1770 : Σαν σήμερα γεννήθηκε ο Λούντβιχ βαν Μπετόβεν

Η εμβληματική ιδιοφυΐα της μουσικής που σταμάτησε να ακούει τι γράφει!


Ένας από τους κορυφαίους μουσουργούς όλων των μουσικών εποχών, ο δαιμόνιος Μπετόβεν ήρθε στον κόσμο για να αλλάξει για πάντα την έννοια της μελωδίας.

Καινοτόμος μουσικός, βάλθηκε να διευρύνει μουσικά τη σονάτα, τη συμφωνία, το κονσέρτο και το κουαρτέτο, συνδυάζοντας όργανα και φωνητικά με έναν εντελώς καινοφανή τρόπο.

Η ζωή του σπουδαίου συνθέτη και βιρτουόζου πιανίστα σημαδεύτηκε βέβαια από τη μάχη με την κώφωση, με μια σειρά από τα σημαντικότερα έργα του να συνθέτονται πράγματι κατά την τελευταία δεκαετία της ζωής του, όταν πλέον το πρόβλημα ακοής του τον εμπόδιζε να προσλάβει τους ήχους που σκάρωνε.

Η σύνθεσή του αποτέλεσε άξονα αναφοράς για τους επιγόνους του, με τις συμφωνίες του και τα κονσέρτα για πιάνο να μένουν στην παγκόσμια μουσική ιστορία ως παρακαταθήκη της μουσικής του μεγαλοφυΐας…

Πρώτα χρόνια

Ο Λούντβιχ βαν Μπετόβεν γεννιέται στις 16 Δεκεμβρίου 1770 στη Βόνη της Κολονίας, που αποτελούσε τότε τμήμα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η ακριβής ημερομηνία γέννησής του έχει αποτελέσει αντικείμενο ιστορικής έριδας, γνωρίζουμε ωστόσο με βεβαιότητα ότι ο Μπετόβεν βαφτίστηκε στις 17 Δεκεμβρίου.

Ο μικρός γεννιέται σε οικογένεια με μακρά μουσική παράδοση, με τον τενόρο πατέρα του να τον εισάγει σταδιακά στα μυστικά της μουσικής, αν και οι σχέσεις τους δεν ήταν ποτέ ομαλές. Ο παππούς του ήταν ωστόσο η φίρμα της οικογένειας, αποτελώντας τον πλέον επιφανή μουσικό της πόλης, μια πηγή συνεχούς περηφάνιας για τον νεαρό εγγονό.

Σε νεαρή ηλικία λοιπόν ο Μπετόβεν θα έρθει σε επαφή με τη μουσική (κάπου μεταξύ της γέννησης των δύο μικρότερων αδερφών του), με τον μουσικοδιδάσκαλο πατέρα του να υιοθετεί ωστόσο δρακόντειες παιδαγωγικές μεθόδους, που θα στιγματίσουν τον Μπετόβεν για όλη του τη ζωή. Ο μικρός σύντομα θα αποδειχθεί παιδί-θαύμα στη μουσική, επιφέροντας ακόμα μεγαλύτερη αυστηρότητα από τον πατέρα του στη μελέτη. Μαθαίνει βιολί και παίρνει εξτρά μαθήματα από γνωστούς μουσικούς της πόλης, φανερώνοντας την απίστευτη κλίση του στην τέχνη που θα τον έκανε αργότερα το ασύλληπτο ταλέντο που υπήρξε.

Ελπίζοντας ότι ο γιος του θα αναγνωριστεί ως μουσικό ταλέντο εφάμιλλο του Μότσαρτ, ο πατέρας του οργανώνει το πρώτο δημόσιο ρεσιτάλ στις 26 Μαρτίου 1778, με τον «6 ετών μικρό» στο πιάνο: παρά το γεγονός ότι ο Μπετόβεν είναι 8 χρονών, ο πατέρας του πείραξε λίγο τις ημερομηνίες για να συμπέσει η πρώτη εμφάνιση του γιου του με την αντίστοιχη του Μότσαρτ, όταν σε ηλικία 6 ετών έκανε το ντεμπούτο του παίζοντας για την αυτοκράτειρα Μαρία Θηρεσία. Ο Μπετόβεν έδωσε ένα πολύ καλό ρεσιτάλ, το οποίο δεν είχε ωστόσο την αναμενόμενη κάλυψη του Τύπου.

