Ο κόκκινος Οκτώβρης του ’17

Η Οκτωβριανή επανάσταση, η βίαιη εξέγερση, η πορεία προς τη δικτατορία του προλεταριάτου, οι εσωτερικές φράξιες, η ρωσική πρωτοπορία και η σχέση του καθεστώτος με την τέχνη και τη διανόηση, τα αδιέξοδα της διαχείρισης του οράματος της σοσιαλιστικής ουτοπίας, η τυραννία, η ήττα και η πτώση

Εκείνο το πρωινό της 25ης Οκτωβρίου του 1917, ακριβώς πριν από έναν αιώνα, όταν ο Λένιν και οι σύντροφοί του Μπολσεβίκοι ξεκινούσαν την επίθεση για την κατάληψη των χειμερινών ανακτόρων της Αγίας Πετρούπολης, εκείνοι «της γης οι κολασμένοι» ένιωθαν τις καρδιές τους να πάλλονται από την ελπίδα του οράματος μιας καινούργιας, ελεύθερης, όμορφης πατρίδας. Εκείνο το πρωί όχι μόνο άρχισαν να ξαναγράφουν την ιστορία αλλάζοντας τον ρου της, αλλά ανέλαβαν και μια τεράστια ευθύνη, μια αιώνια δέσμευση απέναντι στο φτωχό και βασανισμένο προλεταριάτο. Ο απλός λαός θα γινόταν κυρίαρχος σε όλα. Στη δουλειά, στον αγώνα, στην αυτοδιάθεση, στην ίδια τη ζωή. Εκατό χρόνια αργότερα, η Σοβιετική Ένωση αλλά και οι «δορυφόροι» της, μοιάζουν μακρινό παρελθόν. Ο υπαρκτός σοσιαλισμός «επέζησε» για επτά δεκαετίες και ήδη κοντεύουν ακόμα τρεις από την πτώση του. Άλλαξε τον 20ο αιώνα, αλλά και τον παγκόσμιο χάρτη. Όμως ήταν η ίδια η ιστορία που τον καταδίκασε σε «θάνατο». Το σημερινό κείμενο καταγράφει μερικά από τα σημαντικότερα γεγονότα της εξέγερσης του ’17, εκεί που ξεκίνησαν όλα και προσθέτει κάποιες σκέψεις για την πορεία και την εξέλιξή της.

«Τόλμη, περισσότερη τόλμη, πάντοτε τόλμη». Ήταν η περίφημη φράση του Δαντόν, αυτή που χρησιμοποίησε ο Βλαντιμίρ Ίλιτς Ουλιάνοφ λίγες μέρες πριν την κατάληψη της εξουσίας από το κόμμα των Μπολσεβίκων. Κάτι άλλο, σαφώς πιο σημαντικό, που είχε πει ο Λένιν, ήταν ότι «οι εργάτες χωρίς οργάνωση είναι μηδενικό», καθιστώντας παράλληλα ξεκάθαρο, ότι ο θεσμός που θα κινούσε όλα τα νήματα δεν θα ήταν άλλος από το ίδιο το κόμμα. Ο αγώνας των εργατών έπρεπε να μετουσιωθεί σε ταξική πάλη και για να πετύχει αυτό, ήταν «υποχρεωτικό» να δημιουργηθεί εκείνη η εργατική τάξη, που πρώτον, θα στόχευε στη δικτατορία του προλεταριάτου και δεύτερον, θα εμπιστευόταν την πάλη της στους επαναστάτες του κόμματος. Αυτή είναι σίγουρα μια (υπέρ)απλουστευμένη «εκκίνηση» για να προσεγγίσουμε το θέμα της Οκτωβριανής Επανάστασης, όμως σαν αφετηρία, μπορεί να αποδειχτεί χρήσιμη στην κατανόηση της «λογικής», με την οποία κινήθηκε ιδεολογικά το «τόξο» των δυνάμεων που αποφάσισε να χτυπήσει και να εξαφανίσει τον τσαρικό δεσποτισμό, μεταμορφώνοντας στον απόλυτο βαθμό την εξέλιξη του 20ου αιώνα.

