Ο Μασταμπάς στις αρχές του 20ου αιώνα

Του Δημήτρη Σάββα

Δεν είναι μόνο το κόκκινο καλό κρασί και το νόστιμο μεζεδάκι στο καφενείου του κ. Κώστα Τοράκη στην οδό ΕΟΚ, αλλά είναι εξίσου ενδιαφέρουσες και οι φιλολογικές συζητήσεις πολλές φορές, που δίνουν και παίρνουν. Και πάντα τέτοιες συζητήσεις “τη βοηθεία” του θεού Βάκχου γίνονται πιο αποδοτικές και αποτελεσματικές.

Περασμένα τέλη Οκτώβρη. Ενας ασυνήθιστος γι’ αυτή την εποχή νοτιάς και η ώρα λίγο μετά τις εννιά το βράδυ. Οπως και κάθε στιγμή, έτσι και τώρα, οι “σβούροι” διασχίζουν την πεταλοειδή παραβιάζοντας ακόμα και κόκκινο φανάρι, ανενόχλητοι και ανεξέλεγκτοι, μεγάλο πρόβλημα κι αυτό, επιδεικνύοντας τις ζογκλερικές τους αρετές και την εκκωφαντική απόδοση των εξατμίσεών τους. Θέλεις δε θέλεις, είσαι υποχρεωμένος να τους υπομένεις, να τους ανέχεσαι, να τους ακούς και μαύρη σου μοίρα αν τους κάνεις κάποια στοιχειώδη παρατήρηση. Τότε είναι που δρουν πραγματικά. Φαίνεται ότι βρήκαν και τα κάνουν όλα αυτά.

Κάθομαι σ’ ένα τραπεζάκι με τον καλό φίλο Παναγιώτη Μαρκουλή, το λογιστή. Μαζί μας και ο κύριος Κώστας ο καφετζής. Συζητάμε για την περιοχή του Μασταμπά και ο Παναγιώτης γέννημα-θρέμμα της, μου λέει για τα μεταπολεμικά χρόνια που ο ίδιος έζησε και τα οποία συμπίπτουν με τις παιδικές του αναμνήσεις, εκείνα τα πέτρινα χρόνια, όπως τα λέει χαρακτηριστικά. Θυμάται τις διάφορες οικογένειες, τους γείτονες που έμειναν στο προάστειο αυτό, τα διάφορα στέκια, ελάχιστα αυτής της περιοχής, το εξοχικό κέντρο “Αμυγδαλιές”, και θυμάται τα λόγια του παππού του του παπα-Παναγιώτη Δασκαλάκη, ο οποίος διακόνησε 48 χρόνια τον Αγιο Τίτο, που έλεγε ότι ο Μασταμπάς είναι τόπος εξορίας για να πάει να μείνει κανείς, και ότι ο ίδιος δεν είχε σκοπό εκεί να ξορίσει τα παιδιά του. Συγκρίνει όλα αυτά με τη σημερινή εικόνα και το πόσο πυκνοκατοικημένο είναι σήμερα το προάστιο αυτό. Ολα αυτά μου κινούν το ενδιαφέρον αφού κι εγώ είμαι κάτοικος αυτής της περιοχής, καλό θα ήταν να τα γνωρίζω.

Θα επανέλθω όμως στα λεγόμενα του Παναγιώτη Μαρκουλή στη συνέχεια του πονήματός μου, αφού πρώτα αναφερθώ σε κάποια ιστορικά στοιχεία αλλά και κάποια δημοσιεύματα γι’ αυτή την περιοχή.

Μασταμπά!

Αραβική ονομασία του θρανίου. Τον όρο εισήγαγε στην αιγυπτιολογική έρευνα ο Auguste Mariette, για να δηλώσει τα βασιλικά και ιδιωτικά ταφικά συγκροτήματα σε σχήμα ορθογώνιου παραλλληλεπίπεδου με έσω νεύοντες τοίχους που έμοιαζαν με τεράστιο θρανίο. Ο ταφικός αυτός τύπος κυριαρχεί στην Αρχαϊκή περίοδο και το Αρχαίο Βασίλειο. Η ανωδομή του αποτελούνταν από ένα τύμβο κτισμένο από άμμο και χαλίκια και τοιχισμένο από λίθους ή ωμόπλινθους. Η ταφή του νεκρού γινόταν σε ένα υπόγειο συγκρότημα διαμερισμάτων. Η ανέγερση βαθμιδωτών παραλληλεπίπεδων τύμβων κάτω από το υπόγειο αυτό συγκρότημα οδήγησε στη γένεση του τύπου της πυραμίδας.