Οι σχολικές του επιδόσεις μόλις και μετά βίας μπορούν να λογιστούν μέτριες, με τον νεαρό Μπετόβεν να παλεύει με τα μαθηματικά και την ορθογραφία σε όλη του τη ζωή. Όπως το έλεγε και ο ίδιος: «Η μουσική έρχεται σε μένα πιο εύκολα από τις λέξεις!». Κι έτσι το 1781, σε ηλικία 10 ετών, παρατάει το σχολείο για να αφιερωθεί ολόψυχα στη μουσική εκπαίδευση, με πρώτο δάσκαλο τον επίσημο μουσικό της Αυλής Κρίστιαν Νέεφε. Ο Νέεφε θα γνωρίσει τον Μπετόβεν στον Μπαχ και θα βάλει τις βάσεις της μουσικής του παιδείας.

Σε ηλικία 12 ετών, ο Μπετόβεν δημοσιεύει την πρώτη του σύνθεση για πιάνο που κάνει τον δάσκαλό του να τον προσφωνήσει ως τον νέο Μότσαρτ. Μέχρι το 1784 όμως το πρόβλημα αλκοολισμού του πατέρα του είχε επιδεινωθεί και δεν μπορούσε πλέον να συντηρήσει οικονομικά την οικογένειά του, με τον νεαρό Μπετόβεν να αναλαμβάνει την υποχρέωση να θρέψει τη φαμίλια: παρά το πολύ νεαρό της ηλικίας του, γίνεται δεκτός ως οργανοπαίκτης στην Αυλή με αξιοπρεπείς απολαβές.

Αναγνωρίζοντας το ταλέντο του, η Αυλή αποφασίζει να στείλει το 1787 το ταλέντο στη Βιέννη για να σπουδάσει στο πλευρό του Μότσαρτ. Στην οντισιόν του Μπετόβεν μπροστά στον κορυφαίο συνθέτη, ο Μότσαρτ σχολίασε για τις επιδόσεις του πιτσιρικά: «Να τον προσέχετε αυτόν, κάποια μέρα θα δώσει στον κόσμο κάτι που θα συζητηθεί»! Ωστόσο, λίγες μόλις εβδομάδες μετά την άφιξή του στη Βιέννη, ο Μπετόβεν πληροφορείται πως η μητέρα του έπεσε βαριά άρρωστη και επιστρέφει εσπευσμένα στη Βόνη: ο θάνατος της μητέρας του λίγους μήνες αργότερα θα τον αφήσει σε βαριά μελαγχολία, με το πένθος του να διαρκεί για χρόνια. Παρά ταύτα, συνεχίζει να αυξάνει τη φήμη του ως μουσικού.

Κι έτσι, όταν πέθανε ο αυτοκράτορας Ιωσήφ Β’ το 1790, ο 19χρονος Μπετόβεν φάνταζε ως η καλύτερη επιλογή για τη σύνθεση ενός μουσικού έργου προς τιμή του. Για λόγους που παραμένουν ωστόσο άγνωστοι, η σύνθεση του Μπετόβεν δεν εκτελέστηκε ποτέ δημόσια, κάνοντας τους περισσότερους να υποθέσουν ότι το έργο του νεαρού δεν ήταν αντάξιο της φήμης που είχε αποκτήσει. Κι όμως, περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα, ο Μπραμς θα ανακαλύψει ότι ο Μπετόβεν είχε πράγματι συνθέσει ένα «υπέροχο και ευγενές» μουσικό έργο (Cantata on the Death of Emperor Joseph II), το οποίο θεωρείται σήμερα ένα από τα πρώιμα αριστουργήματά του…

