1918: Σαν σήμερα, εκτελέστηκε από τους μπολσεβίκους,ο τελευταίος τσάρος της Ρωσίας, ο Νικόλαος Β μαζί με τη σύζυγό του και τα πέντε παιδιά τους.

Ο Νικόλαος Β΄ της Ρωσίας (18 Μαΐου 1868 – 17 Ιουλίου 1918, στα ρωσικά: Никола́й II) υπήρξε ο τελευταίος αυτοκράτορας της Ρωσίας, Βασιλιάς της Πολωνίας και Μεγάλος Δούκας της Φινλανδίας. Κυβέρνησε από το 1894 μέχρι τη αναγκαστική παραίτησή του από τον θρόνο το 1917. Ο Νικόλαος Β΄αποδείχθηκε ανίκανος να διαχειριστεί μια χώρα που βρισκόταν σε πολιτική αναταραχή καθώς και να διοικήσει τον στρατό της στη διάρκεια του A΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η περίοδος της διακυβέρνησης του τελείωσε με την έναρξη της Ρωσικής Επανάστασης το 1917, οπότε και δολοφονήθηκε τόσο αυτός όσο και τα υπόλοιπα μέλη της αυτοκρατορικής οικογένειας από τους Μπολσεβίκους, παρόλο ότι είχε προηγουμένως παραιτηθεί. Το πλήρες όνομα του Νικολάου ήταν Νικολάι Αλεξάντροβιτς Ρομανόφ (Никола́й Алекса́ндрович Рома́нов). Ο επίσημος τίτλος του ήταν Νικόλαος Β΄, Αυτοκράτορας και Μονοκράτορας πασών των Ρωσιών. Κάποιες φορές αναφέρεται ως ο Νικόλαος ο Μάρτυρας εξαιτίας της εκτέλεσής του ή και ως ο Αιματοβαμμένος Νικόλαος εξαιτίας των τραγικών γεγονότων που συνέβησαν κατά τη διάρκεια της ενθρόνισής του και της ακόλουθης εναντίωσης της κυβέρνησής του. Αγιοποιήθηκε από τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία με το όνομα «Άγιος Νικόλαος ο το Πάθος Φέρων».

Ο Νικόλαος Β΄ γεννήθηκε στην Αγία Πετρούπολη, και ήταν ο μεγαλύτερος γιος του Αυτοκράτορα Αλέξανδρου Γ΄ και της Μαρία Φεοντόροβνα Φρειδερίκη Δαγμάρ της Δανίας. Ο παππούς του από την πλευρά του πατέρα του ήταν ο Αλέξανδρος Β΄ της Ρωσίας και γιαγιά του η Μαρία Αλεξαντρόβνα της Έσσης-Ντάρμσταντ (Hesse-Darmstadt). Ο παππούς από την πλευρά της μητέρας του ήταν ο Κριστιάν Θ΄ της Δανίας και γιαγιά του η Λουίζα της Έσσης-Κάσελ (Hesse-Kassel). Ο Νικόλαος Β΄ ήταν ευαίσθητο παιδί, και αισθανόταν πολύ καταπτοημένος από τη δύναμη του πατέρα του, παρόλο που ταυτόχρονα τον λάτρευε. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, ο Νικόλαος Β΄ συχνά αναφερόταν σε εκείνον στα γράμματά του και στα ημερολόγια του με νοσταλγία. Πολύ κοντινή σχέση είχε ο Νικόλαος Β΄ με τη μητέρα του, Μαρία Φεοντόροβνα Φρειδερίκη Δαγμάρ, όπως προκύπτει μετά τη δημοσιοποίηση των γραμμάτων που αντάλλασσαν μεταξύ τους.

O Νικόλαος Β΄ ερωτεύτηκε την πριγκίπισσα Αλίξ (Alix) της Έσσης-Ντάρμσταντ, κόρη του Λουδοβίκου IV, Μεγάλου Δούκα της Έσσης και του Ρήνου και της Πριγκίπισσας Αλίκης του Ηνωμένου Βασιλείου, δεύτερη μεγαλύτερη κόρη της Βασίλισσας Βικτωρίας και του Πρίγκιπα Αλβέρτου. Οι γονείς του Νικόλαου Β΄ δεν ενέκριναν αυτή τη σχέση, καθώς έλπιζαν ότι ο Νικόλαος θα παντρευόταν την Πριγκίπισσα Έλενα, κόρη του Κόμη Φίλιππου του Οίκου της Ορλεάνης. Έτσι θα σφράγιζαν τη νέα συμμαχία της Ρωσίας με τη Γαλλία.