Μαστάμπα είναι η αραβική ονομασία των πυραμιδοειδών τάφων της αρχαίας Αιγύπτου και ειδικότερα οι βαθμιδωτοί. Το εσωτερικό τους ήταν υπόγειο όπου εκεί κατά τους ερευνητές υποστηρίζεται ότι τοποθετούνταν ο νεκρός μέσα σε ξύλινο ή λίθινο φέρετρο. Στην ανατολική πλευρά των περισσοτέρων φέρονταν κόγχη-είσοδος σε μορφή θύρας καλούμενη “ψευδόθυρα” που συμβόλιζε την είσοδο στο βασίλειο των πνευμάτων. Η ψευδόθυρα ήταν διακοσμημένη με επιγραφές και τοιχογραφίες και σ’ αυτήν τελούνταν οι νεκρικές σπονδές.

Επικρατέστερη λοιπόν είναι η άποψη, να πήρε την ονομασία αυτή το προάστιο της πόλης μας, από το χώρο ταφής των Τούρκων αγωνιστών.

Ο αείμνηστος ιστοριοδίφης Νικόλαος Σταυρινίδης, στις πολύτιμες μεταφράσεις των εγγράφων του τουρκικού αρχείου Ηρακλείου, μας αναφέρει ότι στην περιοχή του Μασταμπά πήγαιναν με εντολή του Σουλτάνου οι τοξότες και έκαναν ασκήσεις, προκειμένου να βρίσκονται σε πολεμική ετοιμότητα. Κάποτε ανήγειραν και έναν Tεκέ σε μια έκταση 510 πλέθρων και αυτή η τοποθεσία μέχρι τελευταία ακούγονταν ως “ΟΚ Μεϊντάνι”, δηλαδή πλατεία τόξων ή τοξοτών. Οταν λοιπόν έγινε ο Tεκές, κάποιος αξιωματούχος των Τούρκων, πήρε όλη αυτή την έκταση και την μετέτρεψε σε τσιφλίκι του με αποτέλεσμα να μη δέχεται εκεί τους τοξότες για να ασκούνται, λέγοντάς τους “πηγαίνετε σε άλλο μέρος να ρίπτετε τα βέλη σας”. Τότε οι πτωχοί τοξότες, αντέδρασαν προς τον εξοχότατο Αφέντη με ένα κείμενό τους, του οποίου απόσπασμα σας μεταφέρω και ζητούν από αυτόν να αποφασίσει βρίσκοντάς τους κάποια λύση:

“Εξοχώτατε, εύδαιμον και φιλάνθρωπε Αφέντα, έσο υγιής.

…Εκτός δε του ότι ενοχλεί και καταπιέζει ημάς τους πτωχούς δούλους σας, κατέστρεψε και τον ως είρηται Τεκέν. Εις την Κωνσταντινούπολιν (Ισλαμπόλ), Αίγυπτον και τους διαφόρους άλλους Νομούς, διορίζεται έν άτομον, έχον τα κατάλληλα προσόντα μεταξύ των ευπειθών δούλων σας ως Ηγούμενος του Τεκέ. Παρακαλούμεν, όπως εξαχθή αντίγραφον της εν τω Κτηματολογίω εγγραφής και εκδοθή διαταγή, όπως ουδείς αναμιγνύηται και ενοχλή τους δούλους σας. Επίσης παρακαλούμεν, όπως εις τον εξ ημών γηραιότερον, ικανώτερον και εμπειρότερον Ιμπραχίμ Τσελεμπήν χορηγήσητε ιεράν διαταγήν σας, απευθυνόμενην προς τον εκλαμπρότατον Χασσεκή Αγάν, δι’ ής να απαγορευθή η εκ μέρους τρίτων επέμβασις και ενόχλησις τόσον εις το κτίριον του Τεκέ, όσο και εις τας γαίας αυτού. Εις υμάς, εύδαιμον και φιλάνθρωπε Αυθέντα, απόκειται να αποφασίσητε.

Οι δούλοι σας

Πτωχοί τοξόται”.

Οι τοξότες πήραν άμεσα την απάντηση από τον πασά και αυτό είναι που μας εκπλήσσει. Αυθημερόν λοιπόν απάντησε ο πασάς και μάλιστα πολύ ευνοϊκά για τους τοξότες:

“Εκ του Αυτοκρατορικού Κτηματολογίου,

Οπως χρησιμοποιηθή δια Πλατείαν των Τοξοτών, συμφώνως τω Αυτοκρατορικώ ορισμώ.

Ολική επιφάνεια

510 πλέθρα. Μόνον πεντακόσια δέκα πλέθρα.

Η εν τω Αυτοκρατορικώ Κτηματολογίω κατακεχωρισμένη εγγραφή.

