χάθηκες και μ’’άφησες μονάχη ????  Σε ποιόν να πω το κρίμα μου ??? Ποιός θα με συγχωρήσει ???? έλεγε η Μυρσίνη και έκλαιγε με αναφιλητά .
Πήρε τα ρούχα του παιδιού της στο κρεβάτι και κοιμήθηκε . Τα όνείρατα της ήταν γεμάτα από το κέρινο πρόσωπο της θυγατέρας της . Αχάραγα ξύπνησε .
Έκανε έναν καφέ και κάθισε στο παραγώνι . Η φωτιά σιγόκαιγε από το προηγούμενο βράδυ . Οι χρόνια κοιμισμένες σκέψεις της ξαφνικά ξύπνησαν , ήθελε να μάθει ποιος ξεγέλασε την κόρη της . Άρχισε να σκέπτεται έναν έναν τους ανύπαντρους πριν εννιά χρόνια . Τους παντρεμένους . Η διαίσθηση της έλεγε όχι σε όλους . Σκέφθηκε τους συγγενείς των , τον μπατζανάκη της τον Βύρωνα , τα ανήψια της .
 ¨Άρχισε να τα κλωθογυρίζει στο μυαλό της . Η σκέψη της έφθασε στους γιούς της . Ουγράντισε και έκανε τον σταυρό της . Θεέ μου μη με αφήνεις να κολάζομαι . Σε παρακαλώ . Της φάνηκε ασήκωτη η σκέψη για τους γιούς της και τόδιωξε από το μυαλό της γρήγορα . Τόσα χρόνια το είναι της το είχε καταπονήσει ο θάνατος της κόρης της και το κατά λάθος έγκλημα της . Τώρα που ξαναείδε το Νεραϊδένιο πρόσωπο της Μυριάνθης της , μια σκέψη είχε μόνο , να βρει ποιος παρέσυρε την μονάκριβη της , στις βρωμερές του πράξεις .  Ξημέρωσε και η Μυρσίνη βγήκε στην αυλή να ταΐσει τις Γάτες της και τις κότες της . Μια Γιδούλα που είχε την έπαιρνε η Πολυξένη με την δική της και τις πήγαινε στα χωράφια , για να βοσκήσουν . Τακτοποίησε τα ζωντανά της και σκούπισε λίγο . ¨
Έβαλε ξύλα στο τζάκι και μετά έβαλε να φτιάξει λίγο φαγητό . Πριν πάρει βράση το μετάνοιωσε  ,  το κατέβασε  και κίνησε για  να δει τους γιούς της .
Στον δρόμο της καλημέριζαν με συμπάθεια οι συγχωριανοί της . Είχαν μάθει για την Μυριάνθη που ξεθάφτηκε άλειωτη , μετά από εννιά χρόνια .
Εκείνη αντικαλημέριζε και ταυτόχρονα μετρούσε τον κάθε άντρα που έβλεπε , μη και τυχόν είναι ο μεγάλος ένοχος της αμαρτίας της . Αφού διέσχισε όλο το χωριό έφθασε  στο σπίτι του Θοδωρή του μεγάλου  . Είχε γεννηθεί πρώτος και τον έλεγε μεγάλο .Η γυναίκα του Μέλπω , τίναζε τα παπλώματα και τα μαξιλάρια .
 -Καλώς την μητέρα , είπε μόλις την είδε . Πέρασε μέσα ο Θοδωρής πίνει τον καφέ του , έρχομαι να σου φτιάξω και σένα .
 -¨Ήπια καφέ μην μπαίνεις στον κόπο .. Η Μυρσίνη μπήκε στο σπίτι .
Βρήκε τον γιό της στην κουζίνα στο τζάκι . Πήρε ένα σκαμνάκι και κάθισε απέναντι του .
 Αφού αντάλλαξαν καλημέρες ο Θοδωρής την κοίταξε ερωτηματικά . Δεν συνήθιζε η μάνα του να πηγαίνει πρωί πρωί στο σπίτι του και γενικά δεν επισκεπτόταν τους γιούς της . Δεν ήθελε να τους είναι βάρος και να μη νομίσουν οι νυφάδες της , ότι πάει να τους κάνει έλεγχο .