Από το ξεκίνημα, λοιπόν, της οργάνωσης των εργατών, αν υπάρχει κάτι που δεν επιδέχεται καμία παρερμηνεία, είναι ότι το κόμμα κρατάει στα χέρια του το κλειδί της Ιστορίας. Αυτό από μόνο του, του προσδίδει την μορφή μιας λατρευτικής έννοιας, στην οποία όλοι οφείλουν πίστη, αφοσίωση και υποταγή. Σε αυτόν τον «συνδυασμό», είναι προφανές ότι η θυσία αποτελεί το επόμενο «συμβόλαιο» τιμής ανάμεσα στους εργάτες και το κόμμα. Αν χρειαστεί (που θα χρειαστεί), όλοι είναι έτοιμοι να δώσουν τη ζωή τους για να «ανθίσει η ζωή». Οξύμωρο, αλλά και πανέξυπνα δεσμευτικό. Η εξέγερση εναντίον του τσάρου και της αριστοκρατίας θα ολοκληρωνόταν με την επικράτηση της επανάστασης, ενώ η καινούργια αταξική κοινωνία θα έφερνε την ειρήνη. Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, κάθε μέσο ήταν θεμιτό, προφανώς και οι κάθε μορφής φρικαλεότητες που θα συναντούσε στον δρόμο της η επαναστατική διαδικασία. Όλο αυτό ακούγεται «δίκαιο», αν αναλογιστούμε πως έχουμε να κάνουμε με έναν πόλεμο του καλού εναντίον του κακού, έτσι λοιπόν νομιμοποιείται σε όλο της το εύρος η βία και απορρίπτονται ασυζητητί κάθε είδους συναισθήματα.

Ο Λένιν υπήρξε ανέκαθεν υπέρμαχος της συλλογικής πειθαρχίας, εκείνης που διαπαιδαγωγεί τους εργάτες μέσα στο εργοστάσιο, θέλοντας να τους κάνει να λειτουργούν σαν μια σωστά ρυθμισμένη μηχανή. Και αν όλο αυτό το δούμε «ψυχρά», μέσα στο βάθος της προοπτικής ενός ιεραρχημένου συνόλου που παράγει και συγχρόνως «οικοδομεί» την νέα πραγματικότητα, συνειδητοποιούμε τη δύναμη της κεντρικής καθοδήγησης, όχι μόνο στην εκκαθάριση των ταξικών εχθρών, αλλά και στην «αποψίλωση» της ίδιας της αρχικής φυσιογνωμίας του κόμματος, όπου και όποτε δηλαδή, παρουσιάζεται η οποιαδήποτε λοξοδρόμηση από την επίσημη γραμμή. Ο ίδιος ο Λένιν υπήρξε κάθετος σε αυτό, πολύ πριν την επανάσταση. Σε κείμενό του από το 1903, όπου αναφέρεται στο «κομματικό πνεύμα», καταδικάζει ρητά το κριτικό πνεύμα και τον διάλογο, «προσπερνώντας» χωρίς δισταγμούς τον Ένγκελς. Για τον ηγέτη των Μπολσεβίκων, στόχος ήταν το κόμμα να πετύχει την χωρίς δεύτερες σκέψεις, αντιρρήσεις, διαμαρτυρίες ή συναισθηματικές «αγκυλώσεις», σιδερένια υποταγή των προλετάριων στον «σκοπό». Η λογική και η εφαρμογή της σε οποιοδήποτε επίπεδο, ήταν κάτι που αφορούσε αποκλειστικά τον ίδιο και τους συνεργάτες του.

Ο Λένιν το 1918 σε άγνωστη τοποθεσία (AP Photo)

Απέναντι στο Κόμμα δεν βρίσκεται μόνο ο Τσάρος, αλλά κάθε εσωτερική φράξια, κάθε πιθανή αντιπαράθεση που διασπά και επομένως αποδυναμώνει την μια και μοναδική «αλήθεια». Η ίδια η συζήτηση είναι επικίνδυνη, επομένως απαγορεύεται. Αστοί, πλούσιοι αγρότες, «ύποπτοι» διανοούμενοι, αναρχικοί, «αυτόνομοι» σοσιαλιστές, κάθε λογής σκεπτικιστές απέναντι στην Καθοδήγηση, όλοι τους είναι «παράσιτα» που πρέπει να εξαφανιστούν. Ας δεχτούμε την αναγκαιότητα της συγκεντρωτικής πρακτικής των εσωτερικών εκκαθαρίσεων στη διάρκεια μιας επαναστατικής διαδικασίας, το πρόβλημα όμως είναι ότι μέσα σε αυτήν οριοθετήθηκε ένα θλιβερό, επικίνδυνο, άρα και αρνητικά καθοριστικό «πλαίσιο», μέσα στο οποίο το Κόμμα φίμωσε την ίδια την εξέλιξη της κοινωνικής ισορροπίας των Σοβιέτ, μη διστάζοντας να εξαφανίσει κάθε «κραυγή», από όπου και αν προερχόταν αυτή. Η «σιωπή» είναι το ζητούμενο σε κάθε επίπεδο της πυραμίδας, κάτω από την κορυφή της. Ο πολιτικός συγκεντρωτισμός είναι υπεύθυνος για την αλήθεια και μόνο οι «επαγγελματίες» επαναστάτες δικαιούνται να την εκφέρουν. Ο Λένιν μπορεί να μιλούσε για την «ενότητα της θέλησης», αλλά μόνον αυτός είχε το δικαίωμα να την καθοδηγήσει, να την ερμηνεύσει, ακόμα και να την μανιπουλάρει, ανάλογα με τις ανάγκες της εξέγερσης.

