Ντόναλντ Τραμπ: Έτσι θα κυβερνήσω (και ο μισός κόσμος τρέμει)

Τα σχέδια του νέου πλανητάρχη για ολική ρήξη με το Ιράν, εξόντωση του ISIS και πόλεμο εναντίον των media, στο βιβλίοι που θα κυκλοφορήσει σε λίγες ημέρες από τις εκδόσεις Μίνωας και εξασφάλισε  σε αποκλειστική προδημοσίευση το «Πρώτο Θέμα»

«Εγώ; Εγώ δίνω φωνή στον λαό. Επομένως το κατεστημένο μού επιτίθεται. Δεν μπορούν να με εξαγοράσουν, δεν μπορούν να μου υπαγορεύσουν τι θα λέω», γράφει ο νέος πλανητάρχης στο best seller μανιφέστο του με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Αμερική σπουδαία ξανά», που αναμένεται να κυκλοφορήσει σε λίγες μέρες από τις εκδόσεις Μίνωας σε μετάφραση Χρήστου Καψάλη.

Ο πιο μισητός για τους περισσότερους αλλά αγαπητός για μια τεράστια μερίδα των Αμερικανών νέος Πρόεδρος των ΗΠΑ καταγράφει στις σελίδες του βιβλίου τα βασικά στοιχεία της πολιτικής του ατζέντας, σε πολλές περιπτώσεις τόσο αδιανόητης που δεν μπορεί να μην προκαλεί παρά παγκόσμια ανησυχία. Το βιβλίο του Ντόναλντ Τζ. Τραμπ θα πρέπει να διαβαστεί καθώς είναι άκρως αποκαλυπτικό όχι μόνο όσον αφορά το πολιτικό του σχέδιο αλλά και τον τρόπο που στήνει τη ρητορική του: με συνθήματα και με έναν προφορικό λόγο κατανοητό από το ευρύ, τηλεοπτικό κοινό.

Με το βασικό του σύνθημα «Αμερική σπουδαία ξανά» να κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου και να διαπερνά όλες τις σελίδες ο Τραμπ υπερτονίζει τα συνθήματα που αποτέλεσαν και τον βασικό κορμό της προεκλογική τους εκστρατείας ενώ αποκαλύπτει πολλά από τα σχέδιά του: μεταξύ άλλων, επιμένει ότι το τείχος με το Μεξικό είναι μοναδική λύση, προαναγγέλλει ολική ρήξη με το Ιράν και απόλυτη υποστήριξη στο κράτος του Ισραήλ, κόντρα με την Ευρώπη, την οποία δείχνει να απαξιώνει επειδή υποστήριξε το υπάρχον πολιτικό σύστημα, ενώ ρίχνει όλο το φταίξιμο για την ενίσχυση του ρόλου της Ρωσίας, την οποία δεν αποκηρύσσει, στη λάθος πολιτική του Μπαράκ Ομπάμα.

Για την ακρίβεια, θεωρεί τον ηγετικό ρόλο του Βλαντιμίρ Πούτιν εύλογο, αφού του έδωσε χώρο με τα λάθη του ο Ομπάμα.

Δεν αποκλείει άλλη μία επέμβαση στη Μέση Ανατολή προκειμένου να ενισχυθούν τα πετρελαϊκά συμφέροντα και είναι κάθετα αντίθετος σε νέα συμφωνία με τη Σαουδική Αραβία. Γι’ αυτό και είναι απόλυτος στο θέμα της βασικής εξόντωσης του πυρήνα του Ισλαμικού Κράτος, το οποίο ως γνωστόν στηρίζουν οι Σαουδάραβες, αγνοώντας τις όποιες διαμορφωμένες ήδη συμμαχίες.

«Πρέπει να πλήξουμε εκείνες τις πετρελαιοπηγές, καθώς είναι η πηγή των εσόδων τους. Θα πρέπει να πλήξουμε τόσο ισχυρά και γρήγορα και με τόσους διαφορετικούς τρόπους ώστε να μην καταλάβουν από πού τους ήρθε. Και ύστερα θα τους πλήξουμε ξανά και ξανά, ώσπου να πάψει το Ισλαμικό Κράτος να αποτελεί απειλή για τον οποιονδήποτε», επιμένει κατηγορηματικά στο βιβλίο του. Ωστόσο αν κάτι είναι αποκαλυπτικό και προφητικό στις σελίδες του βιβλίου είναι ότι ξεδιπλώνεται η βαθιά του απέχθεια για τους δημοσιογράφους, τους οποίους θεωρεί βασικούς εχθρούς του. «Πραγματικά βρίσκω ασύλληπτο το πόσο ανέντιμα είναι τα μέσα ενημέρωσης σε αυτή τη χώρα.