-¨Έλα ρε μάνα τι έγινε ???? για να έρθεις εσύ τόσο πρωί κάτι συμβαίνει .
-Ναι Θοδωρή μου  συμβαίνει κάτι . Συμβαίνει ότι πέθανε η Μυριάνθη μας και δώσαμε όλο το βάρος στον χαμό της και δεν ψάξαμε να βρούμε ποιο άθλιο υποκείμενο γλέντησε το κορμί της και την άφησε με ένα μωρό στην κοιλιά .
-¨Όχου ρε μάνα , είπαμε να ξεθάψουμε την Μυριάνθη και εσύ ξεθάβεις ότι σου έρθει στο μυαλό . ¨Αστα μάνα δεν θα βρούμε άκρη . Πέρασαν τόσα χρόνια και τότε που αναρωτιόμασταν και ψάχναμε και αναποδογυρίσαμε την γη , δεν βρήκαμε  κανέναν , που να μπορούσε να το είχε κάνει .
-Κανένας συγγενής ???ρώτησε η Μυρσίνη με τρεμάμενη φωνή .
-Τι συγγενής ???Τι εννοείς ???υποπτεύεσαι κάποιον από το σόι μας ???
-¨Όλους τους υποπτεύομαι Θοδωρή . Η αδελφή σου ήταν τόσο αθώα , ο οποιοσδήποτε θα την ξεγελούσε .
-Βρε μάνα γιατί σκέφθηκες τους συγγενείς , μπορεί να ήταν ο καθένας εδώ στο χωριό . Μπορεί και κάποιος πραματευτής .
-Ποιος πραματευτής ο Γέρο Μπίτζος που  είναι εκατό χρονών και σέρνει τα πόδια του με το ζόρι ???όχι όχι Θοδωρή μου η Μυριάνθη αυτόν τον κάποιον τον εμπιστεύθηκε , ήταν δικός μας άνθρωπος .
-Δεν ξέρω τι να πω , απάντησε ο Θοδωρής . ποιοι ήταν τότε εδώ ???ο Βαγγέλης είχε φύγει στον Καναδά . Ο Χρήστος ο άλλος ξάδερφος ήταν στον Στρατό . Ο θείος Βύρωνας τότε είχε σπάσει το πόδι του και ήταν ξάπλα . ο άνδρας της ξαδέρφης μας Καλλιόπης δεν μιλιόμασταν τότε και η αδελφή μου αποκλείεται να τον πλησίαζε . άλλοι συγγενείς  δεν ήταν . Ο παππούς και ο μπάρμπα Βασίλης ήταν χούφταλα .
-Εσείς ????ξεψυχισμένη βγήκε η φωνή της .
-Τι εμείς ???? ρώτησε σκεπτικά ο Θοδωρής και ξαφνικά , πετάχτηκε επάνω .
-Τι λες ρε μάνα ?? ρε μάνα τι λες ???? μάνα σάλεψες ???? τι λες ???? πως άνοιξες το στόμα σου και είπες αυτό μάνα ????
Η γυναίκα του άκουσε την φασαρία και έτρεξε τρομαγμένη . Είχε δει και την εικόνα της νεκρής κουνιάδας της την προηγουμένη και η καρδιά της , δεν είχε ηρεμήσει καλά καλά .
-Τι είναι καλέ γιατί φωνάζετε ???
-Μάνα σήκω και φύγε και εδώ να μην ξαναπατήσεις .
Ο Θοδωρής φρούμαζε και χτύπαγε με νεύρο τα πόδια του , στα σανίδια στο πάτωμα .
-Θοδωρή , η Μέλπω η γυναίκα του θέλησε να ημερέψει τα πνεύματα .
-Σταμάτα Μέλπω . Φύγε , γυρνάει στην μάνα του . Και να μη σε ξαναδώ .
Η Μυρσίνη σηκώθηκε και με σταθερό βήμα βγήκε από το σπίτι του Μεγάλου . Εκείνη την ώρα ερχόταν ο Πέτρος ο άλλος της γιος . Είχε δει την μάνα του και πήγαινε να δει , τι έπαθε πρωί πρωί .