Εις υμάς, εξοχώτατε και φιλάνθρωπε Αυθέντα, απόκειται να αποφασίσητε.

Εντιμότατε Χασσεκή Αγά.

Επειδή συμφώνως τω εξαχθέντι αντιγράφω του Κτηματολογίου η ως είρηται έκτασις διεχωρίσθη δια Πλατείαν των Τοξοτών, μη επιτρέψητε εις ουδένα να οικειοποιηθή και καλλιεργή τα μέρη ταύτα, ο δε Ιμπραχίμ Τσελεμπής έσται Ηγούμενος του Τεκέ τούτου.

Μονογραφή του Πασά”.

Αργότερα ο πασάς διαπιστώνει ότι ο Τεκές και η περιοχή του Μασταμπά βρίσκονται σε κάποια φάση εγκατάλειψης και κρίνει ο ίδιος πως πρέπει να διορίσει ένα νέο φύλακα. Επίσης να δοθούν και κάποια χρήματα για μικροεπισκευές και διάφορες επιδιορθώσεις. Στην περιοχή βέβαια αυτή, υπήρχε και μαυσωλείο αφού θάβονταν οι αγωνιστές των Τούρκων.

Το παρακάτω μεταφρασμένο κείμενο του Νικολάου Σταυρινίδη, είναι αρκετά αποκαλυπτικό για τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία ασκούνταν οι τοξότες, υπάρχει νεκροταφείο για τους αγωνιστές και εκτάσεις για βοσκή των ζώων:

Εις το συγκροτηθέν εν τω διβανίω του Μουχαφίζη Χάνδακος Ιεροδικαστικόν Συμβούλιον κατέθεσε ο εξοχώτατος Μουχαφίζης Ελχάτζ Ιμπραχίμ Πασάς, ότι από της αλώσεως ήδη είχε χορηγηθή μια έκτασις γης, κειμένης πέριξ του φρουρίου του Χάνδακος δια Πλατείαν Τοξοτών, Νεκροταφείον αγωνιστών και βοσκήν των ζώων. Ομοίως επειδή ο έξωθι της Καινούργιας Πόρτας οικοδομηθείς παλαιόθεν Μασταμπάς, λόγω παρελεύσεως πολλού χρόνου είχε περιέλθει εις ερειπώδη κατάστασιν, επιδιωρθώθη ούτος χάριτι θεία μετά τον διορισμόν του Σεΐτ Μουσταφά ως φύλακος του Μαυσωλείου, φυτευθείσης παραπλεύρως τούτου προς το δεξιόν μέρος μιας αμπέλου, ήτις και απέβη προς όφελος και ευημερίαν του Μασταμπά. Νυν προτείνει ο Ελχάτζ Ιμπραχίμ Πασάς, όπως εις την ιδίαν περιοιχήν να φυτευθή, χωρίς να εμποδίζη τούτο τους τοξότας, ετέρα άμπελος, της οποίας το προϊόν, το μεν ήμισυ να καταναλίσκεται υπό των εκάστοτε διοικητών του Χάνδακος, το δε έτερον να διατίθεται υπέρ του Μασταμπά, των εκάστοτε διοικητών συμμετεχόντων εις τα έξοδα καλλιεργείας, και κλαδεύματος της αμπέλου ταύτης.

Για τον ιερό Τεκέ του Μασταμπά γίνεται λόγος στο έγγραφο με αριθμό 10.636 στον τόμο Ζ25, στη σελίδα 64 του Μεταφραστικού γραφείου Ηρακλείου. Προκειται για το έτος 1893 τότε που μεταγράφηκε ο παρών βακουφικός τίτλος όπως αναφέρεται: “Ο παρών βακουφικός τίτλος μετεγράφη την 1η Μαρτίου οικονομικού έτους 1309, συμπίπτοντος προς το έτος 1893 μ.Χ., υπ’ αύξοντα αριθμόν 8218 εν τόμω 27ου των βιβλίων των μετεγραφών του Δήμου Ηρακλείου”.

Ο Τεκές του Μασταμπά βρισκόταν στο χώρο ανάμεσα της εκκλησίας της Παναγίτσας Μασταμπά και του τέταρτου κρατικού Παιδικού σταθμού που υπάρχουν σήμερα.