Πριν γίνει Τσάρος, ο Νικόλαος Β΄ πραγματοποίησε έναν αξιοζήλευτο αριθμό ταξιδιών. Κατά τη διάρκεια ενός αξιομνημόνευτου ταξιδιού στην Αυτοκρατορία της Ιαπωνίας, μια αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας του με σπαθί, τον άφησε με μια ουλή στο μέτωπο. Η άμεση αντίδραση του ξαδέρφου του, Πρίγκιπα Γεωργίου της Ελλάδος, ο οποίος απέκρουσε το δεύτερο χτύπημα με το μπαστούνι του, του έσωσε τη ζωή. Το κίνητρο του παρολίγον δολοφόνου ήταν ότι ο Νικόλαος Β΄ είχε επισκεφτεί έναν πολύ άγιο ναό στον οποίο ποτέ πριν δεν επιτρεπόταν η είσοδος σε μη πιστούς. Αυτό το συμβάν είχε μια απρόβλεπτη επίδραση στην ιστορία της Ρωσίας. Ο Νικόλαος Β΄μίσησε την Ιαπωνία και το 1905 υποστήριξε πόλεμο εναντίον της, ο οποίος κατέληξε στην καταστροφική ναυμαχία της Τσουσίμα.

Ο Νικόλαος γίνεται Αυτοκράτορας

Προσφωνήσεις του
Νικόλαου Β΄
Προσφώνηση αναφοράς Μεγαλειότατος
Προφορική Μεγαλειότατε
Εναλλακτική Δ/Δ
Χαρακτηρισμένος ως υπερβολικά υποχωρητικός από τον σκληρό και απαιτητικό πατέρα του, ο Νικόλαος ελάχιστα προετοιμάστηκε για τον ρόλο του ως αυτοκράτορας. Ως παιδί ήταν ευγενικό και αξιαγάπητο, αλλά έδειχνε ελάχιστο ενδιαφέρον στα μαθήματά του. Ακόμα και όταν ο Τσάρος αποφάσισε να τον μυήσει στις υποθέσεις του Κράτους, βάζοντάς τον να παρακολουθήσει συνεδρίαση του Συμβουλίου του Κράτους, ο τελευταίος στα πρώτα είκοσι λεπτά προτίμησε να φύγει και να συναντήσει τους φίλους του. Όταν ο Αλέξανδρος πέθανε το 1894 σε ηλικία 49 ετών από νεφρική ανεπάρκεια, ο Νικόλαος αισθανόταν τόσο απροετοίμαστος για τα καθήκοντά του που ρώτησε τον ξάδερφό του κλαίγοντας: «Τι θα απογίνω εγώ και ολόκληρη η Ρωσία;».Αποφάσισε ωστόσο να διατηρήσει τη συντηρητική πολιτική του πατέρα του. Και ενώ ο Αλέξανδρος είχε συγκεντρωθεί στον σχηματισμό μιας γενικής πολιτικής, ο Νικόλαος ασχολήθηκε πολύ περισσότερο με διοικητικές λεπτομέρειες.