-Μάνα τι έγινε καλημέρα .
Θέλησε να τον ρωτήσει αλλά πισωγνώμισε και  χωρίς να τον καλημερίσει , πήρε τον δρόμο για το σπίτι της .
Στον δρόμο συνάντησε την Ευρύκλεια με την κόρη της την Βαγγελιώ .
-Καλημέρα Μυρσίνη μου τι κάνεις  πιά ????
-Καλά της απάντησε εκείνη και έκανε να φύγει . Η Ευρύκλεια ήταν η μεγαλύτερη κουτσομπόλα και τα μάθαινε όλα από την κόρη της την Βαγγελιώ , που χαζή χαζή και ακολουθούσε πάντα τον παπά και την καντηλανάφτρα , αλλά ότι άκουγε το πήγαινε κατευθείαν στην μάνα της .
-Βρε Μυρσίνη μου τάμαθα και στεναχωρήθηκα . ¨Έχω ακούσει ότι συμβαίνει όταν ο άνθρωπος έχει αμαρτίες . Λένε πως δεν λειώνει , μέχρι να του συγχωρεθούν .
-¨Άκου Ευρύκλεια την κόρη μου δεν θα την ξαναπιάσεις στο στόμα σου . ¨Όσο για αμαρτίες , ας κοιτάξει ο καθένας τι σκατά κουβαλάει στην ψυχή του και μετά να μιλάει για τον άγγελο μου .
-Συμπάθαμε Μυρσίνη μου , ξέρεις πόσο εκτιμώ την οικογένεια σου .
Η Μυρσίνη δεν απάντησε , την άφησε και έφυγε έτοιμη να εκραγεί . Ακούς είχε αμαρτίες η Μυριάνθη της .
Αφού αντάλλαξε κάμποσες καλημέρες , έφθασε στο σπίτι της . Από της Πολυξένης ακουγόταν φωνές και ουρλιαχτά . θα προσπαθούσε να πλύνει τον γιό της η δόλια . Πόνεσε η ψυχή της . εκείνης πέθανε το κορίτσι της και ο πόνος ήταν μεγάλος αλλά ένας , ενώ η Πολυξένη  ζούσε κάθε λεπτό και μια σταύρωση .
Η Μυρσίνη  ξαναέβαλε το φαγητό της στην φωτιά και ασχολήθηκε λίγο με το σπίτι . Το μυαλό της δεν σταματούσε λεπτό να σκέπτεται την κόρη της  και την συμπεριφορά του Θοδωρή . Δεν ήξερε αν ο Θεός ή ο Διάβολος της κάρφωσε την σκέψη στο μυαλό της για το ποιος κατέστρεψε την κόρη της , αλλά όποιος και νάταν έπρεπε να βρει την άκρη . Το μεσημέρι ψευτοέφαγε και έγειρε στον καναπέ , για λίγη ξεκούραση . Δεν μπόρεσε να καλύψει μάτι και σηκώθηκε να καθαρίσει το τζάκι της και να βάλει μέσα ξύλα .
Είχε αρχίσει να σουρουπώνει όταν βγήκε στην αυλή να κλείσει τις κότες και να βάλει μέσα το ζεμπίλι με τα ξύλα . Μηχανικά τα μάτια της κοίταξαν προς το νεκροταφείο . ¨Ήταν σε ύψωμα επάνω σε έναν λοφίσκο και ένα φιδωτό δρομί ανέβαινε . Της φάνηκε ότι κάποιος περπατούσε σε εκείνο το δρομί και κοντοστάθηκε να παρατηρήσει . Πράγματι κάποιος ανέβαινε στο νεκροταφείο . Περίμενε λίγο ακόμη μπας και λοξέψει στον δρόμο του , αλλά όχι στο αμυδρό φως της νύχτας που ερχόταν τον είδε να μπαίνει , στην μεγάλη σιδερένια πόρτα του κοιμητηρίου .
