Η Βάσω Αποστολοπούλου-Αναστασίου εξομολογείται απο την «Πάροδο Μουσών»: «Πιστεύω σε μια «ελαστική Μοίρα»

Συνέντευξη στη Ρίκη Ματαλλιωτάκη

 

Γιατρός, φιλόζωη ως εκεί που δεν παίρνει άλλο, και ήδη καταξιωμένη συγγραφέας η Βάσω Αποστολοπούλου-Αναστασίου σε μια εξομολόγηση- χείμαρρο μας αποκαλύπτεται σήμερα, όχι μόνο σε ότι αφορά το τρίτο της πόνημα «Πάροδος Μουσών» και τα  του λογοτεχνικού της οίστρου αλλά. κι αυτό είναι πιο σημαντικό, για το πως είναι, πως νιώθει και πως λειτουργεί σαν άνθρωπος η ίδια…

 

Παροδος Μουσων… πολύ ελκυστικός τίτλος… αλήθεια, ποια ήταν η Μούσα που σας ενέπνευσε για τις Μούσες σας;

Ο τίτλος «Πάροδος Μουσών 9» είναι παραλλαγή της πραγματικής διεύθυνσης του σπιτιού που έμενα όταν ζούσα με την οικογένειά μου στη Βέροια, τη δεκαετία του ’60. Κι αυτή η διευκρίνιση εμπεριέχει και την απάντηση στο ερώτημά σας.

Η Βέροια, η πόλη που με γέννησε, με μεγάλωσε και φιλοξένησε την παιδική μου ηλικία, είναι η Μούσα που ενέπνευσε τις «Μούσες» μου, όπως πολύ επιτυχημένα το θέτετε. Για μένα ήταν και παρέμεινε μια πόλη μυθική – ίσως γιατί έφυγα νωρίς από κει, σε ηλικία 12 χρονών, και δεν πρόλαβε να την ξεφτίσει, να την ξεθωριάσει, να την απομυθοποιήσει η καθημερινότητα και η απώλεια της παιδικότητας και του ρομαντισμού που, μοιραία, υφιστάμεθα όλοι καθώς μεγαλώνουμε και χάνουμε την αθωότητά μας.

Ίσως, πάλι, γιατί έζησα πολύ όμορφα, πολύ ευτυχισμένα χρόνια στην αυλή που μεγάλωσα και στις γειτονιές που έπαιξα σαν παιδί – κι αυτή η ευτυχισμένη παιδική ηλικία στη συγκεκριμένη πόλη είναι για μένα, ακόμη και σήμερα, ό,τι η Γη για τον Ανταίο (όπως είχα γράψει παλιότερα σε κάποιο κείμενό μου) – ακουμπώ σ΄αυτήν και αντλώ δύναμη!

 

Μιλήστε μας για το βιβλίο σας

Το «Πάροδος Μουσών 9» είναι ένα μυθιστόρημα που, όπως και το πρώτο μου βιβλίο, το «Βαλς μιας ζωής», είναι περισσότερο ιστορία και λιγότερο μύθος. Διαδραματίζεται, όπως είπαμε, στη Βέροια της δεκαετίας του ΄60 και ΄70 και μέσα από τις σελίδες του περνά, σαν σε τοιχογραφία, ολόκληρη η πόλη εκείνης της εποχής. Η γειτονιά και το σπίτι που ζουν οι ηρωίδες είναι η γειτονιά και το σπίτι που μεγάλωσα. Το σχολείο που πηγαίνουν, οι εκδρομές που κάνουν, οι δρόμοι που περπατούν, ακόμα και η αυλή με τη μουριά που παίζουν, είναι όλα αυτοβιογραφικά. Ήταν κάτι σαν τάμα, να ζωντανέψω κάποια στιγμή μέσα σε ένα βιβλίο την πόλη που αγάπησα και αγαπώ βαθιά.