Συνθέτοντας για το κοινό

Το 1792, με τις γαλλικές επαναστατικές δυνάμεις να φτάνουν μέσω της Ρηνανίας ως την Κολονία, ο Μπετόβεν αποφάσισε να εγκαταλείψει τη Βόνη για τη Βιέννη. Ο Μότσαρτ είχε εν τω μεταξύ πεθάνει την προηγούμενη χρονιά, αφήνοντας πλέον τον Χάιντν στην τιμητική θέση του μεγαλύτερου εν ζωή συνθέτη. Ο Μπετόβεν θα περάσει στο πλευρό του κορυφαίου μουσουργού δύο χρόνια μαθητείας, με τον φίλο και πάτρονα του Μπετόβεν, κόμη Waldstein, να τον αποχαιρετά με μια επιστολή όπου του γράφει: «Μέσα από τη σκληρή δουλειά, θα λάβεις το πνεύμα του Μότσαρτ από τα χέρια του Χάιντν».

Ο Μπετόβεν αφιερώθηκε ολόψυχα στη μελέτη, ερχόμενος σε επαφή με τη μουσική πρωτοπορία του καιρού και γνωρίζοντας από πρώτο χέρι τους σπουδαιότερους συνθέτες της Ευρώπης: μαθαίνει πιάνο στο πλευρό του Χάιντν, φωνητική σύνθεση από τον Αντόνιο Σαλιέρι και αντίστιξη με τον Johann Albrechtsberger. Ο Μπετόβεν σύντομα θα εγκαθιδρυθεί ως βιτρουόζος πιανίστας, με μεγάλο ατού τις ασύλληπτες αυτοσχεδιαστικές του δυνατότητες.

Είχε πλέον προστάτες και χρηματοδότες γνωστούς αριστοκράτες της Βιέννης, που τον προμήθευαν με κονδύλια και παραγγελίες, κάνοντάς τον το 1794 να κόψει κάθε δεσμό με τη γενέτειρά του. Ο Μπετόβεν θα κάνει το πολυαναμενόμενο ντεμπούτο του στα μουσικά πράγματα της Βιέννης στις 29 Μαρτίου 1795. Αμέσως μετά, δημοσιεύει μια σειρά από κονσέρτα για πιάνο, που τιτλοφορούνται πλέον «Opus 1» και θα του φέρουν τεράστια καλλιτεχνική και οικονομική επιτυχία! Πέρα από δεξιοτέχνης του πιάνου, αρχίζει πλέον να γίνεται γνωστός και ως συνθέτης.

Επόμενος σταθμός της ζωής του είναι η 2α Απριλίου 1800, όταν ο Μπετόβεν παρουσίασε την πρώτη συμφωνία του (Συμφωνία Νο 1) στο Βασιλικό Θέατρο της Βιέννης. Παρά το γεγονός ότι αργότερα ο ίδιος θα αποκηρύξει τη σύνθεσή του («Εκείνες τις μέρες δεν ήξερα πώς να συνθέτω»), η μελωδική και χαριτωμένη συμφωνία του θα τον εγκαθίδρυε μεμιάς ως έναν από τους καλύτερους μουσουργούς της Ευρώπης!

Καθώς τα χρόνια προχωρούσαν στον νέο αιώνα, ο Μπετόβεν συνέθετε σαν δαιμονισμένος, με κάθε νέο έργο του να γίνεται επιτυχία και να συμβάλει στην άνοδο της φήμης του, που είχε αγγίξει πλέον το καθεστώς της ωριμότητας. Στα «Six String Quartets», δημοσιευμένα το 1801, ο Μπετόβεν επιδεικνύει την απόλυτη μαεστρία του στη δύσκολη αλλά λατρεμένη βιενέζικη μουσική φόρμα που ανέπτυξαν τόσο ο Μότσαρτ όσο και ο Χάιντν!

Την ίδια χρονιά γράφει και την πρώτη του μουσική σύνθετη για μπαλέτο, «Τα Πλάσματα του Προμηθέα», που θα παιχτούν σε 27 ανάρπαστες παραστάσεις στο Βασιλικό Θέατρο! Ο Μπετόβεν παρακολουθεί, όπως και όλη η υπόλοιπη Ευρώπη, τα κατορθώματα του νεαρού αυτοκράτορα της Γαλλίας Βοναπάρτη και μαγεύεται από τις σχεδόν υπεράνθρωπες ικανότητές του.