Οι άνθρωποι καμιά φορά ξεχνούν ότι οι εφημερίδες και οι τηλεοπτικοί σταθμοί είναι κερδοσκοπικές επιχειρήσεις – ή τουλάχιστον προσπαθούν να είναι. Αν πρέπει να επιλέξουν ανάμεσα στην έντιμη παρουσίαση μιας είδησης και το κέρδος, εσείς τι από τα δυο λέτε να προτιμήσουν;» επιμένει ξέροντας ότι με αυτή τη ρητορική ερώτηση κερδίζει το κοινό του. Και η αλήθεια είναι ότι αν σε κάτι έσφαλαν οι Αμερικανοί δημοσιογράφοι των μεγαλύτερων μέσων ενημέρωσης -φιλελεύθεροι και μορφωμένοι στο σύνολό τους- είναι ότι αγνόησαν ένα φαινόμενο που τράφηκε στο περιθώριο του δημόσιου λόγου.

Ο Τραμπ κέρδισε ένα κοινό που αγνοούσε ή μισούσε τα λογικά επιχειρήματα και θεωρούσε τους δημοσιογράφους των μεγάλων Μέσων μέρος του συστήματος. Γι’ αυτό και τα βασικά κομμάτια της πολιτικής ατζέντας του νέου πλανητάρχη, όπως καταγράφεται από τις σελίδες του βιβλίου, επικεντρώνονται στο αντισυστημικό κομμάτι της πολιτικής του και στο γεγονός ότι ο ίδιος δεν ανδρώθηκε στο πολιτικό σύστημα αλλά στο επιχειρηματικό.
Η κόντρα με τα μέσα ενημέρωσης

«Εδώ και καιρό έχω καταστεί στόχος των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Δεν μου πήρε καιρό να καταλάβω πόσο βαθιά ανέντιμα μπορούν να είναι τα μέσα πολιτικής ενημέρωσης. Στη διάρκεια της πρώτης τηλεμαχίας για το χρίσμα του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, η Μέγκαν Κέλι, δημοσιογράφος του FOX, ήταν προφανές ότι με είχε στοχοποιήσει.

Και φυσικά στη διάρκεια της δεύτερης τηλεμαχίας σχεδόν όλοι μου επιτίθεντο, καθώς τα δικά τους ποσοστά στις δημοσκοπήσεις βυθίζονταν, ενώ τα δικά μου εκτοξεύονταν», γράφει ο Τραμπ στο «Αμερική σπουδαία ξανά» κερδίζοντας μάλλον τις εντυπώσεις στον βαθμό που τελικά οι μιντιακές επιθέσεις, τουλάχιστον προεκλογικά, λειτούργησαν προς όφελός του. Στο βιβλίο ονοματίζει αναλυτικά τους δημοσιογράφους που του επιτέθηκαν ή τον προσέγγισαν για συνέντευξη προκειμένου να γράψουν κάποιο αρνητικό προφίλ, τους οποίους χαρακτηρίζει κατ’ εξακολούθηση, όπως έκανε και στη σχετική συνέντευξη Τύπου, «αχρείους».

Ωστόσο αυτό που δείχνει να μην αντιλαμβάνεται είναι ότι η δημοκρατία στην Αμερική, από την εποχή του Τοκβίλ και μετά, βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην ελευθερία του Τύπου, την οποία φαίνεται να περιορίζει πριν ακόμα από την ανάληψη των καθηκόντων του. Και ενώ στο βιβλίο του υπόσχεται ότι θα απαντά σε οποιαδήποτε ερώτηση του θέτουν οι δημοσιογράφοι, έκανε ακριβώς το αντίθετο αποκλείοντας δημοσιογράφο του CNN από την πρόσφατη συνέντευξη Τύπου.

Γράφει χαρακτηριστικά στο βιβλίο μετά την υπόσχεσή του ότι θα απαντάει σε όλες τις ερωτήσεις: «Και να σας πω κάτι; Καμία -ή έστω ελάχιστες- από αυτές τις ερωτήσεις δεν αγγίζει την ουσία του προβλήματος της χώρας μας και του τι πραγματικά έχει σημασία για τους Αμερικανούς. Δέχομαι προσωπικές επιθέσεις γιατί οι πολιτικοί (και τα δημοσιογραφικά υποχείριά τους) ξέρουν ότι ο κόσμος δεν πρέπει να ακούσει τις λεπτομέρειες του ξεβρακώματός μας στη συμφωνία για τα πυρηνικά του Ιράν ή το τι θα κάνουμε με την ομοσπονδιακή γραφειοκρατία, η οποία έχει καταλήξει να ρουφά το αίμα του Αμερικανού φορολογούμενου.