Μιλώντας για την περιοχή του Μασταμπά, θα ήταν μεγάλη μας παράλειψη να μην αναφερθούμε στου “Κορώνη το μαγαρά”, κάτι που σώζεται και σήμερα κατηφορικά από το τέρμα της λεωφόρου Ακαδημίας ή Ανδρέα Παπανδρέου αν προτιμάτε, να την ονομάζω έτσι. Πρόκειται για ένα τετράγωνο κτίσμα, στεγασμένο με θόλο ανοικτό με καμάρα από τη δυτική πλευρά. Μπροστά από το μαγαρά περνούσε ένας μουλαρόδρομος που οδηγούσε στο Ηράκλειο από τα γειτονικά χωριά και τις διάφορες περιοχές του Κανλί Καστελίου. Ο άλλος μεγάλος ιστοριοδίφης μας Στέργιος Σπανάκης, στο βιβλίο του “Η ύδρευση του Ηρακλείου”, μια έκδοση του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (Τμήμα Ανατολικής Κρήτης), μας ενημερώνει σχετικά:

“Μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα οι καστρόπορτες του Ηρακλείου, του Λαζαρέτο, η Καινούργια Πόρτα και η Χανιώπορτα, έκλειναν ύστερα από τη δύση του ήλιου και άνοιγαν το πρωί. Οι “στρατολάτες” που δεν πρόφθαναν να μπουν στην πόλη έμεναν σ’ αυτά τα καταλλύματα όπου διανυκτέρευαν, προστατευμένοι από τη βροχή και το κρύο το χειμώνα. Γύρω στους τοίχους ήταν κτισμένα πεζούλια, όπου μπορούσαν να καθίσουν και να κοιμηθούν ακόμη, ώσπου να ξημερώσει. Είχαν βρύση με τρεχάμενο νερό για να ποτίζουν τα ζώα των. Παρόμοια κτίσματα είναι και οι γνωστοί “Κουμπέδες” στον παλιό δρόμο προς το Ρέθυμνο.

Το νερό του Μαγαρά είναι πηγαίο και έρχεται από πηγή από τη Mezzaluna Moceniga, εξωτερικό οχυρό απέναντι από τον προμαχώνα Βηθλεέμ (Πανάνειο), περίπου στο χώρο των σημερινών δρόμων Θενών και Αρβης. Το νερό αυτό κατά τη Βενετοκρατία το διοχέτευαν με υπόγειο αγωγό στην πόλη. Ο υδαταγωγός ήταν κτιστός ένα μέτρο πάνω από το έδαφος, περνούσε την τάφρο, ακολουθούσε το τείχος, έμπαινε από τη Χανιώπορτα και συνέχιζε δίπλα στο τείχος στο μεσοπύργιο του Αγ. Πνεύματος μέχρι την πύλη του Αγ. Ανδρέα.

Από την ίδια περιοχή προέρχεται και το νερό, που μετέφερε το 1666 ο Αντώνιο Πρίουλι στην ομώνυμη κρήνη, πίσω από το Μποδοσάκειο, στην κρήνη του “Δελημάρκου”, όπως την έλεγαν οι Τούρκοι (βλ. σελ. 86).

Το υδραγωγείο αυτό χρησιμοποιούνταν ακόμη και τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας, όπως μας πληροφορούν σχετικά πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου:

Το νερό της πηγής του Δερβίς Μαγαρασί χρησιμοποιήθηκε το 1910 για την ύδρευση μέρους των κατοίκων της Κιζίλ Τάμπιας (σημερινής συνοικίας Αγ. Τριάδος). Δια να αποφραχθή και επισκευασθή το υδραγωγείον Δερβίς Μαγαρασί παρά την Χανίων Πόρτα και διοχετευθή το ύδωρ εις την πόλιν απαιτείται δαπάνη εκ δραχ. 1200 και δια να αποφραχθή και καθαρισθή το άλλο υδραγωγείον της εκεί υπαρχούσης βρύσεως απαιτούνται δραχ. 350. Ο δήμαρχος συνέστησε να γίνη διότι του πρώτου έργου ανακουφίζεται μέγα μέρος των κατοίκων της συνοικίας Κιζίλ Τάμπιας, όπου θα διοχετευθή το ύδωρ περί τας 25 μασούρας, κατά την δήλωσιν του μηχανικού.

Βέβαια ένας από τους άριστους γνώστες για την ύδρευση του Ηρακλείου εκείνη την περίοδο ήταν ο πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου, Αριστείδης Στεργιάδης που υποστήριξε ότι το νερό αυτό λόγω της χημικής συνθέσεώς του είναι ακατάλληλο για πόση και πρέπει να χρησιμεύσει για πότισμα του εδάφους αλλά και των ζώων.

Ο Μασταμπάς ήταν ένα προάστιο με ξεχωριστή φυσική ομορφιά και το προτιμούσαν οι Ηρακλειώτες στις διάφορες εξορμήσεις τους. Ο αρθρογράφος της εφημερίδας “ΙΔΗ” στις 7 Μαΐου 1914 μας περιγράφει μια τέτοια εκδρομή σε αυστηρά καθαρεύουσα γλώσσα:

“Εορτή του σφριγώντος πρασίνου. Εορτή της ηβώσης βλαστήσεως. Ο ήλιος έκλινε χαμηλά πλέον εις τον καταγάλανον ουρανόν. Η ατμόσφαιρα υπερόχως ήρεμος έμενε ναρκωμένη ακίνητος.