Κι έτσι το 1804, λίγες μόλις εβδομάδες μετά τη στέψη του Βοναπάρτη στον θρόνο του αυτοκράτορα, ο Μπετόβεν γράφει προς τιμή του τη Συμφωνία Νο 3, που θα μείνει γνωστή ως «Ηρωική». Πρόκειται για το κορυφαίο του ίσως συμφωνικό έργο, που δεν έμοιαζε σε τίποτα με όσα είχε ακούσει ποτέ ο κόσμος, κάνοντας τους μουσικούς στις τόσες εβδομάδες πρόβας να μην ξέρουν πώς να χειριστούν εκτελεστικά τη σύνθεση!

 

Απώλεια της ακοής

Την ώρα που έγραφε τα αθάνατα και μνημειώδη αυτά έργα, ο Μπετόβεν προσπαθούσε να συμφιλιωθεί με ένα φριχτό και αναπάντεχο γεγονός, το οποίο ταυτοχρόνως επιδίωκε να αποκρύψει από τους πάντες: έχανε προοδευτικά την ακοή του! Μέχρι τη στροφή του αιώνα, ήδη αγωνιζόταν να ακούσει τις λέξεις σε μια συζήτηση, κάνοντάς τον να απομονωθεί τελικά από τη δημόσια ζωή. Σε επιστολή του 1801 που έστειλε στον φίλο του Franz Wegeler παρατηρεί: «Πρέπει να σου εξομολογηθώ ότι διάγω μια μίζερη ζωή. Εδώ και δύο χρόνια έχω πάψει να πηγαίνω σε κοινωνικές εκδηλώσεις καθώς το βρίσκω αδύνατο να πω στον κόσμο ότι είμαι κουφός».

Ας μην ξεχνάμε ότι επρόκειτο για συνθέτη και η απώλεια της ακοής ήταν από μόνη της τραγική για τη δουλειά του: «Αν έκανα οποιαδήποτε άλλη δουλειά, ίσως να μπορούσα να διαχειριστώ την αναπηρία μου. Στη δουλειά μου είναι όμως ένα τρομερό εμπόδιο». Η μελαγχολία και η θλίψη θρονιάστηκαν στη ζωή του και απαθανατίστηκαν σε ένα σπαρακτικό σημείωμα που κράτησε κρυφό σε όλη του τη ζωή. Με χρονολογία 6 Οκτωβρίου 1802 («The Heiligenstadt Testament»), διαβάζουμε: «Ω, εσείς άνθρωποι που πιστεύετε ή λέτε ότι είμαι κακόβουλος, πεισματάρης ή μισάνθρωπος, πόσο πολύ με αδικείτε. Δεν ξέρετε τον κρυφό λόγο που με κάνει να φαίνομαι έτσι στα μάτια σας, και θα έδινα τέλος στη ζωή μου – ήταν μόνο η τέχνη μου που με κράτησε πίσω. Φάνταζε αδύνατο να εγκαταλείψω τα εγκόσμια μέχρι να βγάλω έξω όσα ένιωθα ότι υπήρχαν μέσα μου».

Σχεδόν θαυματουργά, και παρά τη ραγδαία επιδεινούμενη κώφωσή του, ο Μπετόβεν συνεχίζει να συνθέτει με αμείωτο ρυθμό. Από το 1803-1812, στη δεύτερη αυτή περίοδο της ζωής του, που αναγνωρίζεται ως «μεσαία» ή «ηρωική», συνθέτει μία όπερα, έξι συμφωνέις, τέσσερα σόλο κονσέρτα, πέντε κουαρτέτα, έξι σονάτες, εφτά σονάτες για πιάνο, 72 τραγούδια και πολλά-πολλά ακόμα έργα! Στα πλέον μνημειώδη της εποχής συγκαταλέγονται οι Συμφωνίες No. 3-8, η «Σονάτα του Σεληνόφωτος», η σονάτα για βιολί «Kreutzer» αλλά και η μόνη όπερα που έγραψε ποτέ, το «Fidelio».

