Ασπασία  Παπαδοπεράκη:     Η γλύπτρια που δημιουργεί αριστουργήματα σε μια σπηλιά, αρχείο λατομείο, της Κνωσού

 

 

 

Συνέντευξη στη Ρίκη Ματαλλιωτάκη

 

Την επιθυμία  για τέχνη  την ένιωσε  κυριαρχικά μέσα της  από τα πολύ παιδικά της χρόνιας,  απόρροια ενός περιβάλλοντος γεμάτου αισθητική από τα πιο μικρές, τις πλέον ασήμαντες λεπτομέρειες του έως τα πιο μεγάλα γεγονότα που διαμορφώνουν την  καθημερινότητα  της ζωής μετατρέποντας την σε χρώμα..

Αδελφή του μεγάλου ζωγράφου Θωμά Παπαδοπεράκη , ο οποίος πέθανε πρόσφατα, και παιδί μιας οικογένειας  δίχως κανένα  τυπικό  τίτλο αντίθετα όμως με πολλούς ουσιαστικούς{η μητέρα της ήταν απόγονος έκτη στη σειρά  από την γενιά του Δασκαλογιάννη} η Ασπασία Παπαδοπεράκη θυμάται ακόμα τις Κυριακές της σαν παιδί  στο Ηράκλειο που δεν ξεχώριζαν καθόλου μα καθόλου από γιορτή.

Τούτες οι Κυριακάτικες γιορτές και η προτροπή της μάνας που  αποτυπώθηκε ανεξίτηλα μέσα της έφεραν το  αποτέλεσμα μιας

παγκόσμιας αναγνώρισης:

Αριστουργήματα εικαστικής τέχνης    που μέσα σε μια σπηλιά, αρχαίο λατομείο της Κνωσού, δημιουργούν με χαλκό και μάρμαρο τα χέρια της γλύπτριας Ασπασίας Παπαδοπεράκη, μια γυναίκα  που με την δουλειά της τιμά την Κρήτη!

 

Μιλήστε μας λίγο για τον εαυτό σας κυρία Παπαδοπεράκη σε πιο προσωπικό επίπεδο.

 

Οι γονείς μου κατάγονται από την Κίσσαμο Χανίων  και ήταν  και οι δυο τους μιας ιδιαίτερης φύσης άνθρωποι. Μπορεί ο πατέρας μου να μην είχε τελειώσει το Γυμνάσιο και η μητέρα μου ούτε καν το Δημοτικό  εν τούτοις όμως την αισθητική την κουβαλούσαν στην κυτταρική τους μνήμη  και  το μοναδικό μέλημα τούτων των αγράμματων ανθρώπων ήταν  πως θα σπουδάσουν τα παιδιά τους.

Η φυσική τους καλλιέργεια μας καθόρισε και τις πράξεις της μητέρας μου μόνο με πράξεις μιας γυναίκας της Αναγέννησης θα μπορούσα να τις παρομοιάσω αφού  διαβλέποντας το ταλέντο του γιου της του Θωμά όταν ακόμα δεν ήταν ούτε δώδεκα χρονών τον έπιασε με το ίδια της τα χέρια και τον παρέδωσε για να μαθητεύσει στη ζωγραφική δίπλα  στο ζωγράφο Καρτάκη. Και φαντασθείτε ότι μιλάμε φυσικά για μια εποχή που οι ζωγράφοι και οι καλλιτέχνες γενικώς όχι μόνο δεν υπολογίζονταν από το υπόλοιπο σύνολο ότι έκαναν κάτι αλλά αντίθετα εντελώς θεωρούνταν  οι τρελοί του χωριού και τα παράσιτα.

 

 Αυτή ήταν η προτροπή της μητέρας σας στον αδελφό σας τον Θωμά.  Η προτροπή  της απέναντι σας ποια ήταν.

 

Με ένα παρόμοιο τρόπο θα έλεγα. Το  1958,μετά από μια φυλλοξήρα που έφερε  την οικονομική καταστροφή σε όλο σχεδόν το Ηράκλειο κι σ΄ εμάς βεβαίως, η μητέρα μου γέμισε ένα μπαούλο με τα απολύτως απαραίτητα προσωπικά μου και χώνοντας  κι ένα  πενηντάρι στο χέρι μου με έσπρωξε σχεδόν έξω από το σπίτι λέγοντας μου: «Εγώ δεν έχω την δυνατότητα να σε βοηθήσω, γιαυτό λοιπόν θα πας στην Αθήνα, θα  δουλέψεις και θα σπουδάσεις μόνη σου..»

Η προτροπή τούτη  καθόρισε ολάκερη την ζωή και τις μετέπειτα προσπάθειες μου, με σημάδεψε θα ήταν σωστότερο αν έλεγα.

 Με την προτροπή λοιπόν της γυναίκας που σας γέννησε ανεβαίνετε στην Αθήνα , δουλεύετε και συνάμα  σπουδάζετε στη Σχολή Καλών Τεχνών.