Είχε πυκνώσει το σκοτάδι για τα καλά , αλλά η Μυρσίνη δεν φοβόταν . ¨Ηταν πολύ σκληρή γυναίκα και η ζωή της είχε ξεροψήσει , δεν είχε να φοβηθεί τίποτα .
Τυλίχτηκε με το τσεμπέρι της και κίνησε για το νεκροταφείο . Καθώς ανέβαινε σκεπτόταν ποιος ήταν και τι πήγε να κάνει νυχτιάτικα  σε τέτοιο μέρος . Κάτι της έλεγε ότι είχε να κάνει με την θυγατέρα της .
¨Έφθασε και με προσοχή , πέρασε την μισάνοιχτη πόρτα . Κάτω από τα παπούτσια της άκουγε το κρακ κρακ από τα ξυλαράκια που πατούσε .Πλησίασε .  Κάποιος καθόταν στον τάφο του Βύρωνα  κάπνιζε και κοιτούσε το μνήμα της Μυριάνθης . Πλησίασε κι’’άλλο και συνάμα του μίλησε .
-Ποιος είσαι και τι κάνεις εδώ ????
-Καλησπέρα θειά Μυρσίνη , εγώ είμαι ο Ανέστης του Βούρβουλα .
-Άντε βρε Ανέστη και με τρόμαξες . Τι κάνεις εδώ τέτοια ώρα ???
-¨Ηρθα να κάνω παρέα στην Μυριάνθη
-Γιατί να της κάνεις εσύ παρέα της θυγατέρας μου ???
-Θειά θα σου το πω . δεν το ξέρει κανείς . Εγώ την Μυριάνθη την αγαπούσα και ήθελα να την παντρευτώ .
-Τι λες βρε ζαβλακωμένο η Μυριάνθη σε περνούσε τέσσερα  χρόνια . ¨Όταν πέθανε εσύ ήσουν νιάνιαρο .
-Την αγαπούσα θειά Μυρσίνη και της το είχα πει μια μέρα , που είχε πάει να ανάψει τα καντήλια , της Αγίας Τριάδας .
-Ψέματα λες , η κόρη μου ήταν πάντα μαζί μου , ποτέ δεν πήγε μόνη της σε ξωκλήσι .
-Έλειπες τότε θειά και είχε πάει μόνη της .
Το μυαλό της Μυρσίνης θόλωσε
-Λέγε βρε Τρισκατάρατε τι της έκανες ????
-Τίποτα θειά Μυρσίνη της είπα μόνο πως ήθελα να την παντρευτώ και εκείνη γέλασε.
-Την πείραξες λέγε την πείραξες ???
-Όχι θειά δεν με άφησε . Εγώ έσκυψα να την φιλήσω και εκείνη έτρεξε και έφυγε .
-Να σε πάρει ο γέρο Διάβολος χαμένε , το δικό μου το παιδί βρήκες να πειράξεις .
Θα σε σκοτώσω αληταρά .
-Δεν την πείραξα θειά σου το ορκίζομαι , την αγαπούσα και ήθελα να την πάρω .
Η Μυρσίνη δεν άκουγε , δεν έβλεπε , μόνο μια φωνή μέσα της φώναζε ..σκότωσε τον …σκότωσε τον .
Στον τοίχο είχε μείνει από την προηγουμένη ένα φτυάρι . Το άρπαξε και  με θολωμένο το μυαλό , το κατέβασε και άνοιξε στα δυό το κεφάλι του Ανέστη που ανυποψίαστος είχε σκύψει το κεφάλι και έκλαιγε . Ο θάνατος του ήταν ακαριαίος . Τον άρπαξε και τον γύρισε να βλέπει από την άλλη μεριά . Πήρε το φτυάρι μαζί της και όταν έφθασε στο σπίτι της , το έκρυψε σε κάτι ξύλα που είχε σωρό . Κατόπιν ανάπιασε προζύμι και κοιμήθηκε σαν το πουλάκι . Το πρωί σηκώθηκε αχάραγα και ζύμωσε , ήπιε μετά τον καφέ της και ταΐσε τα ζωντανά της . ¨Όταν έγιναν τα ψωμιά άναψε τον φούρνο και όταν φλόγωσε για τα καλά  , πέταξε μέσα το φτυάρι .