Σ’ αυτό λοιπόν το περιβάλλον μια χήρα μάνα, η Ουρανία, μεγαλώνει τις τρεις κόρες της, την Μελπομένη, την Θάλεια και την Κλειώ. Τα ονόματα φανταστικά, τα πρόσωπα και οι ιστορίες τους πραγματικές σε πολύ μεγάλο βαθμό. Με εξαίρεση την Ουρανία, που είναι συγγραφικό δημιούργημα, οι άλλες τρεις ηρωίδες είναι πρόσωπα του στενότερου και ευρύτερου συγγενικού μου περιβάλλοντος, γυναίκες υπαρκτές, άγνωστες μεταξύ τους και χωρίς καμία σχέση με τη Βέροια. Ωστόσο εγώ τις «έκανα» αδελφές και τις «μεγαλώνω» εκεί που μεγάλωσα κι εγώ, ακολουθώντας τα βήματά τους στη ζωή, τα λάθη, τις απογοητεύσεις, τις χαρές και τις τραγωδίες τους.

Ακόμη εμφανίζονται στις «Μούσες», σε «μικρούς ρόλους», πρόσωπα που «πρωταγωνίστησαν» στο «Βαλς», όπως ο Ορέστης και η Χριστίνα, δίνοντας στο δεύτερο βιβλίο  μια αίσθηση συνέχειας και οικειότητας για όσους έχουν διαβάσει το πρώτο – κάτι σαν sequel ιστορία, η οποία ωστόσο μπορεί να σταθεί απόλυτα αυτόνομα και χωρίς την γνώση του προηγούμενου.

Το βιβλίο είναι ουσιαστικά ένα αφιέρωμα με δύο αποδέκτες. Ο ένας είναι η αγαπημένη μου Βέροια. Ο άλλος είναι η γυναίκα που στάθηκε σαν δεύτερη μάνα μου και που θα έχει πάντα μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου – η Μαρία Αναστασίου, η μητέρα του άντρα μου. Η ιστορία τής Κλειώς, της μιας από τις τρεις αδελφές που πρωταγωνιστούν στο βιβλίο, έχει πάρα πολλά στοιχεία από την πραγματική ιστορία της ζωής της.

«Ποια πορεία σχεδίασαν οι Μοίρες για τα τρία κορίτσια;» αναρωτιέστε στο οπισθόφυλλο του βιβλίου σας… πιστεύτετε στην Μοίρα;

Πιστεύω σε μια «ελαστική Μοίρα». Και εξηγούμαι.

Θεωρώ πως γεννιόμαστε και κινούμαστε σε ένα ευρύ και ελαστικό πλαίσιο πιθανοτήτων και δυνατοτήτων και είναι στο χέρι μας να επιλέξουμε τι θα αξιοποιήσουμε και αν, τι θα αποφασίσουμε να κρατήσουμε και τι να απορρίψουμε και πώς θα χειριστούμε σχέσεις και καταστάσεις. Είναι σαν να περπατούμε σε έναν δρόμο με πολλές επιλογές – χωματόδρομο, χαλίκι, άσφαλτο, λάσπη, πεζοδρόμιο με πλάκες ή με γκαζόν – και είναι στο χερι μας να διαλέξουμε σε τι απ’ όλα αυτά θέλουμε να βαδίσουμε.

Πιστεύετε επίσης πως η πορεία του ανθρώπου είναι προδιαγεγραμμένη;

Ξεκινούμε τη ζωή μας με δυο μεγάλες προίκες – τα γονίδια, την κληρονομικότητά μας δηλαδή, και το περιβάλλον που μεγαλώνουμε και που μας παρέχει (ή όχι) τα σωστά και χρήσιμα εφόδια για να πορευτούμε στη ζωή μας

Και για μεν τα γονίδια δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι – όσο για το περιβάλλον, μια κάποια επίδραση μπορούμε να ασκήσουμε, ειδικά μεγαλώνοντας κι αποκτώντας «φωνή» μέσα σ’ αυτό. Εκείνο που σίγουρα είναι στο χέρι μας, είναι η σωστή ή μη χρήση των όποιων εφοδίων μας παρέχονται.