Αν αναλογιστούμε ότι ήδη το 1921, στη διάρκεια του 10ου Συνεδρίου του Κομμουνιστικού Κόμματος των Μπολσεβίκων («σύμπτωση» αρκετά σημειολογική), ο Κόκκινος Στρατός αιματοκύλισε την Κροστάνδη, σφάζοντας τους εξεγερθέντες ναύτες του «Πετροπαβλόφσκ» και τους κατοίκους της πόλης, επειδή «τόλμησαν» να ζητήσουν τα αυτονόητα μιας δημοκρατίας, είναι εύκολο να κατανοήσουμε την (κατα)κόκκινη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην φυσιολογική πολιτική ανοχή μιας διαλεκτικής βάσης, όπου αναλύονται πιθανές διαφορές σε ιδεολογικό και πρακτικό επίπεδο και στην ολοκληρωτική καταδίκη ενδεχόμενης διαφορετικής έκφρασης από την μια και μοναδική γραμμή του κόμματος. Καθόλου τυχαίο δεν ήταν, πως έναν χρόνο αργότερα, το 11ο Συνέδριο «εξαφάνισε» και επίσημα, φράξιες και διάλογο, αποφασίζοντας ότι το Κόμμα είναι Ένα. Αιτήματα όπως η ελευθερία λόγου και Τύπου για αγρότες και εργάτες, ο σεβασμός για τις ιδέες των αναρχικών και των σοσιαλιστών, η απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων που ανήκαν σε διαφορετικά ρεύματα, ο τερματισμός των αναγκαστικών επιτάξεων, το δικαίωμα των αγροτών να έχουν δική τους γη και πάνω απ’ όλα, η ανανέωση των Σοβιέτ με μυστικές ψηφοφορίες, είτε «πνίγηκαν» στα παγωμένα νερά της νήσου Κότλιν, είτε «στραγγαλίστηκαν» στα στρατόπεδα συγκέντρωσης της Σιβηρίας, αφήνοντας για πάντα αναπάντητο το «ερώτημα» ενός ανθρώπινου σοσιαλιστικού οικοδομήματος.

Από το ξεκίνημα – άλλωστε – της επανάστασης, έγινε φανερό ότι ο Λένιν ήθελε να πραγματοποιήσει την επανάσταση μόνο με τους Μπολσεβίκους. Πολύ γρήγορα το σύνθημά του, «όλη η εξουσία στα Σοβιέτ», ξεχάστηκε με τον πιο πειστικό τρόπο. Σε ό,τι αφορά πάντως την ιδεολογική νομιμοποίηση, είχε φροντίσει να «οχυρωθεί» με εξαιρετική επιτυχία – και αυτό είναι κάτι που πρέπει να του το αναγνωρίσουμε – τόσο στο θεωρητικό όσο και στο πρακτικό επίπεδο. Στο βιβλίο του, «Κράτος και Επανάσταση», απλοποιεί με τον πιο περιγραφικό τρόπο την κατάσταση στην τσαρική Ρωσία: «Το κράτος είναι το όργανο της οργανωμένης βίας μιας κοινωνικής τάξης, άρα για να εξαφανιστεί αυτή η κατάσταση, πρέπει να καταργηθεί η ταξική κοινωνία». Πρόκειται για έναν ύμνο στα Σοβιέτ και μια παρότρυνση προς την εξέγερση για την ανατροπή του κράτους. Ένα από τα κρίσιμα σημεία της πορείας προς τον Οκτώβρη του ’17, είναι όταν ο Λένιν αποκλείει μια αστική επανάσταση (κάτι που ήθελαν πολλοί Ρώσοι μαρξιστές), υιοθετώντας την θέση του Τρότσκι, ότι δηλαδή η συγκυρία ευνοούσε την σοσιαλιστική επανάσταση. Ο ίδιος θαύμαζε τους Γάλλους και τους Άγγλους αστούς που είχαν το θάρρος να καταλύσουν την απολυταρχική μοναρχία και να αποκεφαλίσουν τον βασιλιά τους. Θεωρούσε όμως ότι οι Ρώσοι αστοί δεν είχαν ούτε την τόλμη, ούτε την πολιτική «συνέπεια» να πράξουν το ίδιο.

