Τα απομνημονεύματα ενός δεσμοφύλακα των σοβιετικών Γκουλάγκ

 

Η Deborah Kaple, ερευνήτρια και λέκτορας στο Πανεπιστήμιο του Princeton (ΗΠΑ), συναντήθηκε με τον Fyodor VasilevichMochulsky το 1992, ενώ διεξήγαγε συνεντεύξεις με Σοβιετικούς ειδικούς που είχαν αποσταλεί ως σύμβουλοι στην κομμουνιστική Κίνα τη δεκαετία του 1950. Ο Mochulsky ενημέρωνε τους Κινέζους για πολλά χρόνια σε θέματα ιδεολογικά και του Κομμουνιστικού Κόμματος. Η Kaple και ο Mochulsky ανέπτυξαν μια φιλία κατά τη διάρκεια των πολλών συνεντεύξεων.

Λίγο πριν το ερευνητικό της ταξίδι στη Ρωσία φτάσει στο τέλος του, οMochulsky αποκάλυψε ότι κάποτε εργαζόταν σε γκουλάγκ και της έδωσε τα δακτυλογραφημένα απομνημονεύματά του όπου ανέφερε την εμπειρία του στα τέλη της δεκαετίας του 1980. η Kaple έχει μεταφράσει και δημοσιεύσει τα απομνημονεύματά του με τον τίτλο“Gulag Boss: A Soviet Memoir” (Oxford, 2011), («Αφεντικό του Γκουλάγκ: Σοβιετικά Απομνημονεύματα»). Για να δει κάποιος τα γκουλάγκ μέσα από τα μάτια ενός από τους υπαλλήλους του και μη κρατουμένου είναι αρκετά ασυνήθιστο.

Ενώ η πρώτη γενιά των μελετητών των γκουλάγκ αντιμετώπισε σημαντικές δυσκολίες λόγω της έλλειψη των πηγών, οι σημερινοί ιστορικοί έχουν ίσως το αντίθετο πρόβλημα. Εκατομμύρια σελίδες από επίσημα έγγραφα τους περιμένουν στα κεντρικά και τα τοπικά αρχεία των διοικήσεων των Γκούλαγκ. Τα απομνημονεύματα, άλλα δημοσιευμένα και άλλα αδημοσίευτα, είναι ογκώδη και συνεχίζουν να εμφανίζονται ή να ανακαλύπτονται καθώς η τελευταία γενιά που είχε εμπειρία με τα γκουλάγκ του Στάλιν αφήνει τον μάταιο τούτο κόσμο.

Παρά αυτόν τον πλούτο των πληροφοριών, ορισμένα θέματα εξακολουθούν να καλύπτονται ανεπαρκώς στο σωζόμενο υλικό. Μπορούμε να εξερευνήσουμε το διοικητικό μηχανισμό των γκουλάγκ μέσα από τα δικά τους έγγραφα. Μπορούμε να διερευνήσουμε τις ζωές των υψηλού μορφωτικού επιπέδου πολιτικών κρατουμένων σε μεγάλο βάθος μέσα από τα απομνημονεύματά τους. Ωστόσο, εξακολουθούμε να έχουμε πρόβλημα στο να δούμε τα Γκούλαγκ μέσα από τα μάτια καταδίκων του κοινού ποινικού δικαίου ή αμόρφωτων «αποκουλακοποιημένων» αγροτών. Κάτι που έλειπε πολύ καιρό ήταν το πώς φαινόταν ένα γκουλάγκ μέσα από τα μάτια των εργαζομένων και μη κρατουμένων σε αυτό. Μια προσωπική ιστορία από τους φρουρούς, τους γραφειοκράτες, και τα αφεντικά που διοικούσαν αυτό το σύστημα.

Με τη δημοσίευση του ‘Gulag Boss’, έχουμε μια ασυνήθιστη ευκαιρία να δούμε το στρατόπεδο αναγκαστικής εργασίας μέσα από τα μάτια ενός τέτοιου υπαλλήλου. Κατά τα έτη 1940-1946, τα χρόνια που θεωρούνται τα πιο θανατηφόρα του συστήματος γκουλάγκ, ο Fyodor Mochulsky βρέθηκε σε διαφορετικές θέσεις στο σύστημα Γκούλαγκ, διατελώντας και αφεντικό πολλών διαφορετικών υπο-στρατοπέδων, κυρίως στις βορειότερες περιοχές.

