Τί ήταν, τελικά, η Φάτα Μοργκάνα, του Νίκου Καββαδία;

Ένα από τα αγαπημένα, μυστηριώδη αριστουργήματα του ποιητή της θάλασσας

Η Φάτα Μοργκάνα, ευρέως γνωστή από τη μελοποίηση της Μαρίζας Κωχ, είναι ένα από τα κορυφαία ποιήματα του ποιητή που γεννήθηκε στις 11 Ιανουαρίου του 1910 στο Χαρμπίν της Μαντζουρίας και πέθανε, απροειδοποίητα, στις 10 Φεβρουαρίου 1975, πριν προλάβει να μπαρκάρει για το τελευταίο του ταξίδι.

 

Ο Κόλλιας, όπως τον φώναζαν,  ασυρματιστής, ποιητής, ταξιδιώτης, μας έδωσε 3 ποιητικές συλλογές και ένα πεζογράφημα, τη Βάρδια, και χάρισε σε γενιές ολόκληρες τον επίμονο νόστο για ταξίδια που δεν πραγματοποίησαν ποτέ.

Λέει, για τη Φάτα Μοργκάνα, η εκπομπή «Παρασκήνιο» της ΕΡΤ:

«Φάτα Μοργκάνα: οπτικό φαινόμενο, ένα είδος αντικατοπτρισμού.

Η «Φάτα Μοργκάνα», ποίημα ερωτικό και αισθησιακό, είναι μια σύνθεση τρίπτυχη, ένα σύμπαν: εισαγωγή, ο κυκλώνας, η αντινομία. (σ.σ. εννοεί το ποίημα «αντινομία» που ακολουθεί τη Fata Morgana στην ίδια ποιητική συλλογή, το Τραβέρσο, που δημοσιεύτηκε μετά το θάνατο του).

Ή αλλιώς: η συνάντηση, η αναστάτωση, η εγκατάλειψη. Γράφτηκε τους τελευταίους μήνες της ζωής του, πάνω στο καράβι Aquarius, και αφιερώνεται στη Θεανώ Σουνά.

Τελειώνει με το σπαρακτικό, εξομολογητικό τετράστιχο:

Ὅταν θὰ σμίξεις μὲ τὸ φῶς ποὺ σὲ βολεῖ
καὶ θὰ χαθεῖς μέσα σὲ διάφανη ἀμφιλύκη
πάνω σὲ πράσινο πετούμενο χαλί,
θὰ μείνει ὁ ναύτης νὰ μετρᾶ τὸ ἄσπρο χαλίκι.
»

Νίκος Καββαδίας

Όμως και ο ίδιος ο ποιητής έχει μιλήσει για τη Φάτα Μοργκάνα, όπως τον κατέγραψε ο Μήτσος Κασόλας στο μαγνητοφωνάκι του, μόλις 47 μέρες πριν πεθάνει. Το απόσπασμα περιέχεται στο βιβλίο του τελευταίου Νίκος Καββαδίας : Γυναίκα, θάλασσα, ζωή. Αφηγήσεις στο μαγνητόφωνο.  

To απόσπασμα το βρήκαμε εδώ.

— Λοιπόν, για να σωπάσουμε όλοι τώρα, παρακαλώ, να ακούσουμε τον φίλο μας τον Καββαδία να μας απαγγέλλει κάποια του ποιήματα, απ’ αυτά που θα έχει στη νέα ποιητική συλλογή του.
— Επιμένεις, Κασόλα; Μα ‘γω, όταν τα απαγγέλλω, τα δολοφονώ, αδερφέ μου.
Τα θυμάσαι απέξω;
— Τα θυμάμαι, αλλά ντρέπομαι.
— Ας ντρέπεσαι, θέλω, όπως σου είπα, να κρατήσω τη φωνή σου στο μαγνητόφωνό μου, να την έχω, μαζί και ό,τι άλλο μας πεις απόψε…
— Θα σας απαγγείλω ένα που έχει τον τίτλο: “Γυναίκα”.
Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία.
Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα.
Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία.
Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα.

………………………………………….
Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο.
Διψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα.
Εδώ κοντά σου χρόνια ασάλευτος να μένω
ως να μου γίνεις Μοίρα,Θάνατος και Πέτρα.

— Το σκότωσα, έτσι;
— Όχι, ίσα ίσα, μια χαρά το είπες. Ωραίο ποίημα. Για κείνη που έχεις μπερδέματα το έγραψες αυτό;
— Όχι, για κείνη έχω γράψει αυτό που θα σας πω τώρα.

Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ’ το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.

Στρείδι ωκεάνειο αρραβωνιάζεται το φως.
Γεύση από φλούδι του ροδιού, στυφό κυδώνι
κι ο άρρητος πόνος, πιο πικρός και πιο στυφός,
που εναποθέτανε στα βάζα οι Καρχηδόνιοι.

Πανί δερμάτινο, αλειμμένο με κερί,
οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι,
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη.