Η κατεστραμμένη Πύλη Νικίτσκι το 1917 στη Μόσχα (AP Photo)

Οι προθέσεις του Λένιν έγιναν ακόμα πιο σαφείς, όταν τον Σεπτέμβρη του ’17 κυκλοφόρησε μια μπροσούρα του με τον τίτλο «Οι Μπολσεβίκοι θα παραμείνουν στην εξουσία;» Εκεί δεν στέκεται απλά απέναντι στην Προσωρινή Κυβέρνηση του συνασπισμού των Σοσιαλιστών υπό τον Αλέξανδρο Κερένσκι, αλλά θεωρεί ότι η εξουσία δεν μπορεί να μοιραστεί με άλλα κόμματα, είτε μαρξιστικά, είτε επαναστατικά, ούτε με τους Μενσεβίκους, ούτε με τους επαναστάτες σοσιαλιστές της Αριστεράς. Παράλληλα, προσπαθεί να θωρακίσει τους δικούς του Μπολσεβίκους από οποιαδήποτε στρατηγική διαφορά που αντιτίθεται στην εξέγερση ή ακόμα και στον τρόπο εκδήλωσή της. Αρνείται να περιμένει τη συνέλευση του επόμενου συνεδρίου των Σοβιέτ, βάλλοντας κατά της φράξιας μέσα στο ίδιο του το κόμμα: «Είναι αναγκαίο να καταπολεμήσουμε τις συνταγματικές αυταπάτες και ελπίδες που έχουν εναποτεθεί στο προσεχές συνέδριο των Σοβιέτ», δηλώνει, αμετακίνητος στην θέση ότι οι Μπολσεβίκοι πρέπει να καταλάβουν πως αυτοί είναι το μοναδικό όργανο που μπορεί να αναλάβει το εγχείρημα της κατάληψης της εξουσίας. Μπροστά σε αυτή την τοποθέτηση που δεν άφηνε κανένα περιθώριο διαπραγμάτευσης, παρουσιάστηκαν οι πρώτες αντιδράσεις.

Ο Γκριγκόρι Ζινόβιεφ και ο Λεβ Κάμενεφ (στελέχη της καθοδήγησης του κόμματος, μαζί με τους Λένιν, Τρότσκι, Στάλιν και Μπουχάριν) ψήφισαν στις 10 Οκτώβρη κατά της ένοπλης εξέγερσης. Παράλληλα, δημοσίευσαν μια ανοικτή επιστολή τους στην «Καινούργια Ζωή», την εφημερίδα στην οποία διευθυντής ήταν ο Μαξίμ Γκόρκι, όπου προειδοποιούσαν πως η κατάληψη της εξουσίας θα ήταν ένα επικίνδυνο εγχείρημα σε βάρος της Ρωσίας, ενώ δήλωναν αντίθετοι στη χρήση βίας. Ο Λένιν εξοργίστηκε με τη στάση των δυο και τους αντιμετώπισε σαν λιποτάκτες, κατηγορία που παρεμπιπτόντως επανέφερε ο Στάλιν στις Δίκες της Μόσχας, στις οποίες αμφότεροι καταδικάστηκαν και εκτελέστηκαν το 1936. Στα τέλη του Οκτώβρη του 1917, όλα ήταν έτοιμα, ώστε να εκπληρωθεί το όραμα της επανάστασης. Τα ιδεολογικά «προχώματα» στην πρώτη γραμμή στηρίζουν την προοπτική: «Η επαναστατική βία είναι δικαιολογημένη, εφόσον ο ρόλος της είναι να επιταχύνει τη μετατροπή της κοινωνίας. Η βίαιη πάλη, κινητήρια δύναμη της συλλογικής απελευθέρωσης. νομιμοποιείται όταν στρέφεται κατά των κοινωνικών τάξεων που αλλοτριώνουν τη δύναμη του εργάτη. Το δικαίωμα της εξέγερσης ώστε να ολοκληρωθεί η κομμουνιστική ουτοπία, δεν έχει ατομικό χαρακτήρα, αλλά στηρίζεται σε ένα όραμα του μέλλοντος».