Σε ένα ταξίδι του στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο Νικόλαος Β΄ παρακολούθησε μια συνεδρίαση του Κοινοβουλίου και έδειξε εντυπωσιασμένος από τους μηχανισμούς της δημοκρατίας. Ωστόσο γύρισε την πλάτη του σε οποιαδήποτε ιδέα παραχώρησης δύναμης στους εκλεγμένους αντιπροσώπους στη Ρωσία. Λίγο μετά αφότου ανέβηκε στον θρόνο, δέχτηκε στα χειμερινά ανάκτορα μια επιτροπή από χωρικούς και εργάτες από διάφορες τοπικές οργανώσεις (zemstvos) με αίτημα κάποιες συνταγματικές μεταρρυθμίσεις. Παρόλο που η επιτροπή πριν συναντήσει τον Τσάρο είχε ήδη απευθυνθεί προς αυτόν σε ήπιους και νομιμόφρονες τόνους, ο Νικόλαος Β΄τους υποδέχτηκε θυμωμένος και αγνοώντας έναν σύμβουλο της αυτοκρατορικής οικογένειας, τους είπε «…μου έγινε γνωστό ότι στη διάρκεια των τελευταίων μηνών ακούστηκαν σε κάποιες συγκεντρώσεις των zemstvos οι φωνές εκείνων που έλκονται από ένα χωρίς νόημα όνειρο, πως οι zemstvos θα κληθούν να συμμετάσχουν στην διακυβέρνηση της χώρας. Θέλω όλοι να μάθουν ότι θα δώσω όλη μου τη δύναμη για να διατηρήσω, για το καλό όλου του έθνους, τις αρχές της απόλυτης μοναρχίας, όσο σταθερά και ισχυρά έκανε και ο πρόσφατα απωλεισθείς πατέρας μου.»

Τα λόγια αυτά άφησαν εμβρόντητους και τρόμαξαν όλους όσους άκουγαν. Από τότε ξεκίνησε η πτώση της δημοτικότητας του νέου Τσάρου και άρχισαν να απομακρύνονται οι ελπίδες για μια ειρηνική αλλαγή στη Ρωσία.

Η Αλεξάνδρα γέννησε τέσσερις κόρες, την Όλγα το 1895, την Τατιάνα το 1897, τη Μαρία το 1899 και την Αναστασία το 1901, πριν γεννήσει τον υιό Αλεξέι (Αλέξιο) στις 12 Αυγούστου 1904. Ο νεαρός κληρονόμος έπασχε από αιμορροφιλία, μια κληρονομική ασθένεια που προκαλεί αδυναμία πήξης του αίματος σε περιπτώσεις αιμορραγίας, η οποία εκείνη την εποχή ήταν ανίατη και συνήθως οδηγούσε σε πρόωρο θάνατο. Ως εγγονή της Βασίλισσας Βικτώριας, η Αλεξάνδρα έφερε τα ίδια γονίδια αιμορροφιλίας που προκάλεσαν την πάθηση σε κάποιους από τους μεγάλους βασιλικούς οίκους της Ευρώπης, όπως τον Ισπανικό και τον Πρωσικό. Έτσι η αιμορροφιλία ονομάστηκε «βασιλική ασθένεια» και η Αλεξάνδρα την κληροδότησε στον γιο της. Καθώς όλες οι κόρες της Αλεξάνδρας και του Νικολάου βρήκαν πρόωρο θάνατο στο Αικατερίνεμπουργκ (Ekaterinburg) το 1918, δεν είναι γνωστό κατά πόσον κάποια από αυτές ήταν φορέας της ασθένειας.
Εξαιτίας της εύθραυστης κατάστασης στην οποία βρισκόταν η μοναρχία εκείνον τον καιρό, ο Νικόλαος Β΄ και η Αλεξάνδρα επέλεξαν να μην πληροφορήσουν κανέναν εκτός της βασιλικής οικίας για την ασθένεια. Και πράγματι υπήρχαν πολλοί ακόμα και μέσα στην οικία που δεν γνώριζαν την ακριβή φύση της ασθένειας του μικρού Τσάρου. Γνώριζαν ωστόσο ότι υπέφερε από κάποια σοβαρή ασθένεια.
Αρχικά η Αλεξάνδρα απευθύνθηκε σε Ρώσους γιατρούς και φαρμακοποιούς για να θεραπεύσουν τον Αλεξέι: ωστόσο, οι θεραπείες σε γενικές γραμμές απέτυχαν, και η Αλεξάνδρα άρχισε να στρέφεται σε μυστικιστές και όσιους. Ένας από αυτούς, ο Γρηγόριος Ρασπούτιν, φάνηκε να έχει κάποια επιτυχία.