Οι προσωπικές αντιπαραθέσεις είναι αυτές που έχουν έρθει στο επίκεντρο της διαδικασίας και μονοπωλούν το ενδιαφέρον των καναλιών εδώ και εβδομάδες. Θα περίμενε κανείς κάτι καλύτερο από το FOX και το CNN. Για να είμαι σαφής, θεωρώ ότι τόσο το CNN όσο και το FOX δεν με αντιμετώπισαν δίκαια. Κι όμως, θα περίμενε κανείς ότι ένα μεγάλο κανάλι θα αναλάμβανε τις ευθύνες του και θα αξιοποιούσε αυτές τις τηλεμαχίες προκειμένου να βοηθήσει τους πολίτες να αποφασίσουν ποιος έχει το καλύτερο σχέδιο για να καταστήσει τη χώρα μας σπουδαία ξανά».

Η διαμάχη με το CNN

Εννοείται ότι πολύ πριν από την αποκάλυψη από το CNN μιας σειράς διαρροών που έφεραν τον πλανητάρχη να εμπλέκεται σε όργια με Ρωσίδες και να διαθέτει ουρολαγνικές τάσεις, σοβούσε αβυσσαλέα κόντρα που έφερε το κορυφαίο ειδησεογραφικό κανάλι και τον πλανητάρχη σε εμπόλεμη κατάσταση.

Βέβαια αυτό που συνέβη στη συνέχεια ήταν αν όχι αδιανόητο, τουλάχιστον καινοφανές καθώς, όπως καταγγέλλει εκ των υστέρων το CNN όχι μόνο επιτέθηκε προσωπικά σε δημοσιογράφους αλλά έφερε στη συνέντευξή τύπου πληρωμένους κλακαδόρους για να αποδοκιμάζουν τους ρεπόρτερ που τολμούσαν να κάνουν ενοχλητική ερώτηση! Κι ενώ το CNN αποκάλεσε επίσημα τη συνέντευξη Τύπου «τσίρκο», φρόντισε να θυμίσει το περιστατικό με κορυφαίο δημοσιογράφο των «New York Times» τον Σερζ Κοβαλέσκι, ο οποίος είχε διακωμωδηθεί δημόσια από τον Τραμπ επειδή έχει κινητικά προβλήματα!

Εννοείται πως μετά την επίθεση το κανάλι φιλοξενεί επί 24ώρου βάσεως ανθρώπους που θέτουν διαρκώς ηθικά ζητήματα για τον νέο πρόεδρο και τις επιχειρήσεις του και προαναγγέλλουν τις μαύρες ημέρες που έρχονται. Μιλούν αφενός για «μαύρη εποχή» για τους δημοσιογράφους ενώ αφετέρου θέτουν και ζήτημα εθνικού κινδύνου για έναν επιχειρηματία που είναι ταυτόχρονα πρόεδρος των ΗΠΑ! Ωστόσο ο Τραμπ, όπως φαίνεται και στο βιβλίο, δεν κάνει τίποτα άλλο από το να χαρακτηρίζει συλλήβδην τους δημοσιογράφους αποτυχημένους και τελειωμένους, αφιερώνοντάς τους δύο ολόκληρα κεφάλαια και τονίζοντας πως τα αμέτρητα χρήματα που κέρδισε είναι εγγύηση επιτυχίας και σε πολιτικό επίπεδο.

«Πρόκειται για το κλασικό παιχνίδι όπου οι άνθρωποι έρχονται τελευταίοι. Είναι κι αυτό κάτι που πρέπει να αλλάξει. Η αγωνιώδης αναζήτηση της προβολής συμπυκνώνει ουσιαστικά το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε σε αυτή τη χώρα με τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Είναι τέτοιος ο ανταγωνισμός ώστε περισσότερο τους απασχολεί πώς θα διατηρήσουν το ενδιαφέρον του ακροατηρίου τους παρά πώς θα το πληροφορήσουν ουσιαστικά. Τους αρέσω επειδή τους βοηθώ να προσελκύουν μεγαλύτερα ακροατήρια.