Μ’ αυτήν την οπτική λοιπόν θα έλεγα ότι υπάρχουν οι προδιαγραφές, τις οποίες ωστόσο εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από μας αν θα τις ακολουθήσουμε ή όχι.

Και μια και μιλάμε για Μοίρα, ποια είναι, κατά την γνώμη σας, η πορεία των βιβλίων σήμερα; Έχουν μοίρα με την τεράστια εξάπλωση του ίντερντετ, έχουν μέλλον;

Πράγματι το internet έχει τεράστια εξάπλωση και έχει γίνει προσιτό στον καθένα και από άποψη κόστους και από άποψη κάλυψης δικτύου. Είναι αναμφισβήτητα ένα μοναδικό εργαλείο, ένα τεράστιο παράθυρο σ’ ολόκληρο τον στον κόσμο και μια ανεξάντλητη πηγή πληροφοριών για σας, για μένα, για τον καθένα. Η αμεσότητα παροχής κάθε είδους πληροφόρησης, ακόμη και της πιο απίθανης και εξωφρενικής, το καθιστά ένα πανίσχυρο μέσο και του δίνει σαφές προβάδισμα έναντι του επιστημονικού βιβλίου – εγκυκλοπαίδεια ας πούμε.

Ωστόσο στον χώρο του  λογοτεχνικού βιβλίου έχει ένα μεγάλο μειονέκτημα- είναι ψυχρό, απρόσωπο, άχροο και άοσμο! Καμία σχέση με

το έντυπο, το «χάρτινο»,  όπως μου αρέσει να το αποκαλώ. Το βιβλίο που το πιάνεις στα χέρια σου, μυρίζεις το μελάνι και το χαρτί του, φυλλομετράς τις σελίδες του, «ζωγραφίζεις» στα περιθώριά του σκέψεις και παρατηρήσεις, γίνεται δικό σου, φιλαράκι και παρεάκι σου. Αυτό το βιβλίο θεωρώ πως δεν θα σταματήσει ποτέ να υπάρχει, να συγκινεί και να συντροφεύει τον αναγνώστη!

Πόσο καιρό σας παίρνει για να γράψετε ένα βιβλίο;

Αυτό είναι πολύ σχετικό κι εξαρτάται από πολλές παραμέτρους, με κυριότερη τον διαθέσιμο χρόνο μου. Το πρώτο βιβλίο μου, το «Βαλς μιας ζωής», το έγραφα ενώ υπηρετούσα ως γιατρός στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, οπότε ο χρόνος αυτός ήταν αρκετά περιορισμένος – γι αυτό και η συγγραφή του διήρκεσε γύρω στα δυόμισυ χρόνια.

Λίγο περισσότερο, γύρω στα τρία χρόνια, χρειάστηκα για τις «Μούσες» μου, οι οποίες γράφτηκαν κάτω από τις ίδιες συνθήκες ζωής και εργασίας – αν και εκείνες τις «καθυστέρησαν» η παράλληλη συγγραφή της νουβέλας «Φρίντα & Βικτώρια», που γράψαμε σε συνεργασία με τη Φώφη Walter-Κυρλίδου, και η ενασχόληση με την έκδοση της ποιητικής μου συλλογής «Ψηφίδες» τον Ιούνιο του 2014.

Το τρίτο μου βιβλίο με προσωρινό τίτλο «Δωροθέα», που είναι υπό συγγραφή, πιστεύω ότι θα το τελειώσω σε λιγότερο χρόνο – βλέπετε, είμαι πλέον συνταξιούχος!