Με αυτή την τελευταία φράση, οι Μπολσεβίκοι φρόντισαν να υποβαθμίσουν και μαζί να περιθωριοποιήσουν την ατομική και – κυρίως – την αναρχική βία. Είχε προηγηθεί η επανάσταση του Φεβρουαρίου, με την εγκατάλειψη της εξουσίας από τον τσάρο Νικόλαο Β’, όμως η αστική δημοκρατία δεν είχε ούτε το απαραίτητο κοινωνικό έρεισμα, ούτε την ισχυρή ιδεολογική βάση, ώστε να ξεπεράσει τα εμπόδια που ορθώθηκαν μπροστά της, με μπροστάρη τον ίδιο τον Λένιν, που με την επιστροφή του στη Ρωσία, έδωσε το σύνθημα για τη νίκη μιας κοινωνικής επανάστασης και καταδίκασε κάθε προσπάθεια υποστήριξης της καπιταλιστικής κυβέρνησης. Οι οκτώ μήνες που μεσολάβησαν από τον Φεβρουάριο μέχρι τον Οκτώβριο, έδωσαν το περιθώριο στην Κεντρική Επιτροπή των Μπολσεβίκων να «κουμαντάρει» το κόμμα, τα μέλη και την τελική πρόθεση για αυτό που θα επακολουθούσε. Έτσι, το ξημέρωμα της 25ης Οκτωβρίου (7 Νοεμβρίου σύμφωνα με το Γρηγοριανό Ημερολόγιο), το καταδρομικό «Ορόρα» ρίχνει άσφαιρους κανονιοβολισμούς, δίνοντας το σύνθημα για την κατάληψη από τους Μπολσεβίκους – χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία – των χειμερινών ανακτόρων της Αγίας Πετρούπολης, σαφώς χωρίς τη μεγαλοπρέπεια που προσέδωσε ο ενθουσιασμός και η φαντασία του Αϊζενστάιν στην ταινία «Οκτώβρης».

Τέσσερις Μπολσεβίκοι ηγέτες το 1925. Από αριστερά, Στάλιν, Ρίκοφ, Κάμενεφ και Ζινόβιεφ. Ο Στάλιν εκτέλεσε και τους τρεις ανάμεσα στο 1936 και το 1938 (AP Photo)

Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει καμία φωτογραφία ή ταινία που να τραβήχτηκε την ώρα της «εισβολής», αλλά μόνο κατοπινές αναπαραστάσεις που στόχευαν στην προπαγάνδα μέσω της υπερβολής και της παρουσίας ενός μεγαλείου, προορισμένου να υποστηρίξει τον «θρύλο» που γεννήθηκε εκείνη την ημέρα. Νομίζω ότι θα συμφωνήσουν όλοι, πως το μεγαλύτερο «κενό» εικόνων της 25ης Οκτωβρίου, το κάλυψε η επιβλητική όσο και υπέροχη «ματιά» του μεγάλου Σοβιετικού σκηνοθέτη, ο οποίος συνδύασε την ιστορία και τη μυθοπλασία στον υπερθετικό βαθμό, με αποτέλεσμα ένα αισθητικό αριστούργημα. Στις 26, μια αφίσα ανακοίνωσε την κατάληψη της εξουσίας στο όνομα της Προσωρινής Επαναστατικής Στρατιωτικής Επιτροπής της Πετρούπολης. Όμως ο Λένιν ανησυχεί για την αναμενόμενη – σύμφωνα με όσα ο ίδιος πιστεύει – αντεπανάσταση, χωρίς να γνωρίζει από πού θα προκύψει αυτή. Έχοντας πάντοτε στο πίσω μέρος του μυαλού του την – χωρίς όπλα – επανάσταση του 1905 (γενική απεργία στα εργοστάσια της Αγίας Πετρούπολης, στάσεις στο Ποτέμκιν, στην Κροστάνδη, γενική απεργία στη Μόσχα), η οποία πνίγηκε στο αίμα από τις τσαρικές δυνάμεις, θεωρεί ότι η εξάπλωση της ένοπλης εξέγερσης σε όλη τη σοβιετική ύπαιθρο, είναι επιβεβλημένη, με στόχο την απαλλαγή της ρωσικής γης από κάθε λογής «απόβλητο», με αποφασιστικό τρόπο.

