1987: Σαν σήμερα πεθαίνει ο κορυφαίος Έλληνας συλλέκτης Αλέξανδρος Ιόλας.

Ο Αλέξανδρος Ιόλας γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια, στις 25 Μαρτίου του 1908. Κατάλαβε από νωρίς το πεπρωμένο του, όταν ένα βράδυ, σκαστός από το σπίτι του στην αιγυπτιακή μεγαλούπολη, είδε την Μαρίκα Κοτοπούλη στη σκηνή εκεί του γεννήθηκε η επιθυμία να ασχοληθεί με τις τέχνες. Ο πατέρας του ήταν βαμβακέμπορος, επάγγελμα όμως, το οποίο ο ίδιος δεν ακολούθησε. Το 1926 σε ηλικία 18 χρονών ήρθε στην Ελλάδα στον κύκλο του Άγγελου Σικελιανού και άλλων μεγάλων προσωπικοτήτων της εποχής. Στην Αθήνα ασχολήθηκε με τον χορό και την μουσική κάνοντας τα πρώτα του μαθήματα.

Το πραγματικό όνομα του Αλέξανδρου Ιόλα ήταν Κωνσταντίνος Κουτσούδης. Η Θεοδώρα Ρούζβελτ – εγγονή του προέδρου των ΗΠΑ και αρραβωνιαστικιά του- τον βάπτισε Αλέξανδρο Ιόλα. Ο Ιόλας είχε μια ιδιαίτερη σχέση με τον Μέγα Αλέξανδρο για τον οποίο έλεγε:« Τελικά η Ελλάδα έβγαλε έναν μεγάλο. Έναν πολύ μεγάλο: τον Μέγα Αλέξανδρο». Στο κομοδίνο του πάντα φύλαγε ένα βιβλίο για τον Μακεδόνα στρατηλάτη για δύο λόγους: για το κοινό τους όνομα και την καταγωγή.

 

Ο Αλέξανδρος Ιόλας, το παιδί που ξεκίνησε από την Αλεξάνδρεια για την Αθήνα το 1926 έχοντας τρεις συστατικές επιστολές από τον Κωνσταντίνο Καβάφη – μία για τον Άγγελο Σικελιανό, μία για τον Κωστή Παλαμά και μία για τον Δημήτρη Μητρόπουλο – κατέκτησε τον κόσμο της τέχνης. Είχε πει: « Η ζωή, παιδί μου, είναι σαν το θέατρο. Όλους μας θέλει. Άλλοι είμαστε γεννημένοι πρωταγωνιστές, άλλοι είναι γεννημένοι για να είναι κομπάρσοι». Το 1931 φεύγει με προτροπή του Μητρόπουλου για το Βερολίνο, με έναν σύντομο σταθμό στην Ιταλία. Αφιερώνεται τις σπουδές στον χορό, γνωρίζεται με πολλές σπουδαίες προσωπικότητες του χώρου. Από κομπάρσος έγινε πρώτος χορευτής στις σκηνές όταν γνώρισε τον σκηνογράφο της όπερας του Βερολίνου Πάνο Αραβαντινό στην γερμανική πόλη το 1929. Το 1933 αναγκάζεται να εγκαταλείψει την Γερμανία με την εμφάνιση του ναζισμού. Μετακομίζει, έτσι στο Παρίσι όπου συνεχίζει με επιτυχία την καριέρα του στον χορό και έρχεται σε στενή επαφή με επιφανείς εικαστικούς καλλιτέχνες για τους οποίους ποζάρει ως μοντέλο. Στο Παρίσι, μπήκε στον κόλπο του Πολ Βαλερί, γνώρισε τον Αντρέ Μπρετόν. Το 1933 σε μια γκαλερί έμεινε αποσβολωμένος μπροστά σε έναν πίνακα του Τζορτζ ντε Κίρικο. Το πάθος του χορού έμπαινε σιγά σιγά σε δεύτερη μοίρα.

Μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’30 φεύγει για την Νέα Υόρκη, όπου έγινε κορυφαίος χορευτής στην «Ballet Theater Company» και συνεργάζεται ως χορευτής με τον Τζορτζ Μπαλανσίν, την Υοβόν Γκεόργκι και αργότερα αναλαμβάνει την διεύθυνση των μπαλέτων του Μαρκήσιου de Cuevas τη Νέα Υόρκη.