Η Πολυξένη είδε τον καπνό και πήγε . Την μάλωσε που δεν της είπε ότι θα φουρνίσει , γιατί ήθελε και εκείνη να ζυμώσει και ο φούρνος ήταν αρκετά μεγάλος  και  έτρεξε γρήγορα να ετοιμάσει πατάτες με βούτυρο , για της τις ψήσει που άρεσαν στον γιό της Ηλία   .
Η Μυρσίνη έσπρωξε με την φούρκα , το σιδερένιο μέρος του φτυαριού . Το ξύλο είχε καεί και το σίδερο είχα γίνει  , ένας σβώλος άμορφος . Το έβαλε στα μάγουλα του φούρνου από μέσα  μεριά και έβγαλε τα ψωμιά της , όταν ψήθηκαν . Όλα καλά . Αργότερα θα το πασάριζε σε κανέναν Γύφτο , για παλιοσίδερα . Η καρδιά της τραγουδούσε .
Ένοιωθε ανάλαφρη σαν πούπουλο . Η αμαρτία της συγχωρέθηκε .
Το μεσημέρι βρήκαν τον Ανέστη κάτι γυναίκες που πήγαν να  ανάψουν τα καντήλια . Όλο το χωριό μούδιασε από το φόνο του. Κανείς δεν μπορούσε να σκεφθεί ποιος σκότωσε αυτό το άκακο παιδί . Έγιναν ανακρίσεις , ερωτήθηκαν όλοι αλλά αποτέλεσμα μηδέν . Κανείς δεν μπορούσε να συνδέσει το Ανέστη με κάποιον εχθρό ή αντίπαλο . Βιάζονταν και οι χωροφύλακες , να γυρίσουν στην πόλη . Η υπόθεση έκλεισε και μπήκε στο αρχείο .
Η Μυρσίνη επιτέλους ανάσανε . Οι γιοί της δεν πήγαν καθόλου  . Ο Θοδωρής είπε αυτά που τους κατηγόρησε η μάνα τους στον Πέτρο και δεν θέλησαν να την ξαναδούν . Είχανε πολύ θυμό μέσα τους . Ζούσε πια ευτυχισμένη . Εκείνη ήξερε πως ο ένοχος τιμωρήθηκε και η ψυχή της κόρης της , βρήκε αναπαμό .
Άρχισε να φυτεύει λουλούδια πάλι και να πηγαίνει κάθε Κυριακή στην Εκκλησία .
Έστειλε μήνυμα στους γιούς της , να της στείλουν τα παιδιά αλλά εκείνοι δεν ανταποκρίθηκαν . Η Πολυξένη την καθησύχαζε .
-Θα τους περάσει γειτόνισσα και όλα θα γίνουν όπως πρώτα , αλλά δεν μου είπες γιατί σου κάκιωσαν ?????
-Τίποτα Πολυξένη  μου , να με κάτι κληρονομικά .
-Πάντα και παντού το κέρδος πιά . φιλοσόφησε η  φίλη της .
Ο καιρός περνούσε και η Μυρσίνη άρχισε να βγαίνει στα χωράφια πάλι και να ασχολείται με την Γίδα της και μάλιστα φύτεψε και περιβόλι . Αφ’’ενός ένοιωθε ζωτικότητα και αφ’’ετέρου οι γιοί της που την προμήθευαν  όλα τα χρόνια κηπευτικά σταμάτησαν και έτσι ήταν ανάγκη να κάνει περιβόλι . Μανάβικο δεν είχε στο χωριό και η Πολυξένη  δεν είχε τόσα  , που να περισσεύουν να της δίνει .
Ηρθε η άνοιξη και μοσχοβόλησε η γης , από τις μυρουδιές των ανθών που στόλιζαν το χώμα . Το Πάσχα είχε πέσει αρχές Μαΐου και είχαν αρχίσει ζέστες .
Η Μυρσίνη έστειλε να της φέρουν από την χώρα , ένα μεγάλο σακί ασβέστη , για να έχει να ασπρίζει  .
