ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ένας έφηβος, πλασμένος στη φαντασία μου, μας δείχνει το αληθινό νόημα των Χριστουγέννων

Της Ρίκης Ματαλλιωτάκη

 

 

Απο το εφηβικό βιβλίο μου, το «ΤΡΕΝΑΚΙ»

….Το πρόσωπο του Παναγιώτη, πιο γελαστό και πιο όμορφο, ξεχώριζε ανάμεσα από τα πρόσωπα των άλλων παιδιών την παραμονή των Χριστουγέννων. Αιχμαλώτιζε!
Προφανώς όμως όχι μόνο για την ομορφιά του αλλά επειδή ολόκληρο το παρουσιαστικό του ανάβρυζε ένα γλυκόχητο, εσωτερικό φως αγάπης που πρωτόβγαινε από τα μάτια του για να περιλούσει κατόπιν ολόκληρο το κορμί του.
Για να μαρτυρήσει από μακριά που σκόπευε αργά το βράδυ να χρησιμοποιήσει τα χρήματα που θα συγκέντρωνε από τα «τελευταία του κάλαντα.»
Κανείς δεν αρνήθηκε στην παράκληση του. Ολοι, ακόμα και οι πιο στριφνοί, ανταποκρίθηκαν λες και κάποιος από ψηλά τους υπαγόρευε το σκοπό του. Μονο από το μαγαζί που μήνες και μήνες τώρα συναντιόταν σαν μαγεμένος με το τρενάκι της φυγής του δεν τόλμησε να περάσει. Φοβόταν μήπως και ξανασυναντηθεί με τον «άλλον», το κακό Παναγιώτη και δεν ήταν σίγουρος αν ο γνήσιος, ο καλός, όπως πίστευε, Παναγιώτης, κατάφερνε εν τέλει να τον νικήσει.
Κι όταν επιτέλους νύχτωσε, βαστώντας πάνω του κατά πολύ περισσότερα χρήματα απ’ όσα κατ’ αρχήν υπολόγιζε, τα πόδια του πάλι, μα από το τρέξιμο της χαράς τώρα, είχαν αντικατασταθεί με φτερούγες. Δυο φτερούγες που μέσα στην ζεστασιά τους προετοιμάζονταν να κρύψουν εκείνους που από ψυχής ήθελε να πιστεύει πως θα τους ξανασυναντούσε κι απόψε, και τώρα, κάτω από το σκέπαστρο του δρόμου. Εκεί που τους γνώρισε μα κι εκεί που γνώρισε επίσης πως η χαρά που δίνει η προσφορά της αγάπης δεν συγκρίνεται με καμιά, μα με καμιά απολύτως άλλη χαρά. Υλική χαρά…
Κι ίσως επειδή το ήθελε πολύ δεν έπεσε έξω.
Πλησίασε κοντά τους. Κανένα τρόμο δεν του προκαλούσε πλέον το παραμορφωμένο πρόσωπο του άντρα. Αντίθετα, τον κοίταξε ολόισια στα πληγωμένα μάτια.
Μετά το βλέμμα του στράφηκε στο παιδί.
Το χάιδεψε ενώ βιαστικά αμέσως δούλεψαν διαφορετικά τα χέρια του. Το ένα έμπαινε στη μια τσέπη βγάζοντας το περιεχόμενο της και βάζοντας το στην παλάμη της άλλης έως ότου άδειασαν οι τσέπες εντελώς.
«Καλησπέρα και χρόνια πολλά» είπε μόνο και τοποθέτησε δίχως δεύτερη σκέψη όλο τον επίγειο «θησαυρό του» στο κουτί με τα στυλό και τους αναπτήρες.
«Ήταν για ένα τρενάκι» εξακολούθησε σαν να ήθελε να απολογηθεί «μα ξέρετε, δεν το έχω πια ανάγκη. Καληνύχτα σας και καλά Χριστούγεννα!» ύψωσε τη φωνή του να ευχηθεί και πριν προλάβουν να συνέλθουν αυτοί- μπας κι ήταν άγγελος;- ο Παναγιώτης τρέχοντας χάθηκε στο γύρισμα του δρόμου.
Κι εκεί τότε, μια κι ήταν σίγουρος πια πως μάρτυρας για το κλάμα του κανείς εκτός από το σκοτάδι της νύχτας δεν υπήρχε, άφησε τα μάτια του να εκφραστούν όπως αυτά ήξεραν και ήθελαν.
Μα… μα αν εκείνη την ώρα σήκωνε το κεφάλι του ψηλά, θα έβλεπε ολοκάθαρα πως ένα αστέρι ερχόταν πίσω του. Ένα αστέρι που όλο και χαμήλωνε, διαρκώς χαμήλωνε, το αστέρι του μικρου Χριστού που εντός ολίγου πάλι απόψε θα ξαναγεννιόταν για να αφυπνίζει την αγάπη στο σύμπαν, πέφτοντας ολόφωτο καταπάνω του τον ακολουθούσε.
Κι ασφαλώς σίγουρα θα ήταν η λάμψη του αυτή που χάρισε στη καρδιά του Παναγιώτη την τόσο απεριόριστα ανιδιοτελή αγάπη για τον συνάνθρωπο του.
Σίγουρα θα ήταν η λάμψη του αστεριού το φως που μεταμόρφωσε την καρδιά του κάνοντας την να μοιάζει τόσο πολύ με κάποια φάτνη που δυο χιλιάδες χρόνια πριν γεννήθηκε μέσα στη ταπεινότητα της Εκείνος που πρωτοδίδαξε:
«ΑΛΛΗΛΩΝ ΤΑ ΒΑΡΗ ΒΑΣΤΑΖΕΤΑΙ!!!»