‘H ανυπόφορη ποιητική επανάληψη της κυρίας Κικής Δημουλά»

Η κυρία Δημουλά αποδείχτηκε τελικά ότι είναι ικανή να κλαίει μόνο για έναν καθρέφτη, όπου σε αυτόν τον καθρέφτη βλέπει το είδωλό της. Είναι ερωτευμένη με τον εαυτό της

Της Ζωής Χαλιδιά

Δεν με ενδιαφέρει αν η κυρία Δημουλά ξέρει να ζυμώνει με κόμπους στο λαιμό το συναίσθημά της, αν ξέρει να πλάθει με τρυφερότητα τις λέξεις, αν ξέρει να τακτοποιεί λυρικά τις αράδες της, την μία δίπλα στην άλλη. Δεν με ενδιαφέρει αν εν ολίγοις πλάθει κουλουράκια με τα δυο χεράκια και τα εναποθέτει ως προσκυνητής στη λογοτεχνική λαμαρίνα.

Με ενδιαφέρει ότι το Ενός λεπτού μαζί που έγραψε, κρατά μια ζωή, αποδεικνύοντας ότι όλη της η τέχνη είναι η επιτομή της ομφαλοσκόπησης.

Βεβαίως δικαίωμά της να βυζαίνει το σύμπτωμά της, δικαίωμά της να γράφει και να ζει όπως αγαπά, αλλά από τη στιγμή που για μία ακόμα φορά βραβεύεται και από τη στιγμή που για μία ακόμη φορά δίνει συνέντευξη, δικαιούμαι κι εγώ να βγω να πω ότι: βαρέθηκα την ποίηση της κυρίας Δημουλά.

Δεν αντέχω άλλο τις αποσιωπητικές της εικόνες, δεν αντέχω άλλο τιςλυπημένες φράσεις της, τις εαρινές της διαθέσεις.  Δεν αντέχω άλλο το καθώς πρέπει συναισθηματικό της αντιμάμαλο, με κούρασε η λογοτεχνική της μονοτονία. Δεν αντέχω άλλο η επόμενη στροφή, η επόμενη αράδα να με βγάζει πάντα στον ίσιο δρόμο.
Επιτέλους, στην ηλικία της, η κυρία Δημουλά όφειλε να έχει κατεβεί έστω και μια φορά στο κέντρο της ζωής, και να έχει, έστω και μία φορά, λερώσει τις λέξεις της  με τα κάτουρα των εξαθλιωμένων ανθρώπων και όχι να τις εμποτίζει μονάχα στα ροδόνερα των σιωπηλών ερώτων της και στην αρμύρα των δακρύων της.
Επιτέλους, στην ηλικία της, η κυρία Δημουλά θα έπρεπε να έχει καταδεχτεί, έστω και μία φορά, να συναναστραφεί και άλλους πόνους πέραν των δικών της, να έχει στριμωχθεί με ανθρώπους που δεν τους κούρασε πολύ η Κυριακή αλλά η φτώχεια, η ανεργία, η φυλακή – η πρέζα ίσως; Επιτέλους, σαν τους μεγάλους ποιητές, έστω μια φορά, ας είχε «γλύψει με τη γλώσσα των πλακάτ τις φθισικές ροχάλες»*.
Εκείνο πάντως που πυροδότησε την διάθεσή μου να πω ότι πλέον βαριέμαι την ποίηση της κυρίας Δημουλά ήταν οι παντελώς άνοστες και χωρίς δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης απαντήσεις που έδωσε στις ερωτήσεις που της έθεσε ο κ. Γιάννης Μπασκόζος, για την εφημερίδα Το Βήμα. Εκεί συνειδητοποιήσα ότι η ποιήτρια είναι γυμνή. Ή μάλλον κενή περιεχομένου. Καμία σπιρτάδα στις απαντήσεις της, κανένα φως, τίποτα. Και την ίδια ώρα, επιμελώς σιωπά για τα σημαντικά και απλώς ονοματίζει τα κακώς κείμενα. Οι απόψεις της είναι όπως η ποίησή της: ανώδυνες. Διαβάζονται όπως και οι ποιητικές της συλλογές, δίπλα στο τζάκι, με ένα σαλάκι ριγμένο πάνω στα γόνατα ή στους ώμους.
Η κυρία Δημουλά αποδείχτηκε τελικά ότι είναι ικανή να κλαίει μόνο για έναν καθρέφτη, όπου σε αυτόν τον καθρέφτη βλέπει το είδωλό της. Είναι ερωτευμένη με τον εαυτό της.

Κι ο Μαγιακόφσκι ποίησε για τον έρωτα αλλά όταν το έκανε μεγαλούργησε, δεν έκατσε να μαλάξει τις λέξεις. Τις πυρπόλησε!

Βεβαίως ο Μαγιακόφσκι στο τέλος τίναξε και τα μυαλά του στον αέρα ως ποιητής που ήταν, ενώ η κυρία Δημουλά, ως αυτό που είναι, απλά έκατσε και της έζεψαν στο λαιμό ένα ακόμα χαϊμαλί επιβράβευσης, με τον τίτλο Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας.
http://rnbnet.gr/