Ταυτόχρονα βοηθούσε την Πολυξένη  , που υπέφερε από τενοντίτιδα , στις δουλειές της και σε ότι χρειαζόταν . ¨Ήταν καλές φίλες και συμπονούσε η μία την άλλη .
Η  Πολυξένη   είπε της φίλης της να την βοηθήσει να ασπρίσουν το κατώι που ζούσε ο  Ηλίας   για να ομορφύνει και να μην είναι σαν το ζώο , μέσα στην βρωμιά .
Η Μυρσίνη φόρεσε κάτι παλιά ρούχα και πήγε . Η Πολυξένη  ξεκλείδωσε και μπήκαν στο κατώι . Ο  Ηλίας ήταν στις ιδιοτροπίες του .  Ενοχλήθηκε πολύ και άρχισε να βρίζει και να ουρλιάζει .
-Ησύχασε γιόκα μου του μίλησε γλυκά η Μυρσίνη , να θα σου κάνουμε το δωμάτιο γαμπριάτικο  , μη γκρινιάζεις .
Ο  Ηλίας    δεν ήθελε να τον ενοχλούν με καθαριότητες . Δεν του άρεσε να χαλάει η σειρά του και σε μια έξαρση φοβερή , σάλταρε πάνω στην μάνα του και την δάγκωνε .
Η Μυρσίνη τον τραβούσε και αν και δυνατή , δεν μπορούσε να τον κάνει ζάπι .
 Με το ένα χέρι κράταγε την μάνα του και την δάγκωνε και στο άλλο κρατούσε κάτι σφιχτά  . Ούρλιαζε  και από το άνευρο κάτω χείλος του που κρεμόταν ,  έτρεχαν σάλια . Η Μυρσίνη ήταν δυνατή σαν ¨Άλογο του δίνει μια στο χέρι που είχε γαντζώσει την Πολυξένη  αλλά τίποτα , τότε του κοπανάει μια στον βραχίονα  του άλλου χεριού του και αμέσως άνοιξε η  χούφτα του και κάτι κύλησε στο χωμάτινο δάπεδο . Ο   Ηλίας έσκυψε να το πιάσει , μη αφήνοντας την μάνα του , που βογκούσε από τον πόνο  . Πιο σβέλτη όμως η Μυρσίνη το άρπαξε . Είχε μεγάλη περιέργεια να δει τι ήταν αυτό , που κρατούσε τόσο σφιχτά στο χέρι του χρόνια τώρα και το υπερασπιζόταν με τόση επιμονή ,  αυτό το δυστυχισμένο πλάσμα .
Ήταν ένα πανί , που δεν έμοιαζε με τίποτα και ενώ ο Ηλίας   χτυπούσε και δάγκανε την μάνα του , εκείνη πλησίασε την τρύπα στην πόρτα . Άνοιξε το βρωμισμένο πανί και ένας παγωμένος ωκεανός χύθηκε , κάτω από το δέρμα της και έπνιξε την ψυχή της . Σε κάποιο σημείο στο χιλιοτρυπημένο  κουρέλι , είδε ολοκάθαρα το κεντημένο Μ της Μυριάνθης της . Κέρωσε . Ξαφνικά αναποδογύρισαν τα πάντα . Κατάλαβε .
Το πήρε  και πήγε σπίτι της . Ήθελε να ουρλιάξει , αλλά δεν έβγαινε ήχος . Ήθελε να πνίξει το Σύμπαν στα δάκρυα της , αλλά τα μάτια της έμειναν στεγνά . Ήθελε να σκίσει το στέρνο της , αλλά τα χέρια της ήταν μαραμένα . Έμεινε σαν το άγαλμα , μέχρι την άλλη μέρα το πρωί .