Τι σας εμπνέει περισσότερο, ο πόνος ή η χαρά;

Όσον αφορά στον πεζό λόγο έκφρασης, με αγγίζουν και με εμπνέουν όλες οι αποχρώσεις  των συναισθημάτων με μια μικρή «αδυναμία» στον χιουμοριστικό λόγο, κάτι που αποτυπώνεται και σε αρκετά σημεία των βιβλίων μου, όσο κι αν αυτά κάθε άλλο παρά χιουμοριστικά είναι.

Στην ποίηση τώρα θα έλεγα ότι οδηγεί το χέρι μου περισσότερο ο πόνος, ο προβληματισμός και η οδύνη και λιγότερο η χαρά. Τη χαρά τη ζεις, την απολαμβάνεις – τον πόνο τον αποτυπώνεις στον ποιητικό Λόγο και κάπου τον μαλακώνεις, τον ξορκίζεις.

Δεν πάει πολύ καιρός που εκδώσατε και μια ποιητική συλλογή, τις «Ψηφίδες». Τι σας αντιπροσωπεύει καλύτερα, η ποίηση ή πεζός λόγος.

Τον Ιούνιο του 2014 κυκλοφόρησε η ποιητική μου συλλογή «Ψηφίδες» με εικοσιτρία ποιήματα που γράφτηκαν σε διάρκεια τριών χρόνων. Τα ποιήματα αυτά αποτελούν καταθέσεις σκέψεων και συναισθημάτων που πυροδοτήθηκαν από έντονες καταστάσεις και γεγονότα  στην προσωπική μου ζωή, στη ζωή δικών μου ανθρώπων ή στον ευρύτερο κοινωνικό μου περίγυρο. Αυτά τα συναισθήματα μόνο μέσα από την ποίηση μπορώ να τα εκφράσω

Ωστόσο ο βασικός τρόπος έκφρασης για μένα είναι ο πεζός λόγος. Εκείνος με αντιπροσωπεύει, εκείνον θεωρώ ότι μπορώ να χειριστώ καλύτερα και σ’ εκείνον έχω γράψει το σύνολο σχεδόν των πονημάτων μου.

Εκτός απο το γράψιμο ποια άλλα είναι τα ενδιαφέροντα σας;

Η οικογένειά μου (εκτός των άλλων αγαπημένων μου έχω και έναν υπέροχο εγγονούλη ενός έτους), οι φίλοι μου (πολύτιμο κεφάλαιο στη ζωή μου), το διάβασμα (μεγάλη και διαχρονική αγάπη), η φροντίδα των κατοικιδίων μου (έχω τρία σκυλιά και πέντε γάτες), η συμμετοχή σε ποικίλες δράσεις διάσωσης και φροντίδας αδέσποτων ζώων (άλλη μεγάλη αγάπη και καημός) και τα όμορφα ταξίδια.

Η κατάσταση στην χώρα μας σας απασχολεί ή είστε της άποψης πως » αυτά είναι για άλλους άρα ας πάνε να τα λύσουν οι άλλοι;»

Κανένα πρόβλημα δεν μπορεί να μας λύσει κανείς αν δεν φροντίσουμε εμείς πρώτοι να ασχοληθούμε μ’ αυτό, να το μελετήσουμε από όλες τις πλευρές και σε βάθος, να το επεξεργαστούμε με σύνεση και ψυχραιμία, να βρούμε τις πιθανές και εφικτές λύσεις και να φροντίσουμε, στο μέτρο των δυνατοτήτων (των δικών μας και της κοινωνίας) να το λύσουμε ή, τουλάχιστον, να το μετριάσουμε, να το ελαφρύνουμε.

Μ’ αυτήν την οπτική εννοείται πως με απασχολεί, και μάλιστα πάρα πολύ, η κατάσταση στη χώρα μας – πόσο μάλλον που ο ένας μου γιος είναι μόνιμα εγκατεστημένος εκτός Ελλάδας με την οικογένειά του και ο άλλος το σκέφτεται πολύ σοβαρά να φύγει κι εκείνος στο πλαίσιο της μετανάστευσης νέων επιστημόνων, που έχει αποστραγγίσει το επιστημονικό δυναμικό της πατρίδας μας.

