ΕΛΛΗΝΙΔΕΣ  ΜΑΝΕΣ: ΟΜΟΙΕΣ Η  ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΥΠΟΛΟΙΠΕΣ ΜΑΝΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ;;

 

 

 

  Της Ρίκης Ματαλλιωτάκη

Όταν μερικές εβδομάδες πριν σε ένα σούπερ μάρκετ είδα δυο Γερμανίδες, μάνα και κόρη, να ψωνίζουν μαζί και φτάνοντας στο ταμείο η μάνα να βγάζει μια κονσέρβα  από το κοινό καλάθι και με σπαστά ελληνικά να λέει να της την χτυπήσουν χωριστά γιατί μόνο αυτή ήταν δική της, το μυαλό μου δεν κατάφερε να αποφύγει ένα αλλόκοτο συνειρμό σκέψεων και εικόνων:

Θυμήθηκα ότι σαν παιδί είχα μονίμως την ιδέα ότι η δική μου η μάνα  ήταν η καλύτερη ή έστω η καλύτερη απ΄  όσες τουλάχιστον γνώριζα εγώ.

Στο συγκεκριμένο ήμουν  για χρόνια απόλυτη και πιο διαλλακτική με έκανε μονάχα  το μεγάλωμα μου που το  έβλεπα  ανελέητο σε κάποιες άσπρες τριχούλες που  άρχισαν να φανερώνονται στα μαλλιά μου, στην σύγκριση της σημερινής  χρονολογίας  με την χρονολογία της γέννησης μου, στην διαφορά της σκέψης και της ωριμότητας μου,  το έβλεπα σε πολλά, σε πάρα πολλά…

Μα ένα παράξενο, μόνο η μάνα μου επέμενε  να μη βλέπει  τίποτα από όλα αυτά   και να εξακολουθεί   πάντα να διατηρεί τον υπερποστατευτικό τρόπο που είχε  όταν ακόμα  ήμουν το  μικρό  κοριτσάκι που του κάθιζε  με το έτσι θέλω  τα άσπρα φιογκάκια  στα μαλλιά  και το κρατούσε από το χέρι πιστεύοντας  πως εκείνο  θα είχε συνεχώς  την ανάγκη της!

Για την μάνα μου δεν μεγάλωσα ποτέ  κι αυτό  για καιρό ήταν μια κατάσταση  που κάποτε με εκνεύριζε αφάνταστα. Μέχρι βέβαια  που έγινα κι  η ίδια μάνα, είδα την παράσταση να επαναλαμβάνεται  και κατάλαβα..

Με τις δυο Γερμανίδες να εξακολουθούν να  μετρούν  και  να ξεχωρίζουν τα σέντσια τους μπροστά μου-κι επειδή ως γνωστόν η σκέψη τρέχει με ταχύτητα φωτός- αμέσως μετά  θυμήθηκα την πρώτη ζωγραφιά που  μου έφερε η κόρη μου από το νηπιαγωγείο θριαμβευτικά  λες και κρατούσε έργο τέχνης, στα χέρια της. Δεν ήταν παρά ένα έκτρωμα ζωγραφικής που  καν δεν  έμοιαζε με  γυναίκα  μα που πάνω του όμως   το πεντάχρονο αποτύπωσε με δυο λόγια ολάκερη την αγάπη του για μένα: «Μαμά βασίλισσα!!»

Τότε ήταν που συνειδητοποίησα  πως  σε κάθε εποχή όλες οι μανάδες το ίδιο ακριβώς πράγμα σημαίνουν:

Το ασύγκριτο, το μεγαλειώδες ων  μπρος τα παιδικά μάτια..

Τότε επίσης συνειδητοποίησα  πως ότι δίνεις παίρνεις κι ουδείς  δυστυχώς,  ή  ίσως κι ευτυχώς,  δεν μπορεί να ξεφύγει από τις κληρονομικές καταβολές της ράτσας του…

Φυσικά ούτε η κόρη μου μεγάλωσε ποτέ για μένα κι απ΄ ότι ξέρω τα παιδιά που για την μάνα τους,  «μεγαλώνουν» τελικά στην Ελλάδα, είναι ελάχιστα. Χιλιάδες τα παραδείγματα…-

Που σημαίνει ότι η εικόνα της δικής μου  μάνας , έτσι όπως σχεδόν με εμμονή  την είχα πλάσει κι  αποτυπώσει  κάποτε μέσα μου,  δεν αποτελούσε την εξαίρεση αλλά μάλλον την επιβεβαίωση του κανόνα της ελληνικής κοινωνίας.