Έτσι λοιπόν, την άνοιξη του ’18, μετά την υπογραφή της ειρήνης με τη Γερμανία στο Μπρεστ-Λιτόφσκ, ο Λένιν προωθεί την ίδρυση επιτροπών από φτωχούς αγρότες, τους οποίους υποστηρίζουν τα οπλισμένα εργατικά αποσπάσματα που έχουν έρθει από τις πόλεις. Ο στόχος είναι ένας, η απόλυτη εξόντωση των κουλάκων, της αστικής δηλαδή τάξης της ρωσικής υπαίθρου, του ανώτερου, εύπορου στρώματος του αγροτικού πληθυσμού. Οι κουλάκοι σφετερίζονταν τη γη των αγροτών αλλά και του κράτους, είχαν πολλαπλές επιχειρηματικές δραστηριότητες και την εποχή της επανάστασης, αποτελούσαν την πιο πολυάριθμη τάξη της χώρας. Οι Μπολσεβίκοι στάθηκαν απέναντί τους, χρησιμοποιώντας τον όρο «εξαγνισμός της γης» και νομιμοποιώντας την εξαφάνισή τους από τον χάρτη με κάθε τρόπο και μέσο. Το σχέδιο του Λένιν δεν θα ολοκληρωθεί, γιατί το καλοκαίρι του 1918 θα ξεσπάσει ο Εμφύλιος Πόλεμος, ενώ παράλληλα μαίνονται διάφορα μέτωπα, από τους εξεγερμένους Λευκορώσους, την εκστρατεία των Γάλλων και Βρετανών στην Κριμαία, τους Ιάπωνες στο Βλαδιβοστόκ, μέχρι τους ίδιους τους αντεπαναστάτες και την Εκκλησία που τους στηρίζει. Το λενινιστικό σχέδιο της βίαιης συντριβής της αστικής τάξης τόσο στις πόλεις όσο και – πολύ περισσότερο – στην επαρχία, θα ολοκληρωθεί λίγα χρόνια αργότερα από τον Στάλιν, με την συνολική κολεκτιβοποίηση της αγροτικής οικονομίας και την οριστική εξάλειψη-εξόντωση των κουλάκων.

Ένα πολύ σημαντικό συμπέρασμα που χαρακτήρισε την εξέγερση του Οκτώβρη στη Ρωσία (και πολύ περισσότερο την πορεία της Σοβιετικής Ένωσης στις επόμενες δεκαετίες), ήταν ότι η εγκαθίδρυση της σοσιαλιστικής δημοκρατίας δεν επέφερε το τέλος της βίας, αντίθετα είχαμε μια αντιστοιχία του καθεστώτος με τη λογική της «συναίνεσης διενέξεων» (και προφανώς διαιρέσεων), ώστε να αποφευχθούν εσωτερικές συγκρούσεις σε ένα έτσι κι αλλιώς αχανές κράτος, όπου ο έλεγχος από την κεντρική εξουσία αποτελούσε την κύρια πρόκληση και δοκιμασία. Σε αυτή την πολιτική πορεία που ξεκίνησε από την επανάσταση, χρησιμοποιώντας τη βίαιη εξέγερση ως ξεκάθαρα μοναδική στρατηγική επιλογή, φιλοδοξία του Λένιν – και των διαδόχων του – δεν υπήρξε να θέσει τέλος στη βία, αντίθετα, προσπάθησε – και πέτυχε – να της δώσει μόνιμη «έκφραση» και αντιπροσώπευση σε μια νέα διάσταση κρατικής μορφής μέσα στην κοινωνία. Έτσι, μοιραία, από τις πρώτες κιόλας μέρες, το όραμα της «ουτοπίας», βρήκε διόδους προς την ίδια την αυταπάτη. Η «Τρομοκρατία» της Γαλλικής Επανάστασης έκανε την «επανεμφάνισή» της, επιλέγοντας και μοιράζοντας «ρόλους» που έβαλαν ανεξίτηλα τη σφραγίδα τους στην καθημερινότητα της Σοβιετικής Ένωσης, με αμείλικτα όσο και αποκαλυπτικά δείγματα της ψυχολογικής βίας, πολύ περισσότερο πλέον χρήσιμης από εκείνη των όπλων.

