Η ΚΡΑΥΓΗ ΕΝΟΣ ΧΡΗΣΤΗ

 

Συνέντευξη στη Ρίκη Ματαλλιωτάκη

 

 

Το ένα πίσω από το άλλο τα επεισόδια διακίνησης  και εμπορίας ναρκωτικών μαστίζουν την πόλη του Ηρακλείου

 

Ονόματα υπεράνω πάσης υποψίας συλλαμβάνονται σε κότερα, Αλβανοί προετοιμάζουν χασισοφυτείες, όμως αυτά και κάποια άλλα παρόμοια είναι απλώς τα χοντρά που ακούγονται μονάχα όταν μια επιχείρηση της αστυνομίας στεφθεί από εοιτυχία.

Κι εν τω μεταξύ οι χρήστες, παιδιά δηλαδή αλλά και άτομα μεγαλύτερης ηλικίας, παραμένουν αβοήθητοι και πληθαίνουν συνεχώς στο  Ηράκλειο, που θέλει λίγο ακόμα για να μετατραπεί σε «πλατεία Ομονοίας» μια και δεν βρίσκεται κανείς για να ακούσει κραυγές σαν την παρακάτω:

«Χωρίς να το πάρεις τοις μετρητοίς αυτό που σου λέω, κανείς δεν ξεκινά κατευθείαν από την ηρωίνη. Ξεκινούν από ένα τσιγάρο, από χάπια, δοκιμάζουν μετά κάτι πιο δυνατό, μια «μυτιά» π.χ. ή μια «καπνιστή», όμως αφού σιγά- σιγά «παύεις να την ακούς» όπως λέμε στην γλώσσα μας, ξεκινάς τότε κάποια στιγμή να χτυπάς ενδοφλέβια.

Το νταραβέρι τώρα της ηρωίνης στο Ηράκλειο, το έχουν κατά το πλείστον οι Αλβανοί τα τελευταία χρόνια. Την φέρνουν απ’ όπου την φέρνουν με πέντε ευρώ για παράδειγμα, και φτάνει εδώ κάνοντας έως  και 200 ευρώ,-πάλι για παράδειγμα- το μισό γραμμάριο και χωρίς μάλιστα να είναι καθαρή ηρωίνη, που τουλάχιστον από καθαρή ηρωίνη δεν έχει πεθάνει κανένας.

Αυτά που κυκλοφορούν εδώ είναι μάπες, «κιούσπες» που λέμε στην γλώσσα μας, που θα πει ότι αν από την κανονική, την γνήσια, θέλεις ενάμιση γραμμάριο ημερησίως, από την άλλη χρειάζεσαι 2-2,5 γραμμάρια σε αντίστοιχο διάστημα.

Για να βρεις όμως τόσα χρήματα αναγκάζεσαι να γίνεις βαποράκι για την δική σου χρήση. Μαζεύεις λεφτά από τρία, τέσσερα άτομα για να τους  πάρεις δυο γραμμάρια κι απ’ αυτά τα δύο γραμμάρια θα βγάλεις εσύ τα πεντακόσια για την πάρτη σου.

Αν δεν καταφέρεις να δημιουργήσεις τούτη την ανταλλαγή που γίνεται μεταξύ χρηστών, τότε βγαίνεις στην «ζήτα».

Δεν μπορείς να μην το κάνεις, το στερητικό σύνδρομο είναι τόσο μεγάλο που σε φτάνει στο έσχατο σημείο του ανθρώπινου εξευτελισμού και της εξαθλίωσης.

Τα συμπτώματα δεν είναι μονάχα ψυχοσωματικά, είναι καθαρά σωματικά  συμπτώματα πόνου, αφού είναι δυνατόν να κάνεις εμετό και ταυτόχρονα να αφοδεύεις από μπρος κι από πίσω, και συνάμα από την μύτη σου να τρέχει αίμα.

Όταν σε καμιά περίπτωση δεν μπορείς να βρεις «πράμα», αναγκάζεσαι να τρυπηθείς, αναγκάζεσαι να πέσεις στα υποκατάστατα, που κι αυτά όμως έρχονται από το εξωτερικό και ξεκινούν από εκεί  με πέντε, φτάνουν στην Αθήνα με δέκα, και καταλήγοντας στην Κρήτη μπορεί να κοστίζουν έως και εκατό η μία.

Κι ένας χρόνιος χρήστης χρειάζεται το λιγότερο πέντε την ημέρα και με βοήθεια ηρεμιστικών για να καταφέρει να σταθεί στα πόδια του και να αντιμετωπίσει το στερητικό.

Κι έρχεται το κράτος μετά και σου λέει φταίει η οικογένεια. Όχι,  η οικογένεια δεν φταίει, απόλυτα τουλάχιστον.

Φταίει όλη αυτή η ανασφάλεια που δημιουργεί η ανεργία, το σύστημα.

Δεν είναι εγκληματίας ο χρήστης για να τον πιάνει ο αστυνομικός και να τον χτυπά κάτω  κι απ’ την άλλη να αφήνει ελεύθερο τον έμπορο να πουλά θάνατο, απ΄τη μια, και απ’ την άλλη να κάνει δωρεές για να κλείνει τα μάτια του κόσμου.

Που είναι τα κέντρα μεθαδόνης στο Ηράκλειο, στα Χανιά, γιατί δεν αρχινά να κάνει κέντρα απεξάρτησης το κράτος και να σταματήσει να κάνει φυλακές;

Γιατί δεν ανοίγει τα μάτια του εκεί που πρέπει να τα ανοίξει;

Το  είκοσι τοις εκατό της νεολαίας του Ηρακλείου είναι χρόνιοι χρήστες, μαζί με τους περιστασιακούς  και όλους εκείνους που μπορούν να ξεκινήσουν στα 40, στα 45, ή ακόμα και στα πενήντα τους χρόνια.