Το 1940, όταν ήταν είκοσι δύο χρονών, ο Fyodor Mochulsky έλαβε το πτυχίο του από το Ινστιτούτο Μηχανικών Σιδηροδρομικών Μεταφορών στη Μόσχα. Ένας πολλά υποσχόμενος φοιτητής και σε μεγάλο βαθμό ικανοποιητικό Σοβιετικό αρχέτυπο, ήταν υποψήφιο μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος και η ομιλία του εντυπωσίασε ως δείγμα «υψηλού σταλινισμού». Μετά την αποφοίτησή του, ετοιμάστηκε για τη ζωή του εργοστασίου, ή όπως το έθεσε ο ίδιος, για «κάθε πρακτική εργασία που είχαν για μένα σε οποιαδήποτε περιοχή της τεράστιας χώρα μας».

Αλλά το κράτος είχε άλλα σχέδια για τον Mochulsky. Κλήθηκε σε μια συνάντηση στην Κεντρική Επιτροπή και μετά από μία ολιγόλεπτη συζήτηση και έλεγχο των χαρακτηριστικών του και του ακαδημαϊκού και πολιτικού του φακέλου, του ανατέθηκε να μετακινηθεί σε ένα στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας στον Αρκτικό Κύκλο. Και έτσι, όπως ο ίδιος γράφει στο ‘Gulag Boss’, «εγώ, ο Φίοντορ Βασίλιεβιτς Μοτσούλτσκι, όπως το ήθελε η μοίρα, βρέθηκα σε μια διαφορετική κατάσταση».

Ότι «η κατάσταση» ήταν μια σειρά από στρατόπεδα αναγκαστικής εργασίας που ονομάζονταν Pechorlag, σε ένα παγωμένο και έρημο κομμάτι γης 2.500 μίλια  βορειοανατολικά της Αγίας Πετρούπολης. Η γη ήταν όλα τούνδρα και βάλτοι, με ελάχιστο πληθυσμό εκτός από μια πρόχειρη καταγραφή των ιθαγενών Κόμι και έναν τεράστιο πληθυσμό κρατουμένων που αποστέλλονταν εκεί από όλη τη Ρωσία. Του ανατέθηκε το έργο του αφεντικού της φυλακή, υπεύθυνου τόσο για την κανονικούς, τους ποινικούς κρατούμενους όσο και αυτούς που ονομάζονταν «πολιτικοί» ή «58άρηδες», λέξη που προήλθε από το περιβόητο άρθρο 58 του σοβιετικού ποινικού κώδικα, το οποίο περιέγραφε ένα κατεβατό «αντεπαναστατικά» εγκλήματα. Μαζί ο Mochulsky και οι κρατούμενοι που ήταν υπό την εξουσία του έπρεπε να φτιάξουν εκατοντάδες μίλια σιδηροδρομικής γραμμής που θα μετέφερε άνθρακα από τον μακρινό Βορρά στη βιομηχανική καρδιά της Ρωσίας.

Αυτό που είναι το πιο αξιοσημείωτο σχετικά με τα απομνημονεύματα του Mochulsky είναι η απόλυτα ρουτινιάρικο ύφος τους. Λες και διαβάζεις τα απομνημονεύματα κάποιου που δούλευε σε ένα απλό εργοστάσιο. Είναι τόσο πληκτική η ζωή που ζει ο Mochulsky. Και αυτή είναι η διεστραμμένη λάμψη του βιβλίου, αλλά και η ιστορική του σημασία: με το να υποβιβάζεται η φρίκη των γκουλάγκ σε μια σειρά από μικρές ανησυχίες και υλικοτεχνικά εμπόδια, ο Mochulsky δείχνει πώς ένα ολόκληρο σύστημα χτίστηκε γύρω από την έννοια μιας απύθμενης σκληρότητας που θα μπορούσε να διαρκέσει για τόσο πολύ καιρό.