Ο Λέον Τρότσκι στη διάρκεια της Τρίτης Διεθνούς το 1921 στη Μόσχα (AP Photo)

Όταν έγινε φανερό ότι η επανάσταση ήταν προορισμένη να υποταχθεί στη γραφειοκρατία, την πολιτική αστυνομία και την τυφλή καθοδήγηση, αρχικά του Λένιν και κατόπιν – σε τρις χειρότερο βαθμό – του Στάλιν, η διάβρωση συνειδήσεων έγινε θεσμός στη χώρα. Όσους τόλμησαν να αντισταθούν, το σύστημα είτε τους συνέτριψε, είτε τους διέφθειρε. Απλοί, πραγματικοί επαναστάτες, που θέλησαν να υπερασπιστούν την εξέγερση απέναντι στην τυραννία του προλεταριάτου, κατέληξαν συκοφαντημένοι, αποκλεισμένοι, εξόριστοι. Μια, δυο, τρεις εξαπατημένες γενιές, βρήκαν τραγικό θάνατο στις φυλακές και στα στρατόπεδα. Πέρα από τα θύματα, υπήρξαν εκείνοι που επωφελήθηκαν από τις σκοτεινές «ρωγμές» του συστήματος κάνοντας επάγγελμα την μανιπουλάτσια, κάποιοι άλλοι έγιναν συνένοχοι, φοβισμένοι φτωχοδιάβολοι, κρυφοί καταδότες. Ο πλήρης έλεγχος της Φύσης και της Ιστορίας, κάτι που ονειρεύονταν οι Ρώσοι επαναστάτες, οδήγησε τελικά στην ήττα του οράματος. Οι ίδιοι οι ηγέτες της ΕΣΣΔ – εξαιρώντας σε μεγάλο βαθμό, αλλά όχι ολοκληρωτικά τον Λένιν – αποδείχτηκαν υπερβολικά μικροαστοί (τόσο με την κοινωνική όσο και με την πολιτική έννοια) για να μπορέσουν να αναδιαρθρώσουν έναν «γίγαντα» και να τον οδηγήσουν στην ευτυχία και την ελευθερία. Προσκολλημένοι σε μια παρεξηγήσιμη θεωρητική ακαδημαϊκότητα και ανίκανοι να κατανοήσουν την ταξικά άχρηστη και τοξικά επικίνδυνη γραφειοκρατία, ώστε να την περιορίσουν.

Δεν μπορεί να είναι τυχαία η σχέση της επανάστασης με την τέχνη και τους διανοούμενους. Οι αισθητικές επιλογές που εγκρίνει το καθεστώς, ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός, οι τυπικές αφηγήσεις και οι «θετικοί» ήρωες, εμποδίζουν την πρωτοπορία των καλλιτεχνών να παίξει το ρόλο της κινητήριας δύναμης και ταυτόχρονα τους υποχρεώνει να αποκτήσουν σχέσεις εξάρτησης από την ιδεολογία του κράτους. Ένα τρανό παράδειγμα είναι η ρωσική αβανγκάρντ, που ήταν διάδοχος ριζοσπαστικών κινημάτων όπως ο φουτουρισμός και είχε ασπαστεί την ιδεολογία των αναρχικών και των Μπολσεβίκων, έχοντας στις τάξεις της μορφές όπως ο Καντίνσκι, ο Μαγιακόφσκι, ο Μάλεβιτς και ο Τάτλιν. Αυτό το τόσο σημαντικό ρεύμα, χαρακτηρίστηκε ύποπτο από την κομμουνιστική Ρωσία, λόγω της πολυσυλλεκτικότητάς του στα θέματα και – κυρίως – στην αντίληψη της τέχνης. Ο Λένιν είχε δηλώσει ότι «τα ποιήματα του Μαγιακόφσκι ήταν κατάλληλα μόνο για τις βιβλιοθήκες και τους τρελούς», θαυμάζοντας μόνο τον κινηματογράφο, τον οποίο θεωρούσε ως «την πιο σημαντική από τις τέχνες», μέσα όμως στα πλαίσια της στρατευμένης εικόνας και την υπηρεσία της προπαγάνδας. Η ρωσική πρωτοπορία υπέστη διώξεις, σχεδόν αμέσως μετά την επανάσταση του 1917, ξεκινώντας μια διαχρονικά αρνητική-πολεμική στάση του καθεστώτος με τη διανόηση και την τέχνη.