Η  Πολυξένη  αφού είδε ότι η Μυρσίνη κατάλαβε και ήξερε πιά , παράτησε το κατώι και αφού τρόμαξε να φύγει από τα νύχια του γιου της , περίμενε με τρόμο στην καρδιά να έρθει αντιμέτωπη με την Μυρσίνη . Δε έφταιγε και ούτε είχε πρόθεση να θυσιάσει της κόρη της φίλης της . Τότε που πήγε  να δει την άρρωστη αδελφή της στο πέρα χωριό ,  την άφησε να την προσέχει . Η Μυριάνθη ήταν ένα ευγενικό και καλό πλάσμα και την βοηθούσε . Μια μέρα που είχε αγριέψει ο Ηλίας  , πήγε πρόθυμα  μαζί με την μητέρα του , να του μιλήσει και να τον ημερέψει . Την άκουγε πολύ ο γιος της . Εκείνη την μέρα όμως η  Πολυξένη  , είδε τον τρελό πόθο  στα μάτια του , συνάμα και  ένα βαθύ παράπονο  και με βαριά καρδιά , είπε της Μυριάνθης ότι θα πάει να φέρει ρούχα καθαρά να τον αλλάξει μετά  και για πρώτη φορά την άφησε μόνη , με τον γιό της . Άνοιξε την πόρτα  του κατωγιού , βγήκε και γύρισε το κλειδί . Κάθισε πιο πέρα και έκλεισε τα αυτιά της στα ουρλιαχτά του κοριτσιού . Χρόνια και χρόνια και ακόμα οι σπαραχτικές φωνές και τα κλάματα της Μυριάνθης , στοίχειωναν τις νύχτες και τις μέρες της  . Όμως ήταν μάνα και νόμιζε έκανε  για τον γιό της , αυτό που έπρεπε σαν μάνα να κάνει .
Η Μυριάνθη δεν κατάλαβε την παγίδα .  Ήταν άδολη . Νόμισε ότι η θειά Πολυξένη  πήγε όντως να φέρει ρούχα και όταν εκείνη ξεκλείδωσε  , δεν της είπε τίποτα . Πήγε στο σπίτι και πλύθηκε . Το εσώρουχο δεν το φορούσε , τα άλλα άναψε φωτιά και τα έκαψε . Δεν είπε τίποτα στα αδέλφια της το βράδυ , μηδέ και στην μάνα της που γύρισε μετά από είκοσι μέρες . Σιχαινόταν και ντρεπόταν . Όταν πέρασαν τρεις  μήνες και δεν είδε περίοδο  , το είπε στην μάνα της . Εκείνη κατάλαβε και την πίεσε να της πει τι έκανε και με ποιόν . Η Μυριάνθη δεν έβγαλε μιλιά . Τότε η μάνα της γινατεύθηκε , την έδειρε μέχρι λιποθυμίας και αφού την έβαλε ανάσκελα , άρχισε να πηδάει επάνω στην κοιλιά της , για να πέσει το παιδί . Έτσι την βρήκε η Πολυξένη και ήξερε τι είχε γίνει , με τον θάνατο της .
Την άλλη μέρα η Μυριάνθη  άργησε να ξυπνήσει και κατά το μεσημέρι ο Πέτρος , είδε ότι η αδελφή του ήταν νεκρή .
Το μυαλό της Μυρσίνης γύριζε σαν ανεμόμυλος . Είχε πάθει σοκ από την αποκάλυψη και χιλιάδες συναισθήματα την έπνιγαν . Θυμήθηκε τον Ανέστη , τον σκότωσε άδικα και άδικα υποψιάσθηκε τους γιούς της . Όλα λάθος τα έκανε και δεν είχα καμιά δικαιολογία να πιαστεί .
Ούτε έφαγε ούτε ήπιε όλη την ημέρα . Το βράδυ φώναξε την Πολυξένη  . Εκείνη διστακτική και με έναν τρελό φόβο μέσα της , πήγε . Ήξερε πως δεν είχε τρόπο να το αποφύγει αυτό και έτσι αποφάσισε να ξεκαθαρίσει μια και έξω με την Μυρσίνη .
-Μυρσίνη μάνα είσαι και καταλαβαίνεις .