Εδώ στην χώρα μας η παράσταση επαναλαμβάνεται είπαμε..

Μπορεί να φταίει ο Μεσογειακός ήλιος, μπορεί μετά από αιώνων δουλείας να φταίνε οι κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που  ασυνείδητα ίσως «επέβαλλαν» στους Έλληνες να  ενωθούν σαν γροθιά αν  φυσικά  ήθελαν να εξακολουθήσουν να υπάρχουν σαν έθνος..

Μπορεί να φταίνε πολλά, όπως επίσης μπορεί να είναι  κι απ΄ τα καλά εξίσου όμως μπορεί να είναι κι απ΄ τα κακά της ράτσας μας τούτη η θερμότητα των σχέσεων του ομφάλιου λώρου που δεν σταματά και δεν  χαλαρώνει ποτέ.

Το βέβαιο πάντως  είναι πως αν  εξακολουθούμε να κρατάμε , κι αν ίσως υπάρχουν  πιθανότητες να κρατήσουμε για κάμποσες δεκαετίες ακόμα μετά από   τέτοια  εισβολή « αμερικανισμού και ευρωπαϊσμού..»  στις συνήθειες μας.. πως  αν στη χώρα μας  σε σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες η μονάδα μέτρησης αλκοολισμού είναι μικρότερη… πως αν οι κλοσάρ ( άνθρωποι πεταμένοι από το σύστημα) πάλι σε σύγκριση  σ΄  εμάς είναι λιγότεροι.. το βέβαιο είναι λοιπόν  πως όλα αυτά τα οφείλουμε στην γυναίκα που μας γέννησε. Στην Ελληνίδα  μάνα που μέσα από την διαφορετικότητα της εξακολουθεί  στον 21ο  αιώνα να  φροντίζει  τα παιδιά της με την ίδια ακριβώς αγάπη  όπως την πρώτη στιγμή που τα έφερε στο κόσμο  και να μη τα πετά έξω από την αγκαλιά της  ποτέ.

Αν αυτό τώρα  για κάποιους «πραγματο-ρεαλιστές» που θέλουν τα παιδιά τους  να  αυτονομούνται στα δεκαοχτώ, βλάπτει αντί να ωφελεί, ας σκεφτούν ότι είναι η πιο γλυκιά κι ανώδυνη «βλάβη» απ΄ όλες εκείνες που μας κατακλύζουν σήμερα

Έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχει λαός που  το όνομα του να έχει συνδεθεί τόσο άμεσα με την  αισθαντικότητα και την αγάπη  όσο ο Έλληνας..

Οπότε, ακόμα λοιπόν κι αν  λανθάνει σε περιπτώσεις όπως αυτή, επιτρέψτε  του να εξακολουθεί να λανθάνει χωρίς ενοχές..

      Η μάνα μου

( Ν. Καζατζάκη- απόσπασμα από το «Αναφορά στο Γκρέκο»)

 

     Η μάνα μου, μια άγια γυναίκα. Με υπομονή, μ’ αντοχή κι όλη τη γλύκα της γης απάνω της. Όλοι από το αίμα της μάνας μου οι πρόγονοι  ήταν χωριάτες. Σκυμμένοι στο χώμα, κολλημένοι στο χώμα, τα πόδια τους, τα χέρια τους, τα μυαλά τους γεμάτα χώματα. Αγαπούσαν τη γης και της εμπιστεύουνταν όλες τις ελπίδες. Είχαν γίνει, πάππου προς πάππου, ένα μαζί της. Στην αβροχιά, κοράκιαζαν κι αυτοί μαζί της, κι όταν ξεσπούσαν τα πρωτοβρόχια, τα κόκαλά τους έτριζαν και φούσκωναν σαν καλάμια. Κι όταν αλέτριζαν και χαράκωναν βαθιά την κοιλιά της με το γενί, ξαναζούσαν στα στήθια και στα μεριά τους την πρώτη νύχτα που κοιμήθηκαν με τη γυναίκα τους….