Κάπως έτσι συνέβησαν τα πράγματα έως ότου πήρα και μια υποτροφία για το Παρίσι όπου παρέμεινα για τρία ολόκληρα χρόνια σπουδάζοντας δίπλα σε μεγάλους δασκάλους. Ακόμα  όμως κι όταν επέστρεψα πίσω δεν σταμάτησα  επί μια ολόκληρη εικοσαετία να ταξιδεύω για ένα μήνα κάθε χρόνο στην Ευρώπη για να ενημερώνομαι.

 

Η πρώτη μεγάλη επιτυχία πότε προέκυψε.

 

Το 1978 στην πρώτη ατομική μου έκθεση στην γκαλερί «ΩΡΑ». Δημιουργήθηκε μια τέτοια εντύπωση από τα έργα μου που με έστειλαν στην Αλεξάνδρεια, στη  Binnale και εκεί δίνω υποψηφιότητα  για μια θέση στη Σχολή Καλών Τεχνών μια και πάντα παράλληλα με την γλυπτική έκανα και μελέτες με αποτέλεσμα αυτό να με οδηγεί στην επιθυμία να διδάξω. Την θέση βέβαια δεν την πήρα τελικά γιατί με θεώρησαν πολύ νέα και γυναίκα, με πρότειναν όμως  τρεις καθηγητές για την θέση του επιστημονικού συνεργάτη τότε που ούτε κι αυτή την πήρα. Από την όλη εμπειρία όμως μου ανοίχτηκε ένας δρόμος με πολύ διάλογο και επικοινωνία με τον κόσμο με αποτέλεσμα να μου ανατεθεί η δημιουργία της κατασκευής του Καβάφη. Αμέσως μόλις επιστρέφω από το Biennial μου ανατίθεται και η δημιουργία της κατασκευής της προτομής της Μαρίας Κάλλας κι αμέσως κατόπιν η  προτομή του Νίκου Ξυλούρη.

Σήμερα μοιράζεται τον χρόνο σας  σε Αθήνα και Ηράκλειο  εξακολουθώντας να εργάζεστε στη  γενέθλια πόλη σας σε μια σπηλιά, αρχαίο λατομείο της Κνωσού, μια κι απ΄ ότι μου είπατε εκεί εμπνέεστε περισσότερο. Μάλιστα τώρα ετοιμάζεται το έργο της ζωής σας. Ποιο ακριβώς είναι το έργο αυτό;

Όντως είναι το έργο της ζωής μου και μου  ανατέθηκε το προηγούμενο καλοκαίρι  από την Παγκρήτια Συνεταιριστική Κρήτης, τώρα βρισκόμαστε προς το τέλος του. Πρόκειται για τις τρεις μεγαλύτερες μορφές του τόπου μας, τον Καζαντζάκη, τον Θεοτοκόπουλο και τον Κορνάρο  που και μόνο το εύρος των ονομάτων μου προκαλεί αφάνταστη συναισθηματική φόρτιση με την υπευθυνότητα που συνεπάγεται.

Από ολάκερη την συζήτηση μας μου δώσατε την εντύπωση ότι ο θαυμασμός  για τον αδελφό σας τον Θωμά έχει λάβει   διαστάσεις λατρείας.

Δεν κάνατε λάθος, πολύ σωστά σας δημιουργηθηκε  μια τέτοια  εντύπωση  αφού ο άνθρωπος αυτός ήταν ένα  σπάνιο φαινόμενο  κι από αυτόν ξεκινά στην κυριολεξία η ουσιαστική, εικαστική ιστορία του σπιτιού μας οπότε καιο θαυμασμός και η λατρεία του ανήκουν δικαιωματικά.

Ξέρετε δεν ήταν ούτε καν έξη χρονών  όταν άρχισε να ζωγραφίζει κι ανεπιφύλακτα μπορώ να πω  ότι ήδη από τότε ήταν επαγγελματίας ζωγράφος. Ο Θωμάς ήταν μια εντελώς ιδιάζουσα περίπτωση προικισμένου ανθρώπου, με πάθος για την ζωγραφική και τη γλυπτική Σκεφτείτε ότι το 1958 που πέθανε ο Καζαντζάκης ήταν μόλις 14 χρονών κι όμως μόλις ήλθε στο Ηράκλειο το μήνυμα του θανάτου του κάθισε και δίχως ούτε να φάει ούτε να κοιμηθεί για όσες μέρες χρειάστηκαν δημιούργησε τη  προτομή μεγάλου Κρητικού συγγραφέα που σήμερα βρίσκεται στο μουσείο Καζαντζάκη. Από αυτό και μόνο ελπίζω να καταλάβετε και να θεωρήσετε τον θαυμασμό μου   μα  και τη θλίψη μου για τον πρόωρο χαμό του δικαιολογημένο.