Με όρους νεωτερισμών, πολυπλοκότητας σύνθεσης και μουσικής αρτιότητας, η δεύτερη αυτή περίοδος της ζωής του Μπετόβεν παραμένει αξεπέραστη! Παρά το γεγονός βέβαια ότι μας χάρισε απαράμιλλες μελωδίες, η προσωπική του ζωή μαστιζόταν από τη μοναξιά και τη θλίψη, που θα εγκαθιδρυθούν πλέον στον ψυχισμό του και θα τον ακολουθούν σε όλη την ενήλικη ζωή του.

Ευέξαπτος πια, μονίμως αφηρημένος, άπληστος και καχύποπτος μέχρι παράνοιας, ο Μπετόβεν τσακωνόταν με όσους τον περιέβαλλαν: τα αδέρφια του, τους εκδότες του, τις οικιακές βοηθούς του, τους μαθητές του, ακόμα και στους πάτρονές του τα έψελνε. Το θέμα με την κώφωση και η απόσυρσή του από τα δημόσια πράγματα, αλλά και η φυσική συστολή του χαρακτήρα του, θα τον έκαναν να μην παντρευτεί ποτέ και να μην αποκτήσει απογόνους. Ήταν ωστόσο αθεράπευτα ερωτευμένος με μια παντρεμένη, την Antonie Brentano.

O θάνατος του αδερφού του το 1815 έμελλε να πυροδοτήσει μια από τις μεγαλύτερες δικαστικές περιπέτειες της ζωής του, μια ακανθώδη νομική διαμάχη με την κουνιάδα του για την επιμέλεια του γιου της και ανιψιού του Μπετόβεν, Καρλ βαν Μπετόβεν. Ο δικαστικός αγώνας κράτησε χρόνια, με τις αντιμαχόμενες πλευρές να εκτοξεύουν μύδρους και να γίνονται δημόσιο θέαμα. Ο Μπετόβεν κέρδισε τελικά την επιμέλεια του ανιψιού του, ποτέ όμως και τη στοργή του…

 

Κατοπινά χρόνια και θάνατος

Παρά την ταραχώδη προσωπική ζωή και την πλήρη πλέον κώφωση, ο Μπετόβεν κατάφερε να συνθέσει τα σπουδαιότερα έργα του -που περιλαμβάνονται φυσικά στα σπουδαιότερα έργα της μουσικής τέχνης!- στην τελευταία αυτή περίοδο του βίου του. Οι μνημειώδεις συνθέσεις της εποχής περιλαμβάνουν το ορατόριο Missa Solemnis (1824), αλλά και το Κουαρτέτο No 14…

Η ένατη και τελευταία συμφωνία του κορυφαίου συνθέτη, που ολοκληρώθηκε την ίδια εποχή (1824), παραμένει το συγκλονιστικότερο ίσως επίτευγμά του και ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα μουσικά θέματα όλων των εποχών…

Ο Μπετόβεν πέθανε στις 26 Μαρτίου 1827, σε ηλικία 56 ετών. Η αυτοψία αποκάλυψε ως αιτία θανάτου κίρρωση του ήπατος που προκλήθηκε από ηπατίτιδα, ενώ παρείχε και στοιχεία για το πρόβλημα ακοής του: προήλθε πιθανότατα από τύφο που πέρασε το καλοκαίρι του 1796.

Ο Μπετόβεν θεωρείται από την ιστορία της τέχνης ως ένας από τους κορυφαίους συνθέτες όλων των εποχών. Η μεγάλη του συνεισφορά, πέρα φυσικά από τα αριστουργήματα που μας χάρισε, έγκειται στη μετάβαση από την κλασική στη ρομαντική εποχή της δυτικής μουσικής παράδοσης.

Το γεγονός μάλιστα ότι κατάφερε να συνθέσει τα πλέον χαρακτηριστικά και αθάνατα έργα του σε καθεστώς πλήρους κώφωσης περιβάλλει το επίτευγμά του με τον μανδύα του υπεράνθρωπου άθλου: ενός άθλου δημιουργικής διάνοιας και ανάγκης για έκφραση που με λίγα ιστορικά παραδείγματα μπορεί να συγκριθεί…

http://www.newsbeast.gr/