Στο ‘Gulag Boss’ σε αντίθεση με τη βιβλιογραφία για τα γκουλάγκ που προέρχεται από κρατουμένους-ανάμεσά τους, ο Aleksandr Solzhenitsyn ή ο Βάρλαμ Σαλάμωφ, όπου οι άνθρωποι χάνουν κάθε αίσθηση του χρόνου και της λογικής, για τον Mochulsky, το Γκούλαγκ είναι ο τόπος όπου ο «Σοβιετικός άνθρωπος» μπορεί να συνειδητοποιήσει πλήρως τον εαυτό του, όπου τα σχέδια εργασίας μπορούν να εκπληρωθούν κατά 150 τοις εκατό και το βραβείο της «Κόκκινης Σημαίας της Εργασίας» μπορεί να κερδηθεί. Η NKVD, η μυστική αστυνομική της εποχής του Στάλιν η οποία ήταν ο εργοδότης του Mochulsky και η οποίο θα γίνει η KGB το 1954, είναι απλά μία κρατική βιομηχανία που απλά ανησυχεί για το αν θα οικοδομηθεί μια σιδηροδρομική γραμμή.

Σπάνια τα πιο βαρετά αποσπάσματα ενός βιβλίου είναι τα πιο αποκαλυπτικά.

Στο γκούλαγκ του Mochulsky, η ευθύνη για την αληθινή φρίκη, μοιράζεται μεταξύ λίγων, όπως ο τρελός, αλκοολικός δήμιος που στοιχειώνει για λίγο τη ζωή του στρατοπέδου του Mochulsky.

Όταν ο Mochulsky φθάνει για πρώτη φορά στο Pechorlag, οι κρατούμενοι κοιμούνται πάνω σε κλαδιά στο γυμνό έδαφος, εκτεθειμένοι στο αρκτικό κρύο. Πολλοί πεθαίνουν. Μια μέρα, ένας φίλος του Mochulsky που εργάζεται ως φύλακας σε ένα άλλο στρατόπεδο τον ρωτά, «Τι σόι εργασία επανεκπαίδευσης θα κάνουν αυτοί οι κρατούμενοι αν όλοι τους πεθάνουν κατά τη διάρκεια του χειμώνα;» Είναι μια εύλογη ερώτηση. Αλλά αντί να σταθεί απέναντι στην αλήθεια ότι η ίδια η ιδέα της «εργασιακής επανεκπαίδευσης» είναι μια σκληρός παραλογισμός χειραγώγησης και δεν υπάρχει ούτε θα υπάρξει ποτέ κάποια εργασία επανεκπαίδευσης, ο Mochulsky θέλει να χτιστούν στρατώνες και μια χαώδης αίθουσα, ώστε οι κρατούμενοι να μπορούν να κοιμηθούν αρκετά για να είναι έτοιμοι για τα προγράμματα εργασίας τους.

Οι κρατούμενοι του στρατοπέδου δεν είναι πραγματικά κρατούμενοι τελικά, αλλά μονάδες εργασίας που είτε από τεμπελιά, είτε από αναποτελεσματικότητα είτε απλά από ανυπακοή συνωμοτούν για να αποτραπεί οποιαδήποτε εργασία τους ετοιμάζει ο Mochulsky. Όταν λιμοκτονήσουν ή παγώσουν, τα βάσανά τους δεν είναι ανθρώπινα, αλλά υλικά-άρρωστοι ή νεκροί εργαζόμενοι δεν θα μπορούν να τελειώσουν τη σιδηροδρομική γραμμή.

Πράγματι, όπως βλέπουμε, ο Mochulsky είναι απασχολημένος στο να κάνει σχέδια για νέες σιδηροδρομικές γραμμές, δεν κάνει σχέδια για μαζικούς τάφους. Σε αυτό το σημείο, η εκδότρια και μεταφράστρια του βιβλίου, Deborah Kaple, σοφά επισημαίνει μια ομιλία του Arseny Roginsky, του διευθυντή του «Memorial», μίας ρωσικής οργάνωσης που έχει δημιουργήσει ένα ιστορικό αρχείο πολιτικών διώξεων κατά τη διάρκεια της σοβιετικής περιόδου, η οποία θρηνεί για «το παράδοξο του Στάλιν»: με κάποιο τρόπο η σταλινική μηχανή παρήγαγε εκατομμύρια θύματα, αλλά όχι εγκληματίες.

Στο τέλος το βιβλίο ο Mochulsky μελαγχολεί. Γράφει για την «απανθρωπιά» του γκουλάγκ. Αν ο σοσιαλισμός ήταν μια τόσο καλή ιδέα, γράφει, γιατί αυτό απαιτεί την καταστροφή τόσων πολλών ανθρώπων για να πετύχει; Θέτει στον εαυτό του το αιώνιο ρωσικό ζήτημα: «Γιατί όλα αυτά;»

ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ / από εδώ κι εδώ