Ο ίδιος ο Αϊζενστάιν θα υποχρεωθεί να υποτάξει την προσωπική του πολιτική αντίληψη, η οποία εκφράζεται με τον μοναδικό του κονστρουκτιβισμό και τους ιδιοφυείς πειραματισμούς του σε κάθε πλάνο, υπακούοντας στις επίσημες «άνωθεν» εντολές, ενώ ο Ντζίγκα Βερτόφ (άλλος μεγάλος Ρώσος σκηνοθέτης) θα έρθει αντιμέτωπος με τη γραφειοκρατία, τις απαγορεύσεις και τις προσβολές της διαβόητης Διεύθυνσης Σοβιετικού Κινηματογράφου, βλέποντας τις ταινίες του να πετσοκόβονται στο ημίφως των εργαστηρίων της. Αν αποπειραθούμε να συνοψίσουμε τη σχέση της ηγεσίας της επανάστασης με το ταλέντο, την αισθητική και το ελεύθερο πνεύμα της ρωσικής αβανγκάρντ, μπορούμε να πούμε ότι η δεύτερη θέλησε να ακολουθήσει τον κομμουνισμό, όταν ο κομμουνισμός της έκανε επίθεση από όλες τις πλευρές. Κατ’ επέκταση, κάθε καταστολή ενάντια σε κάθε ελεύθερο τρόπο σκέψης ή έκφρασης, μπορεί να κατέστησε τον εκάστοτε «ένοχο», ξένο στο εσωτερικό της ευρύτερης «κοινότητας», όμως δεν σταμάτησε να εκθέτει ανεπανόρθωτα την ίδια την ηγεσία, που έβλεπε τις δεκαετίες να κυλούν, μένοντας προσκολλημένη στην πρακτική του χαρακτηρισμού κάθε απόκλισης, ως «σφάλματος», άρα και του εκφραστή της, ως εχθρού του καθεστώτος, αλλά πάντα με την ηχηρότατη όσο και βολική κάλυψη πίσω από τη φράση «εχθρού του λαού».

Τελικά, η βία της εξέγερσης, την οποία υιοθέτησαν ο Λένιν και οι υπόλοιποι Μπολσεβίκοι στην επανάσταση του ’17, πέρασε σε μια κατάσταση διαφορετικής μορφής μέσα στην κοινωνία, ως επιλογή, γραμμή και οριστική πραγματικότητα μέσα στην ΕΣΣΔ. Η ισχυρή ιδεολογική «πυκνότητα» του καθεστώτος, πίστεψε ότι οι ανατροπές – σε κάθε επίπεδο μέσα στην μετεπαναστατική εξέλιξη και πορεία – θα μεταμόρφωναν την πεποίθηση της καινούργιας αρχής και την ανάμνηση του σκληρού παρελθόντος, σε «αρετή» αλλά και εχέγγυο της κομμουνιστικής δομής. Αντί γι’ αυτό όμως, η προοπτική του υπαρκτού σοσιαλισμού, μέσα από έναν αδικαιολόγητο πολιτικό μεσσιανισμό αρχικά και δογματισμό στη συνέχεια, του Κόμματος και των οργάνων του, αντί να αλλάξει τη ζωή, είδε να θριαμβεύουν τα γκουλάγκ. Οι «αρχιτέκτονες» της επανάστασης, είτε εκτελέστηκαν από τους πρώην συντρόφους τους, είτε – εκείνοι που επέζησαν – φρόντισαν να μετατρέψουν το όραμα της σοσιαλιστικής ουτοπίας, σε βαριά σκουριασμένη πύλη της κόλασης. Κανείς δεν αμφιβάλλει ότι άλλαξαν τον ρου της παγκόσμιας ιστορίας μέσα στον 20ο αιώνα, όμως πολύ σύντομα ξέχασαν τον ίδιο κανόνα που τους ανέβασε στην εξουσία. Ότι όσο υπάρχει τυραννία, κανείς δεν μπορεί να σκοτώσει το όνειρο της εξέγερσης. Και πως η κραυγή των προλετάριων δεν συμβιβάζεται με τη σιωπή, όποιος και αν την επιβάλλει…

 

Πηγές: britannica.com, history.com, theguardian.com, Larousse le siécle rebelle, bbc.co.uk, marxists.org

http://news247.gr