Το βιβλίο στα χέρια και την άποψη της Βασιλικής

«Ήθελα μόνο να με αγαπήσεις» της Φανής Κεχαγιά

Γράφει η Βασιλική Μολφέση

Υπέροχο και καλογραμμένο είναι το μυθιστόρημα της Φανής Κεχαγιά με τίτλο «Ήθελα μόνο να με αγαπήσεις». Με εξαιρετική πλοκή, παραμυθένιες περιγραφές και ζωντανούς διαλόγους εξιστορεί μια υπόθεση για τις ανθρώπινες αδυναμίες, τα γήινα και την αληθινή κι αθάνατη αγάπη.

Μια παλιά κατάρα δυο αιώνες πριν ταλαιπωρεί την οικογένεια της Ζωής, τότε που ο Ματέϊ ερωτεύεται παράφορα τη Λουκρετσία , διαλύει τον αρραβώνα του με τη Μαριζάνα, κι αυτή κάνει τα πάντα για να καταστρέψει την ευτυχία του και να γυρίσει κοντά της. Δυο αιώνες μετά η Ζωή μαθαίνει το μυστικό της κροάτικης καταγωγής της που κυνηγά τις γυναίκες της οικογένειάς της, ενώ ζει τον αληθινό έρωτα με τον Κρητικό ηθοποιό Μανούσο Κορωνάκη , ο οποίος πριν διατηρούσε δεσμό με την επίσης ηθοποιό Μάνια Βινιώτη, μια αδίσταχτη γυναίκα. Πολυπρόσωπο μυθιστόρημα με ίντριγκες, πλεκτάνες, περιπέτειες, άπειρα συναισθήματα έρωτα, αγάπης , θυμού, οργής, φθόνου, εκδίκησης και προδοσίας που οδηγούν τους ήρωες στο δικό τους δύσκολο μονοπάτι, μέχρι να αποκτήσουν τη γαλήνη, τη συγχώρεση , τη λύτρωση και την κάθαρση. Η υπόθεσή του εξελίσσεται ανάμεσα στο παρελθόν ,στο πανέμορφο Ντουμπρόβνικ της Κροατίας, την παλιά Ραγούζα το 1787 και στο παρόν σε Θεσσαλονίκη, Αθήνα και Κρήτη, με εντυπωσιακές περιγραφές που είναι λες και κοιτάς πίνακες ζωγραφικής και με υπέροχη ποιητική γραφή. Ιδιαίτερα οι περιγραφές του Ντουμπρόβνικ, ολόκληρη η πόλη σαν ένα μουσείο, το καταστούν «ένα σπάνιο αρχιτεκτονικό σύνολο με αναγεννησιακά και μπαρόκ κτίσματα», με κάστρα, εκκλησιές, τείχη, πορτοκαλί κεραμίδια , που φλογίζονται οι στέγες κατά τη δύση του ήλιου, ατενίζοντας την Αδριατική. Εξαιρετικό βιβλίο που τονίζει την πάλη μας με τον εαυτό μας, «που μας τουμπάρει, μας καταπίνει, μας κατακρίνει και τελικά γίνεται πάντα το δικό του χωρίς να έχει πάντα δίκιο», κι έτσι ο άνθρωπος μόνος αντιμετωπίζει τις δυσκολίες, την απώλεια, δίνει τις μάχες και βρίσκει το δρόμο του, μαθαίνοντας να ζει με τις ανοιχτές πληγές και τις ουλές του, γιατί «το χέρι της μοίρας δεν έχει συμπάθειες και αντιπάθειες μόνο επιταγές και σπανίως ο άνθρωπος μπορεί να ξεφύγει από το φιλί του πεπρωμένου». Και δυο ξεχωριστές παραγράφους: « Η γαλήνη έρχεται σαν δεις το μονοπάτι που χάραξες ακολουθώντας την αρχική αιτία που σε έσπρωξε σε αυτό και μόλις καταφέρεις να γίνεις περήφανος για το που σε οδήγησε, ακόμα κι αν πήρες λάθος στροφές στον δρόμο. Μόλις καταφέρεις κι αγαπήσεις τα ματώματα, τις πληγές στα πόδια και στα χέρια απ΄τα πεσίματα. Μόλις μπορέσεις να βγεις από τον μικρόκοσμό σου και δεις το γενικότερο πλάνο. Μόνο όταν δεις τον εαυτό σου από ψηλά, μπορείς να δεις τον ανήφορο που ανέβηκες. Σκαρφαλώνοντας και ματώνοντας. Κατρακυλώντας προς τα κάτω, αλλά ξαναπαίρνοντας το δρόμο προς τα πάνω. Η περηφάνια για τους βράχους που σε μάτωσαν αλλά ξεπέρασες φέρνει τη γαλήνη. Μόνο τότε συνειδητοποιείς ότι είσαι εκεί που έπρεπε να είσαι». «Η ευτυχία τελικά κερδίζεται μόνο με αγάπη. Η ισορροπία μόνο με την αγάπη. Η εσωτερική γαλήνη, η συμφιλίωση με τον εχθρό που λέγεται εαυτός , μόνο με την αγάπη. Όχι μ’ αυτή τη ρηχή αγάπη που μασουλάνε και φτύνουν όλοι. Έμαθαν επιπόλαια να σκορπάνε τα «σ΄αγαπώ» τους, χωρίς να νιώθουν «σ΄αγαπάω» τι θα πει. Η σοφία και η γνώση έρχονται παράκαιρα, λίγοι διαθέτουν την απαραίτητη σύνεση για να δεχτούν τα θεία δώρα όταν τους χαρίζονται».