Το 1944 εγκαταλείπει τον χορό και αφορμής σε αυτό στάθηκε ο τραυματισμός του στο πόδι και δραστηριοποιείται στον χώρο του εμπορίου έργων τέχνης. Είναι η ίδια χρονιά που θα ανοίξει την πρώτη του γκαλερί στη Νέα Υόρκη την “Hugo Gallery”. Ο ίδιος δεν είχε τα χρήματα στα πρώτα του αυτά βήματα και βασίστηκε στην οικονομική υποστήριξη της Maria Hugo δούκισσας του Gramount και τέως σύζυγος του εγγονού του Βίκτωρος Ουγκό, καθώς και στην βοήθεια της Ελισάβετ Άρντεν, στους συλλέκτες Jean και Dominique de Menil και αφετέρου στις προσωπικές του φιλίες με καλλιτέχνες. Σε αυτή την πρώτη γκαλερί έφερε τους ευρωπαίους καλλιτέχνες στην Αμερική και επέβαλε τον σουρεαλισμό στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού. Στην αρχή δέχτηκε αντιδράσεις, ο ίδιος έλεγε: «Υπήρξαν ημέρες που δεν είχαν ένα κομμάτι ψωμί να φάω. Αλλά είχα πεισμώσει. Έλεγα μέσα μου “ Θα τους αγαπήσετε”».

Ήταν ο άνθρωπος που ανακάλυψε τον Άντι Γουόρχολ όταν εκείνος ήταν σχεδιαστής παπουτσιών. Το 1952 οργάνωσε την πρώτη του ατομική έκθεση, με μια σειρά σχεδίων βασισμένη σε κείμενα του Τρούμαν Καπότε – 35 χρόνια αργότερα διοργάνωσε και την τελευταία έκθεση του Γουόρχολ στο Μιλάνο, στο Παλάτσο Στελίνε, το κύκνειο άσμα και των δύο.

Η επιτυχία του Ιόλα ήταν μεγάλη. Ζούσε μια ζωή σαν παραμύθι, μέσα στα κοσμικά πάρτι, τους εραστές και τους έρωτες. Ανοίγει γκαλερί στη Γενεύη, στη Ζυρίζη, στο Παρίσι, στο Μιλάνο, στη Μαδρίτη. Μέσα από τις συλλογές του ο Ιόλας πολλαπλασίαζε την αξία των έργων που αγόραζε και διαμόρφωνε το σύγχρονο χρηματιστήριο έργων τέχνης.

Η εφημερίδα The New York Times τον χαρακτήρισε ως τον γκαλερίστα που άλλαξε την τέχνη για πάντα και όχι άδικα.

Έργα καλλιτεχνών που περιλαμβάνονται στην συλλογή του είναι αυτά των Μαξ Ερνστ, Ρενέ Μαγκρίτ, Ιβ Κλάιν, Μαν Ρέι, Τζόρτζιο ντε Κίρικο, Άντι Γουόρλχολ, Τάκις κ.α.

Ο Αλέξανδρος Ιόλας αποτέλεσε έναν από τους πρωτοπόρους στην ανάπτυξη μιας αλυσίδας από αίθουσες τέχνης που συνδέονταν με μια κεντρική αυτή της Νέας Υόρκης . Εκδίδει επίσης, καταλόγους στους οποίους προλογίζουν μεταξύ άλλων ο Andre Breton και ο Pierre Restany καθώς και συλλεκτικά βιβλία καλλιτεχνών και ποιητών σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων. Παράλληλα προώθησε στο εξωτερικό Έλληνες καλλιτέχνες όπως ο Χατζηκυριάκος Γκίκας, ο Μόραλη, ο Τσαρούχης κ.α. Συνεργάζεται και με μια σειρά από νεότερους Έλληνες καλλιτέχνες όπως είναι ο Τσόκλης, Τάκις, Καρέτσου κ.α.

Δωρίζει και πουλάει έργα σε μεγάλα μουσεία του εξωτερικού όπως Metropolitan Museum of Art, Museum of Art στην Νέα Υόρκη κα. Το 1976 κλείνει όλες τις γκαλερί του εκτός από μια στην Νέα Υόρκη.