Πυκνή δέσμη καταπρασίνων δένδρων ριγμένη εις το άκρον ενός τοπίου εστερημένου ρωμαντικότητος. Ο κήπος του Μασταμπά. Δρομίσκοι κήπου κατασκευασμένοι όπως έτυχε σκεπασμένοι όμως από θόλους πρασινάδας. Τραπεζάκια, καθίσματα και πλήθος αρκετόν. Ιδίως οικογένειαι. Εδώ, εκεί, εις τους δρομίσκους, πίσω από γωνίας βλαστήσεως διαφαίνονται διαστίζουσαι την μονοτονίαν του πρασίνου εις ομίλους πολυχρώμους. Ανδρες και γυναίκες με την ιδιάζουσαν εις τους Ηρακλειώτας δυσύλληπτον απόχρωσιν κάποιας αορίστου ελαφροτάτης μελαγχολίας. Νεάνιδες και μικραί κόραι, ζώντα άνθη μέσα εις τα δροσερά φυλλώματα.

Φεύγομεν καταδιωκόμενοι από κακόφωνον μουσικήν. Τίνος η καλαισθησία την έκρυψεν εκεί δια να χαλάση την υπέροχον ποίησιν της γαληνιώσης εσπέρας μέσα εις την οποίαν είχεν ναρκωθή ακίνητα των δένδρων από τα νεαρά φυλλώματα;

Η αγροτική οδός με το υπέρυθρον αργιλώδες έδαφος ελίσσεται εις απαλάς ασυμμέτρους καμπύλας. Αμπελώνες και κηπάρια και ολίγοι αγροί ώριμοι σχεδόν προς θερισμόν, την κρασπεδούσιν εκατέρωθεν. Αγροτικοί οικίσκοι και μικραί επαύλεις διαδέχονται αλλήλας εις παράταξιν ακανόνιστον. Ημικεκρυμμέναι εις την βλάστησιν διαγελώσι μέσα από τα συχνά ανοίγματα τα οποία αφήνει το χλοερόν πράσινον. Εις όλας τας οικίας ζωή της οποίας όμως ο θόρυβος δεν φθάνει μέχρι της ηρέμου οδού. Μόνον ο απαλός τόνος ενός μακρυνού άσματος. Οι μόλις ακουόμενοι τόνοι μανδολίνου από μίαν άλλην συστάδα. Εις την βεράνδαν κομψής επαύλεως δύο νεάνιδες ενηγκαλισμέναι χορεύουν βάλς.

Η ηρεμία της εσπέρας ασκεί παράδοξον υποβολήν. Προχωρούμεν αργά, σιωπηλοί, προσέχοντες ασυναισθήτως να μη ακούωνται τα βήματά μας.

Τρεις εργάται με τα πτυάρια επ’ ώμου, επιστρέφοντες με βήμα βραδύ από την εργασίαν των αγρών, μας χαιρετώσι ψιθυρίζοντες σιγαλά. Και μέσα εις την απέραντον γαλήνην μόνον αι τελευταίοι απηχήσεις του επί μάλλον και μάλλον απομακρυνομένου ρωμαντικού άσματος και οι μόλις διακρινόμενοι πλέον ήχοι του μανδολίνου έρχονται απαλοί και ονειρώδεις να κεντηθώσι επάνω εις την μεγαλοπρεπή σιωπήν των αγρών, την κεκορασμένην από έν αόριστον άρωμα σφριγώσης βλαστήσεως.

Η οδός βυθίζεται αποτόμως εις έν μικρόν λεκανοπέδιον πλημμυρισμένον από συμπαγείς μάζας πρασίνου. Ελαιώνες, κήποι, αμπελώνες και δένδρα άγρια ακόμη, συσφίγγονται και συμφύρονται πυκνά, πληρούντα την μικράν κοιλάδα όπου οι οφθαλμοί επαναπαύονται επάνω εις όλας τας αποχρώσεις του πρασίνου. Αργυγόχρουν νήμα ύδατος κελαρύζει διαρκώς, ρέον. Πολυάριθμος ομάς οικογενειών διασκεδάζει μέσα εις ένα κήπον. Ηχοι μανδολίνου εξέρχονται από κρύπτας φυλλωμάτων. Εξω ενός μικρού οικίσκου όστις αιωρείται εις την κορυφήν του λόφου άλλη ομάς φαίνεται διασκεδάζουσα.