Χόρτο ξανθό τρίποδο σκέπει μαντικό.
Κι ένα ποτάμι με ζεστή, λιωμένη πίσσα,
άγριο, ακαταμάχητο, απειλητικό,
ποτίζει τους αμαρτωλούς που σ’ αγαπήσαν.

Rosso romano, πορφυρό της Δαμασκός,
δόξα του κρύσταλλου, κρασί απ’ τη Σαντορίνη.
Ο ασκός να ρέει, κι ο Απόλλωνας βοσκός
να κολυμπάει τα βέλη του με διοσκορίνη.

Σκουριά πυρόχρωμη στις μίνες του Σινά.
Οι κάβες της Γερακινής και το Στρατόνι.
Το επίχρισμα. Η άγια σκουριά που μας γεννά,
μας τρέφει, τρέφεται από μας, και μας σκοτώνει.

Καντήλι, δισκοπότηρο χρυσό, αρτοφόρι.
Άγια λαβίδα και ιερή από λαμινάρια.
Μπροστά στην Πύλη δύο δαιμόνοι σπαθοφόροι
και τρεις Αγγέλοι με σπασμένα τα κοντάρια.

Νίκος Καββαδίας
— Νίκο, αν μου επιτρέπεις να σε ρωτήσω κάτι, του λέω (νομίζοντας, με την παύση που έκανε, ότι η απαγγελία αυτού του ποιήματος είχε τελειώσει), από όλες τις γυναίκες που συνάντησες στα λιμάνια τού κόσμου, είναι καμιά που να τη θυμάσαι ιδιαίτερα;
— Όχι, οι περισσότερες δεν είχαν το καρχηδόνιο επίχρισμα. (Χαμογελάει).
— Γιατί χαμογελάς; Τι είναι αυτό το καρχηδόνιο επίχρισμα, δεν το κατάλαβα. Γιατί διστάζεις; (Στην παρέα εκείνο το βράδυ υπήρχαν και αρκετές κοπέλες). Ντρέπεσαι τα κορίτσια;
— Όχι, δεν ντρέπομαι… Να, είναι ένα επίχρισμα που υπάρχει πάντα μέσα στον γυναικείο κόλπο.
— Πρόσθετο;
— Όχι, φυσικό επίχρισμα, όπως και τα λαμινάρια που λέω : Άγια λαβίδα και ιερή από λαμινάρια κλπ. Λαβίδα από την Άγια Κοινωνία.
— Και τα λαμινάρια πάλι, τι είναι αυτά;
— Ένα τέλειο φύκι, θα ‘λεγα, φυτεμένο μες στη γη, αλλά δουλεύει μόνο του, εργάζεται, ζει, το οποίο, άμα το κόψεις, μετά είναι νεκρό και ζωντανεύει και μεγαλώνει μόνο μέσα στον γυναικείο κόλπο και πουθενά αλλού. Και μπορεί να τη σκοτώσει τη γυναίκα άμα το ξεχάσει μέσα της. Μ’ αυτό κάνανε οι Αμερικάνες εκτρώσεις.
— Τόσο δραστικό είναι;
— Κάνει μια αιμορραγία μ’ αυτό η γυναίκα, διαστέλλει τον κόλπο της κι άμα το αφήσει περισσότερο απ’ όσο πρέπει, αυτό μεγαλώνει και γίνεται μια διχάλα. Μια διχάλα, ας πούμε, σαν την ιερή λαβίδα της μετάληψης, του αγίου δισκοπότηρου που λέω.
— Και το καρχηδόνιο επίχρισμα; Τι είναι;
— Κοίτα να δεις -γελάει και πάλι- όλες, όλες το έχουν αυτό το καρχηδόνιο επίχρισμα, εγώ το έβγαλα έτσι, ποιητικά… Θυμίζει τα βάζα των Καρχηδόνιων, που τα βάφανε αυτοί μόνο από μέσα, μ’ ένα ειδικό επίχρισμα. Και το γυναικείο επίχρισμα, πώς να το πω, είναι η χλωρίδα, ας πούμε. Όπως έχουμε θαλάσσια χλωρίδα, τροπική χλωρίδα, πανίδα κλπ. Είναι πολύ ερεθιστική. (Γελάει). Άμα δεν υπάρχει αυτή η κολπική χλωρίδα, δεν μπορεί η γυναίκα να κάνει παιδί. Μα καλά, τόσα πολλά ξέρω εγώ;
— Τα κέρατά σου ξέρεις, Καββαδία, του απαντάω.

Κι ο Καββαδίας ξαναγελάει και γελάμε όλοι και πάλι και συνεχίζουμε τη συζήτηση.