Από την δεκαετία του ’60 περνάει όλο και περισσότερο χρόνο στην Ελλάδα, συνεργάζεται με διάφορες γκαλερί. Χτίζει στην Αγία Παρασκευή ένα σπίτι, για τα δεδομένα της Ελλάδας ένα ανάκτορο, όπου μεταφέρει την τεράστια προσωπική του συλλογή από έργα αρχαίας, βυζαντινής και σύγχρονης Τέχνης, καθώς και άλλα κομμάτια όπως ταπισερί, έπιπλα και σερβίτσια μεγάλης καλλιτεχνικής και χρηματικής αξίας. Σκοπός του να φτιάξει ένα παγκόσμιο κέντρο τέχνης. Η προσωπικότητα του προκαλούσε. Οι γούνες, τα λαχούρ πουκάμισα, οι αμφιλεγόμενες δηλώσεις. Σε συνέντευξη του στο περιοδικό «Γυναίκα» μίλησε σκληρά για ολόκληρο το πολιτικό-καλλιτεχνικό κατεστημένο της εποχής, θίγοντας πολλούς. Ο τραβεστί με το ψευδώνυμο «Μαρία Κάλλας» (Αντώνης Νικολάου) τον διέσυρε στις εφημερίδες, οι οποίες του κήρυξαν πόλεμο και το όνομα του συνδέθηκε από μερίδα του Τύπου με όργια με ανηλίκους, ναρκωτικά, αρχαιοκαπηλία. Η υπόθεση έφτασε στην δικαιοσύνη και απασχόλησε και τον διεθνή τύπο. Υπήρξε από το εξωτερικό και προσπάθεια υπεράσπισης του Ιόλα, με πρωτοβουλία του Κώστα Γαβρά, την οποία συνυπέγραψαν πολλές διεθνείς προσωπικότητες, ανάμεσα τους και ο Φρανσουά Μιτεράν.

Λίγο πριν πεθάνει η επιθυμία του να δωρίσει την προσωπική του συλλογή στο ελληνικό κράτος δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ

Ο Ιόλας πέθανε τελικά, νικημένος από το Έιτζ στις 8 Ιουνίου του 1987. Όσα έργα δεν απομακρύνθηκαν από τους κληρονόμους του έγιναν λεία σε ένα πρωτοφανές πλιάτσικο, σύμφωνα με τον βιογράφο του Νίκο Σταθούλη ο οποίος δήλωσε: «Χίλια δυο κοράκια είχαν πέσει πάνω στην συλλογή του και την ρήμαξαν. Επί δέκα χρόνια την κλέβανε και δεν τελείωνε αυτός ο θησαυρός των 10.000 έργων που περιφρόνησε έτσι απλά το ελληνικό κράτος. Τι έχει μείνει από τον Αλέξανδρο Ιόλα σήμερα; Η κατάρα του και το όραμα του. Ακόμη και αυτό το κρανίο το ξεδοντιασμένο, όπως είναι το σπίτι του σήμερα, αν κάποιος υπουργός Πολιτισμού, δεν ξέρω εγώ ποιος, το αποκαταστήσει, θα ήταν μια ευλογία. Γι’ αυτό πάμε να φτιάξουμε έναν φορέα που θα τιμήσει τον Αλέξανδρο Ιόλα και θα τον βγάλει από αυτή τη μιζέρια στην οποία τον καταδίκασαν η πολιτική, οι πολιτικοί και η έλλειψη παιδείας».

Η ζωή του Ιόλα μοιάζει πράγματι με αρχαία ελληνική τραγωδία. «Αν ζούσε σε άλλες εποχές θα ήταν σαν αρχαίος Έλληνας θεός» είχε πει ο Μάνος Χατζιδάκις. Ο Ιόλας ποτέ δεν έκανε τίποτε για να τον θυμούνται. «Να κάνεις τα πάντα, όμως, για να θυμάσαι εσύ τον εαυτό σου» συμβούλευε.

Πληροφορίες από το βιβλίο “Αλεξανδρου Ιόλα:Η ζωή μου” του Νίκου Σταθούλη