Ως μονάρχης (και πατέρας τεσσάρων κορών μέχρι τη γέννηση του Τσάρεβιτς το 1904) μέχρι το 1905, ο Νικόλαος Β΄ είχε την απόλυτη δύναμη να τροποποιήσει το νόμο του τσάρου Παύλου (Pauline) για τη διαδοχή στη Ρωσική Αυτοκρατορία, ώστε οι κόρες του να μπορούν να τον διαδεχτούν στον θρόνο. Του έλειπε ωστόσο η θέληση να το πράξει. Ο νόμος του τσάρου Παύλου (Pauline) είχε εισαχθεί από τον Τσάρο Παύλο Α΄ μετά τον θάνατο της μητέρας του, Αυτοκράτειρας Αικατερίνης Β΄ περισσότερο ως εκδίκηση προς αυτήν. Αυτοί οι νόμοι εμπόδιζαν μια γυναίκα να γίνει μονάρχης της Ρωσίας εκτός κι αν όλοι οι αρσενικοί διάδοχοι εξέλειπαν. Δεδομένης της ευαίσθητης υγείας του Τσάρεβιτς και της απόλυτης δύναμης του Τσάρου, είναι περίεργο που ο νόμος δεν άλλαξε.

Δύο σκελετοί δε βρέθηκαν. Του έφηβου γιου και κληρονόμου του θρόνου Αλέξιου και μίας εκ των κορών, της Μαρίας, της Αναστασίας ή της Τατιάνας (οι τρεις κύριοι ερευνητές των λειψάνων — Alexander Avdonin, Sergei Abramov, και William Maples — δε συμφωνούν ως προς την ταυτότητα). Σε άρθρο της The Sunday Telegraph, στις 19 Απριλίου 1998, ο Avdonin, που βρήκε τα κόκκαλα της υπόλοιπης οικογένειας, ισχυρίστηκε ότι τα σώματα που λείπουν βρίσκονται σε άλλη τοποθεσία κοντά στον κύριο τάφο. Είπε ακόμα ότι οι Μπολσεβίκοι πειραματίστηκαν με τα δύο σώματα (του Αλέξη και της αδερφής του) μέχρι που τα κατέστρεψαν ολοσχερώς.

Οι εκτελεστές δεν είχαν τον χρόνο να ασχοληθούν το ίδιο σχολαστικά με τα υπόλοιπα σώματα, κι έτσι αυτά διασώθηκαν. Ο Avdonin πιστεύει πως, αφού τα λείψανα του Tsarevich και της Μεγάλης Δούκισσας είναι θρυμματισμένα, «πιθανόν μόνο μερικά κόκαλα, σκόνη και στάχτη- θα έπρεπε να μείνουν εν ειρήνη». Πριν ακόμα βρεθούν τα λείψανα, μια γυναίκα η Άννα Αντερσον έγινε παγκοσμίως γνωστή, χάρη στις φήμες που θέλαν την ίδια να είναι η Μεγάλη Δούκισσα Αναστασία, η διατεινόμενη ως μόνη επιζήσασα της εκτέλεσης. Στο Hollywood γυρίστηκαν ταινίες βασισμένες σε αυτό. Η Άννα Άντερσον υποστήριζε αυτές τις φήμες κερδίζοντας έτσι δημοσιότητα. Όσοι την υποστήριζαν ισχυριζόταν ότι ήξερε πράγματα για τους Ρoμανόφ, που μόνο ένα τόσο στενό μέλος της οικογένειας μπορούσε να ξέρει. Ωστόσο, η εξέταση DNA της Anna Anderson’s απέδειξε ότι τίποτα απ’ αυτά δεν ίσχυε. Στην πραγματικότητα ήταν μία Πολωνή εργάτρια εργοστασίου που είχε εξαφανιστεί με το όνομα Franziska Schanzkowska.

Η ρωσική Ορθόδοξη Eκκλησία, παρά τα στοιχεία των εξετάσεων DNA, αρνήθηκε να αναγνωρίσει τα λείψανα της Αυτοκρατορικής οικογένειας ως αυθεντικά. Οι λόγοι της άρνησης θεωρούνται πολιτικοί.
Κατά τη διάρκεια της ταφής των οστών το 1998, τα λείψανα αναφέροταν από την Εκκλησία ως «Χριστιανοί θύματα της Επανάστασης» παρά ως βασιλική οικογένεια. Ένας λόγος για αυτήν την διαφωνία ήταν η απουσία σημαδιού από το μέτωπο του Νικολάου.