Ας περάσουμε όμως σε πιο προσωπικές ερωτήσεις: Τι σημαίνει για σας «ο πλησίον μου;’

Οποιοσδήποτε βρίσκεται σε δύσκολη θέση και μπορώ να κάνω κάτι γι αυτό.

Τι σημαίνει για εσας » το εγω»;

Σύνολο χαρακτηριστικών, καλών και κακών, που αποτελούν την προσωπικότητα του καθενός μας. Μια οντότητα συνεχώς μεταβαλλόμενη, που χρειάζεται σκληρή και συνεχή προσπάθεια βελτίωσης, τιθάσσευσης και ευθυγράμμισης με τα βαθύτερα «πιστεύω» και αρχές μας.

Τι σημαίνει για εσας » το ρήμα «αγαπώ;»

Ανυπόκριτη, αφειδώλευτη και ανυστερόβουλη προσφορά ψυχής χωρίς προαπαιτούμενα και χωρίς προσμονή ανταπόδωσης!

Κι αφού σας ευχαριστήσω πείτε μου αν θέλετε τι σχεδιάζετε για το άμεσο μέλλον

Αφού επαναλάβω το τετριμμένο αλλά πάντα σωστό «όταν οι άνθρωποι κάνουν σχέδια, οι θεοί γελάνε», θα σας πω τι θα ήθελα να πετύχω στο άμεσο μέλλον – γιατί το απώτερο μπορεί και να μην έρθει ποτέ!

Βασική μου επιδίωξη και ευχή είναι να ζω την κάθε στιγμή της κάθε μέρας συνειδητά και έντονα, ανεξάρτητα αν είναι όμορφη ή δύσκολη. Σε πιο πρακτικό και χειροπιαστό επίπεδο, ασχολούμαι άμεσα με την επίσημη πρώτη παρουσίαση των «Μουσών» μου την Τρίτη 3 Φεβρουαρίου στην Αθήνα και σχεδιάζω επόμενες παρουσιάσεις.

Κι εδώ θέλω να είστε η πρώτη που το μαθαίνει –  θα έχω τη χαρά και την ευκαιρία να παρουσιάσω το «Πάροδος Μουσών 9» σε μεγάλη πόλη της Ευρώπης μέσα στον Φεβρουάριο, προσκαλεσμένη από την εκεί Ελληνική κοινότητα, κάτι που με τιμά και με συγκινεί ιδιαίτερα και που θα ανακοινωθεί επίσημα μόλις ρυθμιστούν οι τελευταίες λεπτομέρειες.

Στην προσωπική μου ζωή σχεδιάζω ταξίδια στην Ελβετία για να βλέπω την εγγονό μου, ήρεμη οικογενειακή ζωή με τους αγαπημένους μου, συνέχιση της συγγραφής της «Δωροθέας», του επόμενου βιβλίου μου, καθώς και γενικότερη ενασχόληση με τον γραπτό Λόγο.

Η τελευταία λέξη δικια σας

Αφού σας ευχαριστήσω από καρδιάς για την δυνατότητα που μου δώσατε να μιλήσω για τόσο πολλά και τόσο αγαπημένα μου θέματα και σας ευχηθώ τα καλύτερα τόσο στην προσωπική σας ζωή όσο και στην δημοσιογραφική και συγγραφική σας καρριέρα, θα ήθελα να πω τούτο μόνο στους φίλους αναγνώστες σας : ζείτε την κάθε μέρα σαν να είναι η τελευταία και χαρείτε την κάθε ανατολή σαν να είναι η πρώτη – γιατί «οι καιροί ου μενετοί»!Να είστε πάντα όλοι καλά!