Αριστείδης Κλάδος-«ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΩΡΙΚΟΣ» από το 1955

 

Της Ρίκης Ματαλλιωτάκη

 

 

Βρισκόμαστε στο πρώτο έτος της δεκαετίας του 1950 κι  ένας  νεαρός αριστερός λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων  δεν γίνεται δεκτός στο τομέα της Χημείας που είχε επιτύχει. Αποφασίζει όμως να δοκιμάσει τη τύχη του στο Πολυτεχνείο που μετά  τον εμφύλιο ήταν και η  μόνη σχολή η οποία σε δεχόταν χωρίς πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων γιαυτό κιόλας επιλεγόταν κατά το πλείστον από ανθρώπους που είχαν τέτοιου είδους προβλήματα.

Έρχεται αντιμέτωπος με την αποτυχία για δεύτερη φορά  κι ενώ έχομε φθάσει πια στο 1953, μια παράξενη σύμπτωση καθορίζει ολόκληρη  τη  ζωή του ευχάριστα  από ένα δυσάρεστο  τηλεφώνημα που έρχεται απροσδόκητα  από τους δικούς του στη Κρήτη:

Στο διάστημα που ο ίδιος έλειπε, ο αδελφός του  Γεώργιος Κλάδος, μετέπειτα Δήμαρχος Ανωγείων, μαζί με την αδελφή του έχουν ανοίξει ένα κατάστημα πωλήσεως βιβλίων με δόσεις στο Ηράκλειο, συλλαμβάνονται όμως σαν αντιστασιακοί,  στέλνονται εξορία για δεύτερη φορά και ο Αριστείδης Κλάδος πρέπει επειγόντως να επιστρέψει πίσω για να διατηρήσει το κατάστημα που είναι και ο μόνος οικογενειακός πόρος επιβίωσης.

Το γεγονός πως όσοι ήταν αριστεροί ή κυνηγημένοι τότε αδυνατούσαν να βρουν οπουδήποτε αλλού δουλειά με αποτέλεσμα να  καταλήγουν σχεδόν όλοι πλασιέ βιβλίων δεν ενθαρρύνει κι ιδιαίτερα το νεαρό που επιστρέφει μεν  αναγκαστικά από την Αθήνα αλλά με αρκετή δυσφορία πιάνει τη τσάντα κι αρχίζει να χτυπά μία μία τις πόρτες παλεύοντας να πουλήσει το υψηλής ποιότητας εμπόρευμα του.

Κάπως έτσι ξεκινά η πρώτη εμπορική επαφή του Αριστείδη Κλάδου με

τον κόσμο του βιβλίου, πολύ σύντομα το άσχημο και προσβλητικό της υπόθεσης «πόρτα- πόρτα» ξεπερνιέται μέσα του κι επειδή πάντα πριν πουλήσει διάβαζε για να ξέρει τι πουλά, ο νεαρός πλασιέ αρχίζει να χαίρει μεγάλης εκτίμησης  από τους ανθρώπους του βιβλίου στο Ηράκλειο αποκτώντας εν καιρώ  μόνιμους πελάτες  όπως  το γνωστό οφθαλμίατρο Αντωνόπουλο, το γιατρό  Γιαμαλάκη, το Παναγιώτη Ραπίδη κ. α.

Το 1961 άλλη μια συγκυρία έρχεται για να τον συνδέσει ακόμα πιο στενά με το μαγικό κόσμο του βιβλίου, η γνωριμία με τη γυναίκα του που μαζί   με το πατέρα της Γιάννη Μακρίδη έχουν το «ΔΩΡΙΚΟ», ένα  από τους εκδοτικούς οίκους που κατάφεραν να  διαμομορφώσουν  μια κατάσταση επιπέδου στην ελληνική αγορά  του βιβλίου την εποχή εκείνη.

Αμέσως μετά το γάμο του  λοιπόν ο Αριστείδης Κλάδος αποχωρεί πια δια παντός από τη Κρήτη αφήνοντας στον αδελφό του  την επιχείρηση , που η εργατικότητα του την έχει ήδη επεκτείνει με υποκαταστήματα σε όλη τη Κρήτη, κι ο ίδιος αναλαμβάνει πλέον τον «ΔΩΡΙΚΟ» που προϋπάρχει από το 1955 έχοντας στο ενεργητικό του σαν πρώτα πονήματα  βιβλία όπως την «Παιδική Μυθολογία» της Έφης Στρατής, το «Λεξικό του Ελευθερουδάκη» σε πρώτη έκδοση τον «Αμαρτωλό» του Μιχάλη Περάνθη, μια μυθιστορηματική βιογραφία του Καβάφη  καθώς επίσης , από ένα σημείο κι έπειτα , όλα τα βιβλία του Νίκου Καζαντζάκη  μια και η άνοδος του «ΔΩΡΙΚΟΥ» συνέπεσε με τη περίοδο που η Ελένη Καζαντζάκη, χήρα πια  του μεγάλου Κρητικού συγγραφέα, έρχεται σε ρήξη με το «ΔΙΦΡΟ», τον εκδοτικό οίκο που συνεργαζόταν ως τότε,  και δίδει  αλλού το δικαίωμα της έκδοσης.