Με απεχθάνονται επειδή γνωρίζουν ότι δεν τους έχω ανάγκη. Εμαθα προ πολλού πώς να μιλώ απευθείας με τους ανθρώπους που έχουν σημασία, με τους απλούς Αμερικανούς που έχουν σιχαθεί τους επαγγελματίες πολιτικούς. Κατά πάσα πιθανότατα για όλους εσάς, τους αληθινούς Αμερικανούς, κάθισα και έγραψα αυτό το βιβλίο», είναι η απάντηση που δίνει ο Τραμπ από τις σελίδες του «Αμερική σπουδαία ξανά», το οποίο εκτός από τις βασικές αρχές του σχεδίου του περιλαμβάνει και πλήρες βιογραφικό και αναλυτικά στοιχεία της προσωπικής του περιουσίας.
Αυτό ακριβώς δηλαδή για το οποίο τον χτυπάνε αυτή τη στιγμή οι δημοσιογράφοι, καθώς επιμένουν ότι τα συμφέροντα των ΗΠΑ συγκρούονται καταφανώς με αυτά των εταιρειών του – όπως αποδεικνύεται στην περίπτωση της Ρωσίας.

Ο Τραμπ, βέβαια, αντιτείνει ότι οι ψηφοφόροι τον προτίμησαν ακριβώς επειδή γνώριζαν τη βασική ιδιότητά του και με αυτή προτίμησαν να γίνει πρόεδρος των ΗΠΑ. Ωστόσο, ο πρόεδρος δεν έχει ακόμα καταφέρει να πάρει με το μέρος του όχι μόνο τα μίντια αλλά και τους διάσημους που δεν έχουν σταματήσει να αναφέρονται επιθετικά στο όνομά του. Και αυτό φάνηκε περίτρανα στον πόλεμο που έχει ξεσπάσει όχι μόνο με τον Τζορτζ Κλούνεϊ, τον Ματ Ντέιμον, τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο ή τον Σον Πεν αλλά και τη Μέριλ Στριπ.

Η Στριπ στο πλευρό των δημοσιογράφων

«Χρειαζόμαστε τον Τύπο, έναν Τύπο όμως με αρχές, για να αναγκάζει την εξουσία να λογοδοτεί για τις ενέργειές της, γι’ αυτό οι ιδρυτές του έθνους μας έχουν περιλάβει την ελευθερία του Τύπου στο Σύνταγμά μας. Καλώ όλους να με ακολουθήσουν στην προσπάθεια υποστήριξης της ένωσης για την προστασία της δημοσιογραφίας.

Γιατί τους δημοσιογράφους θα τους χρειαστούμε για να προχωρήσουμε μπροστά. Θα μας χρειαστούν κι εκείνοι για να υπερασπιστούμε την αλήθεια», δήλωνε πριν από λίγες η Μέριλ Στριπ παραλαμβάνοντας ένα ακόμα τιμητικό βραβείο για την καριέρα της στις Χρυσές Σφαίρες. Ηταν μάλιστα τέτοια η επίδραση των λόγων της που μέσα σε λίγες ώρες κατάφεραν και συγκεντρώθηκαν περισσότερα από 250.000 δολάρια από δωρεές χιλιάδων ανθρώπων στο «Committee to Protect Journalists», την Επιτροπή Προστασίας της Δημοσιογραφίας.

Η «υπερτιμημένη ηθοποιός», όπως είπε γι’ αυτή ο Τραμπ, και τα «τιποτένια ανθρωπάκια», όπως αποκαλεί τους δημοσιογράφους, κατάφεραν, όπως φαίνεται, να συνασπιστούν εναντίον του παραμερίζοντας τις πολιτικές διαφορές τους. Και παρότι ο ίδιος ο πλανητάρχης ευαγγελίζεται στο βιβλίο του ότι μπορεί να κάνει την Αμερική δυνατή ξανά, δεν υπολόγισε ότι αν κάτι μετράει σοβαρά στην Αμερική, εκτός από την Αμερική, είναι η δημοσιογραφία και η δημοκρατία.

«Σε κανέναν δεν αρέσουν οι χαμένοι, σε κανέναν όμως δεν αρέσει να πέφτει θύμα τραμπουκισμού. Κι όμως, σε αυτή την κατάσταση βρισκόμαστε σήμερα εμείς, η μεγαλύτερη δύναμη στον πλανήτη: οι πάντες έχουν απλώσει το χέρι και μας εκμεταλλεύονται. Αυτό δεν είναι νίκη», γράφει ο ίδιος στην αρχή του μανιφέστου του εξαπολύοντας πόλεμο κατά πάντων. Το πρόβλημα είναι ότι δεν είναι ακριβώς σαφή τα όρια του θύματος και του θύτη και ο πόλεμος, τουλάχιστον όσον αφορά τα μίντια και την εξωτερική πολιτική, φαίνεται παραπάνω από πραγματικός.

http://www.protothema.gr/