— Και οι γυναίκες, λοιπόν, που γνώρισες εσύ στα λιμάνια, γιατί αυτές δεν είχανε το καρχηδόνιο επίχρισμα;
— Γιατί οι πόρνες δεν έχουν αυτό το επίχρισμα, σπάνια το έχουν. Από την πολλή χρήση δεν έχουν. Σπάνια νά ‘χουνε αυτές την “άγια σκουριά”, που λέω. Κάτι σαν αυτή την κόκκινη, πυρόχρωμη σκουριά των λατομείων, που τη φορτώναμε στα καράβια από το Στρατόνι, τη Γερακινή κλπ. Αυτό το επίχρισμα έχει απόχρωση σκουριάς.

Νίκος Καββαδίας
— Αφήσαμε όμως το ποίημα μισό, να σας πω και το υπόλοιπο. (Απαγγέλλει και πάλι):

Πούθ’ έρχεσαι; Απ’ τη Βαβυλώνα.
Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα.
Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα.
Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα.

Πάντα οι κυκλώνες έχουν γυναικείο
όνομα. Εύα από την Κίο.
Η μάγισσα έχει τρεις κόρες στο Αμανάτι
και η τέταρτη είν’ ένα αγόρι μ’ ένα μάτι.

Ψάρια που πετάν μέσα στην άπνοια,
όστρακα, λυσίκομες κοπέλες,
φίδια της στεριάς και δέντρα σάπια,
άρμπουρα, τιμόνια και προπέλες.

Να ‘χαμε το λύχνο του Αλαδίνου
ή το γέρο νάνο απ’ την Καντώνα.
Στείλαμε το σήμα του κινδύνου
πάνω σε άσπρη πέτρα με σφεντόνα.

Δαίμονας γεννά τη νηνεμία.
Ξόρκισε, Allodetta, τ’ όνομά του.
Λούφαξεν ο δέκτης του ασυρμάτου,
και φυλλομετρά τον καζαμία.

Ο άνεμος κλαίει. Σκυλί στα λυσσιακά του.
Γεια χαρά, στεριά, κι αντίο, μαστέλο.
Γλίστρησε η ψυχή μας από κάτου,
έχει και στην κόλαση μπορντέλο.

Γελάμε με το “έχει και στην κόλαση μπορντέλο” και σχολιάζει:

— Η ψυχή του πεθαμένου βγαίνει από πίσω, η γιαγιά μου το ‘λεγε. Εμένα δε βγήκε ακόμα. Λοιπόν, μέσα στον κυκλώνα, στο μάτι, έχει άπνοια, τέλεια άπνοια. Αλλά πώς θα βγεις από κει πέρα, απ’ τον κυκλώνα; Και πού θα την πάει αυτήν την άπνοια, από πού θα την σπάσει να μην πέσει ο αέρας; Και κει βλέπεις πλοία στον αέρα, ψάρια στον αέρα, ξύλα αιωρούμενα, φίδια… Μιλάω για κυκλώνες και όχι για τους ανεμοστρόβιλους, τους ανεμορούφαλους της στεριάς.
— Και, Φάτα Μοργκάνα;
— Φάτα Μοργκάνα είναι ένα φαινόμενο που συμβαίνει στη Σικελία, στο στενό, ή στη Νάπολη απόξω, νύχτα, τρεις η ώρα, και παρουσιάζει τρεις γυναίκες που χορεύουν στον ορίζοντα. Μετά σβήνει. Κρατά ένα δυο λεπτά, τρεις η ώρα τη νύχτα, πάντα την ίδια εποχή. Καμιά φορά μπορεί να είναι και ηλιακό φαινόμενο και να το βαστάει κάποιο σύννεφο και το παρουσιάζει μετά. Να, κάνει μια αποθήκευση αυτού.
— Εσύ το είδες αυτό το φαινόμενο;
— Δύο φορές.
— Μη μου πεις… Έχουνε σχήμα; Πώς είναι;
— Έχουνε σχήμα, κανονικό σχήμα, με τα πέπλα τους, τα μαλλιά τους, λυσίκομες, σε ανατριχιάζει αυτό το φαινόμενο.
— Αλήθεια, με συγχωρείς που σε ξαναρωτάω, το ‘χεις δει εσύ αυτό το θέαμα με τα μάτια σου;
— Ναι, βρε παιδάκι μου, πολλές φορές. Αυτό το θέαμα μάλιστα το είδα, την πρώτη φορά, με έναν Καραντώνη. Αυτός με φώναξε. “Δεν ξέρω τίποτα”, μου λέει. Ξάδερφος πρώτος του Αντρέα του ύπαρχου στο καράβι. Αλλά αντικατοπτρισμούς έχω δει πολλές φορές. Έχω δει το Αλγέρι και μετά τους μιναρέδες του στην Ερυθρά. Και λες, αυτό δεν είναι Κάιρο, Αλεξάνδρεια, είναι τ’ Αλγέρι, που το ξέρεις. Γιατί μπαίνοντας μετά στο παλιό ντοκ, βλέπεις τι έχει, πόσα φανάρια κλπ.


Η εκπομπή της ΕΡΤ:

 

 

http://www.athensvoice.gr