Το διάστημα περίπου που αναλαμβάνει τη διεύθυνση του «ΔΩΡΙΚΟΥ» ο Αριστείδης Κλάδος,  συμπίπτει με το διάστημα που μεσουρανεί ένας άλλος, μεγάλος Έλληνας συγγραφέας, ο Μενέλαος Λουντέμης, του οποίου το εύρος της γραφής κάλυπτε επί  πάρα πολλά χρόνια το σαράντα πέντε τοις εκατό των πωλήσεων της αγοράς.

Τα βιβλία του εκδίδονται  επί πολλά χρόνια επίσης από το «ΔΩΡΙΚΟ» μέσα από μια συνεργασία που επέτρεψε στον εκδότη να γνωρίσει από κοντά το συγγραφέα ούτως ώστε να έχει σήμερα μια πέρα για πέρα αποσαφηνισμένη γνώμη για εκείνον:

«Ο Μενέλαος Λουντέμης» πληροφορεί ο κ. Κλάδος «ήταν ένα σπάνιο δείγμα  ντόμπρου και φωτισμένου ανθρώπου και παράλληλα ένα πνεύμα σε συνεχή εγρήγορση. Αν για την αξία του  θέλει να κάνει ένσταση κάποιος μπορεί χρησιμοποιώντας το επιχείρημα ότι μερικές φορές πλατείαζε στα βιβλία του αλλά και  πάλι  αυτό δεν αφαιρεί την αυθεντικότητα του συγγραφέα που έγραψε για το φτωχό, το ταλαιπωρημένο, τον αδύναμο και τον ανήμπορο. Η επίδραση του στο κόσμο, μικρούς και μεγάλους, ήταν αφάνταστα  μεγάλη και  χαραχηριστικό είναι  το γεγονός, που πιστοποιείται μάλιστα και ιστορικά, κάποιων κρατουμένων στη Κέρκυρα  οι οποίοι πριν πάνε για εκτέλεση πέρασαν τη τελευταία νύχτα της ζωής τους διαβάζοντας αποσπάσματα από το «Καληνύχτα ζωή» του Λουντέμη, τέτοιου βεληνεκούς  ήταν η συνεισφορά του στα ελληνική γράμματα!»

« Από το «ΔΩΡΙΚΟ» συνεχίζει ο κ. Κλάδος, πέρασαν τα πιο μεγάλα ονόματα της Ελληνικής Λογοτεχνίας τότε όμως που τα βιβλία είχαν μια διαφορετική γεύση και μια εντελώς διαφορετική μορφή από τη σημερινή: Νίκος Καζαντζάκης, Μιχάλης Περάνθης, Δημήτρης Φωτιάδης, Λιλίκα Νάκου, Άρης Βελουχιώτης, Έλλη Αλεξίου, τα βιβλία της Ελένης Κροντηρά γνωστότερη ως   «Θεία Λένα» καθώς επίσης και σπουδαίοι τίτλοι της ξένης Λογοτεχνίας όπως «Δόκτωρ Ζιβάγκο» και άλλοι.

Μιλάμε φυσικά για την εποχή που στην Αθήνα δεν υπάρχουν παρά ελάχιστοι εκδοτικοί οίκοι, όχι πάνω από πενήντα, και που στην κυριολεξία όλοι  τους δεν είναι παρά μικρές, οικογενειακές επιχειρήσεις απλώς.

«Φέξης» «Εστία» «Παπαδήμας» «Καρδαμής» «Γκοβόστης» «Καραβίας» «Μαρής»

είναι μερικά μόνο από τα ονόματα που με τρόπο γεμάτο από σεβασμό κρατούν το επιχειρείν  του βιβλίου στα χέρια τους, αντίθετα εντελώς από καταστάσεις σημερινές που ο οποιοσδήποτε διαθέτει λίγα χρήματα μπορεί να γίνει εκδότης. Και τότε φυσικά, όπως πάντα, το πρώτο κριτήριο για την έκδοση ενός βιβλίου ήταν το όνομα,  μόνο που τότε η έκδοση δέκα βιβλίων το χρόνο , στη καλύτερη περίπτωση,  ήταν θαύμα.

Κι είναι  πολύ λογικό το νούμερο αυτό αν σκεφτεί κανείς πως τα μέσα  για να γίνει γνωστό ένα βιβλίο, η σημερινή διαφήμιση δηλαδή, περιορίζονταν μόνο στις εφημερίδες και στη γνώμη κάποιων ανθρώπων ολκής  που πληρώνονταν αποκλειστικά γιαυτή η δουλειά  και για το λόγο τούτο είχες κι εμπιστοσύνη σε ότι έγραφαν  ακριβώς επειδή είχαν τη δυνατότητα για να το   γράψουνε.

Επειδή λοιπόν είχα την ευκαιρία να ζήσω εμπορικά και την μια εποχή του βιβλίου και την άλλη, σήμερα δυστυχώς μπορώ να διακρίνω κάτι που ούτε ο ίδιος ακόμα δεν θέλω να παραδεχτώ. Η  άγονη εποχή  του βιβλίου όμως, αν θέλουμε φυσικά να τη πούμε με το όνομα της,  οδηγεί ολοταχώς προς το σβήσιμο  πάρα πολλών ελληνικών εκδοτικών οίκων  αφού  το μέλλον τους διαγράφεται όμοιο με εκείνο των σούπερ- μάρκετ μια και όλο και περισσότεροι κλείνουν  συμφωνίες με μεγάλες πολυεθνικές για την έκδοση βιβλίων αναλόγων  συμφερόντων..»

.