Ο ορίζων ανοίγεται ευρύς, απεριόριστος. Ο ήλιος έχει δύσει. Απέναντι ολόκληρος η μακρά οροσειρά του Στρούμπουλα διαγράφεται σκοτεινοκύανος με ισχυράς γραμμάς και σκιάσεις εις τον φωτοβολούντα ουρανόν της δύσεως. Η θάλασσα, πελωρία λίμνη ακύμαντος, εκτείνεται κάτω εκεί ναρκωμένη, κολπούται προς τα βουνά και παρυφεί την πεδιάδα γεμάτη αναλαμπάς γαλακτοχρώους, μαγευτικόν κάτοπτρον ρευστού αργύρου. Και κάτω από τους πόδας μας η πεδιάς με τα τετράγωνα των αγρών της, τους ελαιώνας, τας συστάδας των δένδρων, τους αμπελώνας, τας αγροικίας, ευρεία έως εις την θάλασσαν και τα βουνά. Λεπτότατος πέπλος λεπτεπιλέπτου ομίχλης επικάθηται εφ’ ολοκλήρου της εικόνος ως διαφανές όνειρον. Μια γοητεία αόριστος πλανάται εις τον κοιμώμενον αέρα μέσα εις το λαμπρόν λυκόφως.

Εις το εκεί εξοχικόν κέντρον ερημία. Δύο μόνο οικογένειαι φαίνονται καθήμεναι. Δύο παιδάκια σκιρτούν δρέποντα άνθη εις τα εκατέρωθεν της οδού πρανή. Κάτω εκεί δύο αρραβωνιασμένοι αλληλοκρατούνται εις έκστασιν χαράς. Και προχωρούμεν εις την πόλιν ενώ αι σκιαί πυκνούνται και η γοητεία διαλύεται μικρόν κατά μικρόν.

Εις την καμπήν της οδού βαρύς, σκοτεινός ο όγκος του φρουρίου με την ευρείαν πληγήν ήν ήνοιξε εις το μέτωπόν του η απόπειρα του ρήγματος. Εγείρεται εκεί εμπρος μας, πελώριος εφιάλτης σκυθρωπότητα και σκότος. Χαίρε Πρωτομαγιά”.

Στην εφημερίδα “Ελευθέρα σκέψις” του Γιάννη Μουρέλλου την Τρίτη 15η Οκτωβρίου 1929 περιγράφονται τα εξής:

“Ως τα σήμερα ούτε το ένα ούτε το άλλο δεν υπάρχει. Για το φωτισμό η δουλειά είναι πια στο τελείωμά της. Εχουν μπει οι στύλοι και τα σύρματα μπαίνει και το καλώδιο. Για το νερό έχει γίνει μια δεξαμενή.

Πιστεύουν οι κάτοικοι και πιστεύουμε και μεις, πως γρήγορα θάχουν νερό και θα τελειώσουν απ’ τα βάσανα των ανεπαρκτών πηγαδιών. Από καθαριότητα έχουν τις ευκολίες τους απ’ το Δήμο. Ετσι μετά λίγον καιρό ο Μασταμπάς ηλεκτροφωτισμένος, με νερά άφθονα, με τον αέρα του και την ωμμορφιά του, θάναι ακόμα ωραιότερος κι η διαμονή σ’ αυτόν πολύ πιο ευχάριστη…

Γενικά οι Ηρακλειώτες αγνοούν το Μασταμπά όπως και κάθε εξοχή γιατί δεν αγαπούν όσο πρέπει την εξοχή. Αλλά τις Κυριακές κάποια κίνησι γίνεται. Στην Αυλή, στου Μπαούλου, στου συμπαθέστατου “Μπολσεβίκου”, που παρ’ όλα ταύτα είνε ένας κατ’ εξοχήν (όπως και μες στην πόλι) νοικοκυραίος αστός, οι Καστρινοί πίνουν το ουζάκι τους, το κρασάκι τους ή τρώνε το γλυκό τους ή φιλτάρουν τα σκονισμένα πνεμόνια τους στο ζωογόνο αέρα. Στου μερακλή Μιλτιάδη γίνεται η περισσότερη κίνησι. Στην ανοιχτή ταράτσα του ή στη σκιανάδα ‘πο κάτω, τραβηγμένες οι παρέες απ’ τη μυρωδιά του μεζέ κι απ’ την καλή περιποίηση, απολαμβάνουν το διαλεχτό του κρασάκι.