-Σκάσε σκάσε Οχιά . Σκάσε μόνο στον Διάβολο να μιλάς . Πήρε ένα σχοινί και πριν καταλάβει  εκείνη να αντιδράσει ,  της έδεσε τα χέρια και κατόπιν  την έδεσε στο βαρύ σιδερένιο κρεβάτι . Όταν άρχισε η Πολυξένη  να φωνάζει , της έχωσε  μια πετσέτα στο στόμα και μετά τελετουργικά πήρε ένα μπιντόνι πετρέλαιο , ένα κερί και σπίρτα , άνοιξε την πόρτα και πήγε απέναντι . Ήξερε που έβαζε το κλειδί του κατωγιού . Άνοιξε και μπήκε . Ο Ηλίας   κοιμόταν βαθειά . Του είχε δώσει χάπια με την σούπα η μάνα του και  δεν άκουσε τίποτα  . Άδειασε το μπιντόνι και έβαλε φωτιά. Βγήκε και κλείδωσε . Πήγε σπίτι της και έλυσε μόνο τον κόμπο , που ήταν στο κρεβάτι  . Τράβηξε την  δεμένη Πολυξένη  στο παράθυρο . Η φωτιά έτρωγε ότι έβρισκε μπροστά της . Τα ουρλιαχτά πόνου  του Ηλία   , σκέπαζαν τα πάντα .
Τα μάτια της μάνας του  έτρεχαν δάκρυα και από το μπουκωμένο της στόμα έβγαιναν βογκητά , άπειρου πόνου .
-Κοίτα κοίτα  Πολυξένη   , κοίτα και νοιώσε πόνο . Μου μακέλεψες το κρίνο μου . Το  κορίτσι μου και από την άλλη μου συμπαραστεκόσουν Οχιά . Κοίτα και άκου τον γιό σου που πεθαίνει , έτσι φριχτά .
Κόσμος είχε μαζευτεί και προσπαθούσε με κουβάδες να σβήσει την φωτιά . Τα ουρλιαχτά του Ηλία  σταμάτησαν . Η πόρτα του κατωγιού κάηκε και έπεσε η μισή με θόρυβο κάτω . Ψάχνανε για την Πολυξένη και ενόσω δεν την είδαν πουθενά , ούτε στο σπίτι , ούτε έξω υπέθεσαν ότι κάηκε και εκείνη μαζί με τον γιό της .
Οι χωριανοί  αφού  περιόρισαν  την φωτιά και σχεδόν  την έσβησαν  , πήγαν στα σπίτια τους αφού αποφάσισαν την άλλη μέρα να πάει κάποιος στην χώρα να κανονίσει για τους σωρούς της Πολυξένης  και του γιου της  . Όλοι ήταν συγκλονισμένοι
Η Μυρσίνη σαν καλοφαγωμένη Ύαινα απολάμβανε την εκδίκηση της . Κάπου ακούστηκε ένας Πετεινός  . Βγήκε στην αυλή και έβαλε να γεμίσει τον λάκκο που είχε για να σβήνει τον ασβέστη . Αφού έβαλε όσο νερό υπολόγισε , μπήκε στο σπίτι και έβγαλε έξω την Πολυξένη  . Έριξε τον ασβέστη στο νερό και όταν άρχισε να χοχλάζει , άρπαξε την  γειτόνισσα της  και την πέταξε μέσα . Κάθισε αρκετή ώρα μέχρι που δεν τάραζε τίποτα τον λάκκο . Μετά μπήκε στο σπίτι , άναψε το καντήλι , ζήτησε συγχώρεση από τον Θεό  και κίνησε για το νεκροταφείο . Είχε φέξει για τα καλά  . Αφού έφθασε στον μνήμα της κόρης της , άνοιξε μια λακκουβίτσα και έχωσε μέσα το εσώρουχο της  , με την σκέψη ότι της ξαναδίνει την αγνότητα της  . Φίλησε το χώμα που την σκέπαζε και κίνησε για την περιοχή της  ‘πόρτας του άλλου κόσμου ‘’ . έτσι λεγόταν το μέρος γιατί είχε μια πηγάδα πολύ μεγάλη , με απύθμενο βάθος . Έφθασε  στο χείλος της πηγάδας και αφού έριξε μια ματιά πάνω από τα δέντρα στο νεκροταφείο , φαινόταν μόνο οι κορφές από δυό κυπαρίσσια , έδωσε μια και πήδησε μέσα .