  Ποτέ δεν είχα δει τη μητέρα μου να γελάει, χαμογελούσε μόνο, και τα βαθουλά, μαύρα μάτια της κοίταζαν τους ανθρώπους γεμάτα υπομονή και καλοσύνη. Πηγαινοέρχονταν σαν πνέμα αγαθό μέσα στο σπίτι, κι όλα τα πρόφταινε ανέκοπα κι αθόρυβα, σαν να ‘χαν τα χέρια της μια καλοπροαίρετη μαγική δύναμη, που κυβερνούσε με καλοσύνη την καθημερινή ανάγκη. Μπορεί και να ‘ναι η νεράιδα συλλογιζόμουν κοιτάζοντάς την σιωπηλά….

  Οι ώρες που περνούσα με τη μητέρα μου ήταν γεμάτες μυστήριο. Καθόμασταν ο ένας αντίκρα στον άλλο, εκείνη σε καρέκλα πλάι στο παράθυρο, εγώ στο σκαμνάκι μου, κι ένιωθα, μέσα στη σιωπή, το στήθος μου να γεμίζει και να χορταίνει, σαν να ‘ταν ο αγέρας  ανάμεσά μας γάλα και βύζαινα.

Από πάνω μας ήταν η γαζία, κι όταν ήταν ανθισμένη, η αυλή μας μοσκομύριζε. Αγαπούσα πού τα ευωδάτα κίτρινα λουλούδια της, τα ‘βαζε η μητέρα μου στις κασέλες και τα σώρουχά μας, τα σεντόνια μας, όλη μου η παιδική ηλικία μύριζε γαζία.

Μιλούσαμε, πολλές ήσυχες κουβέντες, πότε η μητέρα μού διηγόταν για τον πατέρα της, για το χωριό που γεννήθηκε, και πότε ‘γω της στορούσα τους βίους των αγίων που ‘χα διαβάσει, και ξόμπλιαζα τη ζωή τους με τη φαντασία μου. Δεν έφτανα τα μαρτύριά τους, έβαζα κι από δικού μου, ωσότου έπαιρναν τη μητέρα μου τα κλάματα, τη λυπόμουν, κάθιζα στα γόνατά της, της χάιδευα τα μαλλιά και την παρηγορούσα: Μπήκαν στον παράδεισο, μητέρα, μη στεναχωριέσαι, σεριανίζουν κάτω από ανθισμένα δέντρα, κουβεντιάζουν με τους αγγέλους και ξέχασαν τα βάσανά τους. Και κάθε Κυριακή βάζουν χρυσά ρούχα, κόκκινα κασκέτα με φούντες και πάνε να κάμουν βίζιτα στο Θεό.

Κι η μητέρα σφούγγιζε τα δάκρυά της, με κοίταζε σαν να μου έλεγε: Αλήθεια λες; Και μου χαμογελούσε.

   Και το καναρίνι, μέσα στο κλουβί του, μας άκουγε, σήκωνε το λαιμό του και κελαηδούσε μεθυσμένο, ευχαριστημένο, σαν να ‘χε κατέβει από τον παράδεισο, σαν να ‘χε αφήσει μια στιγμή τους αγίους κι ήρθε στη γης να καλοκαρδίσει τους ανθρώπους.

  Η μητέρα μου, η γαζία, το καναρίνι, έχουν σμίξει αχώριστα, αθάνατα μέσα στο μυαλό μου, δεν μπορώ πια να μυρίσω γαζία, ν’ ακούσω καναρίνι, χωρίς ν’ ανέβει από το σπλάχνο μου η μητέρα μου και να σμίξει με τη μυρουδιά τούτη και με το κελάηδημα του καναρινιού…

 

(Νίκος Καζαντζάκης, Αναφορά στο Γκρέκο»)