Αλλά πριν να κλείσωμε, κάτι ακόμη. Ο μασταμπάς έχει δρόμους 6 μέτρων πλάτους πευκοφυτευμένους. Είναι αυτό κάτι το εξαιρετικό. Μερικοί καλοί χριστιανοί έχουν αμπέλια, γυρωτραφισμένα κοντά στους δρόμους. Οι χριστιανοί αυτοί σηκώνουν τον τράφο και τον παν 60 πόντους πιο έξω τον ένα χρόνο άλλους 50 τον άλλο και ούτω καθεξής ως που βρίσκουν τα πεύκα και στέκονται εκεί. Μερικοί πιο τολμηροί προχωρούν ακόμη και κλείνουν και τα πεύκα μες στον τράφο.

Ετσι κλέβουν το δρόμο-αυτό λέγεται βανδαλισμός. Καταστρέφουν τα πεύκα-αυτό λέγεται βαρβαρισμός.

Λένε πως η τύχη βοηθά τους τολμηρούς, αλλά στο μακάριο αυτό τόπο βοηθά, τη ανοχή των αρμοδίων, τους θρασσείς”.

Προφητικό το παραπάνω κείμενο, περιγραφικότατο αλλά παράλληλα και αιχμηρό δηλώνοντας την εξυπνάδα ή την κακομοιριά της φυλής μας;

Στις 21 του Απρίλη το 1942 η εφημερίδα “Κρητικός κήρυξ” κάνει λόγο για απογραφή των κατοίκων της πόλης του Ηρακλείου και των προαστίων. Εντός των τειχών δηλαδή και εκτός. Πιο συγκεκριμένα για τους κατοίκους που πρόκειται να απογραφούν στις περιοχές: Μασταμπά, Ατσαλένιο (παλιό και νέο) και κρατικό συνεταιρισμό, ορίζεται το συνεργείο Γ’ εντός του Δημοτικού Σχολείου Ατσαλένιου το οποίο απαρτίζεται από τους δασκάλους Εμμανουήλ Τσατσαρωνάκη, Ολγα Κοκκινάκη, Ειρήνη Καλλιατάκη και Ελπίδα Ανδρεαδάκη.

Σύμφωνα με τον οδηγό Ηρακλείου Κρήτης, τέλη της δεκαετίας του ‘50, που τον είχαν επιμεληθεί ο Αντώνης και η Πίπη Λουκάκη, η πόλη μας έχει εκτός των τειχών τα παρακάτω προάστια ή συνοικισμούς: Αλικαρνασσός, Αιμιλίου (κρατικός συνεταιρισμός), Ανάληψη, Δημητρίου (Πατέλες), Καραολή (Καμίνια), Νέα Βρύουλα (Κατσαμπάς), Μπρούμη, Νέες Κλαζομενές (Ατσαλένιο), Πόρος, Χρυσοπηγή και Μασταμπάς. Οι δρόμοι του Μασταμπά εκείνη την περίοδο είναι οι εξής: Αναγεννήσεως, Ακαδημίας, Απόλλωνος, Ατσιπάδων, Απολλωνίου Ροδίου, Αδαμάκη, Βλάχου, Μ. Γαβριήλ ηγουμ. Δρυμιτικού, Δαμασκηνού, Διγενή Ακρίτα, Επτανήσου, ΡΟΚ, Θεοδοσίου Διακόνου, Ικτίνου, Ιερολοχιτών, Ιωνίας, Κυκλάδων, Λευθεραίου Ι., Λάππα, Μπετεινάκη Μ., Μαγνησίας, Νικαίας, Πατριάρχου Γρηγ. Ε’, Παρασκευοπούλου, Παντζαλιού, Πινδάρου, Πατελάρου, Ραυτοπούλου Α., Σμπώκου Β., Σορβόλου, Σκουλά Γ., Φωτίου Πατριάρχου, Φοίνικος.

Ας δούμε όμως πως θυμάται την περιοχή του Μασταμπά ο Παναγιώτης Μαρκουλής, την δεκαετία του ‘50.

“Από την οδό Μελίνας Μερκούρη, περνούσε ένα ρυάκι το οποίο κατέβαινε στο Νέο Στάδιο και απ’ εκεί στην Αγία Τριάδα. Από την οδό Κονδυλάκη και πάνω υπήρχαν αμπέλια και σπαρτώνες που έβγαζαν κριθάρι. Η περιοχή είχε αρκετό νερό. Θυμάμαι την ταβέρνα “Αμυγδαλιές” εξοχικό κέντρο ήταν μάλλον, με πολλά δένδρα, τα οποία σχημάτιζαν φωλιές και κάθονταν οι παρέες. Ηταν ένας αχανής χώρος. Το κέντρο αυτό το έκαναν οι αδελφοί Βογιατζάκη. Η μητέρα τους ήταν η Μαριάνθη Βογιατζάκη και είχε υπηρέτρια τη “Σαββάτο”, την οποία μόλις κοίταζες γύρευε αφορμή να σου πει διάφορα καθαρογλωσσίδια. Δεν είχε άσφαλτο όλος ο δρόμος της Ακαδημίας, αλλά μέχρι τη Λευθεραίου, εκεί κοντά στο τρίγωνο που είναι και το αρχοντικό του Δαμιανάκη. Πιο πέρα, στη συμβολή Ακαδημίας και Μαγνησίας ήταν το καταφύγιο που λειτούργησε επί γερμανικής Κατοχής και έμεινε εκεί ένα ζευγάρι ηλικιωμένων. Στην αρχή της Λευθεραίου ήταν ο φούρνος του Κατσακού. Οταν έπιανε ο Σεπτέμβρης άρχιζε η συγκομιδή της σταφίδας την οποία άπλωναν σε σταφιδόχαρτο και όταν ξεραίνονταν αυτή, το σταφιδόχαρτο φυλάσσονταν προσεκτικά για να χρησιμοποιηθεί και την επόμενη χρονιά. Η χαρά μας ήταν να μαζεύουμε παιδιά αλλά και μεγάλοι τις σταφίδες που έπεφταν από τα πλάγια, ήταν δύσκολοι εκείνοι οι καιροί. Τα σπίτια της πόλης του Ηρακλείου έφθαναν μέχρι το γεφυράκι, εκεί στην οδό Ραυτοπούλου, όπου σήμερα είναι ο Χαλκιαδάκης. Απέναντι από του Χαλκιαδάκη ήταν το καμίνι του Ποδότα, δίπλα στην ξυλαποθήκη του Ρουχοσατζάκη. Εκεί φτιάχνονταν διάφορες πήλινες κατασκευές π.χ. γλάστρες, τσικάλια κλπ.

Τα σπίτια τότε του Μασταμπά είχαν τους κήπους τους, τις αυλές τους, ήταν σα μετόχια. Αυτοκίνητα στον κεντρικό δρόμο της Ακαδημίας περνούσαν κάθε 1-2 ώρες. Ηταν ελάχιστα. Οικογένειες που θυμάμαι και ζητώ συγνώμη αν κάποιες μου διαφεύγουν. Από τα καλύτερα σπίτια, ήταν αυτά του Ιπποκράτη Κιούλπαλη και του στρατηγού Μαλαγαρδή.

Επίσης οι Βογιατζάκηδες, η δικιά μας (Μαρκουλής), Ντελής, Καρούζος, Καμηλάκης, Βουρεξάκης, Τσικνάκης ο Γκαγκόμυρος που ήταν γεροντοπαλλήκαρο, ο Σφακιανάκης, η οικογένεια του Καλφόπουλου (πατέρας του μακαρίτη του Αιμίλιου του δασκάλου), ο Σφακιανάκης, ο Χουμεριανός, ο Παπαδάκης, ο Χρυσογόνου, ο Σιμάκης, ο Μπενέτος, ο Γιγουρτζής, ο Αβεδίς, ο Κουλιεράκης, Σχοινάς, Κωνσταντινίδης, Βούλγαρης, Κατσακός, Κωστομανωλάκης. Η μπακαλοταβέρνα του Μιλτιάδη εκεί που είναι σήμερα το ψητοπωλείο της Ρομαντικής γωνιάς και η ταβέρνα “Ρομαντική γωνιά” εκεί όπου σήμερα είναι το βενζινάδικο Ακαδημίας και Ιερολοχιτών”.

Αυτός ήταν τότε ο Μασταμπάς και σήμερα μια περιοχή με ιδιαίτερα ξεχωριστή ομορφιά. Δύσκολα πραγματικά εκείνα τα χρόνια, όμως είχαν τη δική τους ζεστασιά και οι άνθρωποι δεν ένιωθαν τόσο απόμακρα μεταξύ τους. Υπήρχαν δυσκολίες, αλλά υπήρχε και φιλία, ανθρωπιά, αγάπη.

Θέλω να ευχαριστήσω από καρδιάς τον αγαπητό φίλο Παναγιώτη Μαρκουλή, για τα πολύτιμα στοιχεία του, επίσης τον καλό μου συνάδελφο και τακτικό συνεργάτη στα κείμενά μου αυτά Στέφανο Γρατσέα, καθώς και τη συνάδελφό μου Κωνσταντίνα Βοργιά, εγγονή του παπά-Πλούταρχου Πιπερόπουλου, η οποία μου εμπιστεύθηκε το μοναδικό αυτό φωτογραφικό υλικό! Ολοι τους γνήσιοι Μασταμπαδιανοί!

http://www.patris.gr/