ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ήταν ελληνικό το Βυζάντιο;

Μέγας Κωνσταντίνος, Θεοδόσιος και Ιουστινιανός: Οι παρεξηγημένοι αυτοκράτορες οι οποίοι είχαν στο ενεργητικό τους πολλά και χρήσιμα στοιχεία για την επιβίωση του Ελληνισμού και την πολιτισμικής του ταυτότητας μέσα στο χρόνο και στο χώρο!.. Διαβάστε το κείμενο που ακολουθεί!…

Μέγας Κωνσταντίνος – Θεοδόσιος
Αν και τυπικά η Βυζαντινή ιστορία αρχίζει από το 395 μ.Χ. (με το χωρισμό της Αυτοκρατορίας σε ανατολική και δυτική), ουσιαστικά αρχίζει στις αρχές του 4ου μ.Χ. αιώνα με τη μονοκρατορία του Κωνσταντίνου και το κτίσιμο της Κωνσταντινούπολης.
Μετά το διάταγμα των Μεδιολάνων (316 μ.Χ.) και το θάνατο του Μαξιμίνου απέμειναν δύο κύριοι της αυτοκρατορίας: ο Κωνσταντίνος στη Δύση και ο Λικίνιος στην Ανατολή. Σιγά – σιγά όμως οι αντιθέσεις ανάμεσα στους δύο οξύνονταν και όλα έδειχναν πως τη λύση θα την έδιναν τα όπλα. Ο πόλεμος ξανάρχισε το 323 μ.Χ. Οι δύο στρατοί συγκρούστηκαν το 324 μ.Χ. στην πεδιάδα της Αδριανούπολης και η μάχη έληξε με νίκη του Κωνσταντίνου. Ο Λικίνιος υποχώρησε και οι δυο στρατοί συναντήθηκαν πάλι στην Χρυσούπολη. Ο Λικίνιος ηττήθηκε και ο Κωνσταντίνος απέμεινε ο μόνος κύριος της Αυτοκρατορίας.
Ο Κωνσταντίνος, αφού έμεινε πια μόνος κύριος, αποφάσισε να μεταφέρει την πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας στην Ανατολή, και συγκεκριμένα στο αρχαίο Βυζάντιο. Ο βασικότερος λόγος που ανάγκασε τον Κωνσταντίνο να μεταφέρει την πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας στην Ανατολή ήταν ότι η Ρώμη είχε παύσει να αποτελεί πια το οικονομικό κέντρο της Αυτοκρατορίας. Οι πόλεις της Δύσης, με πρώτη τη Ρώμη, βάδιζαν συνεχώς προς ολοένα και μεγαλύτερο οικονομικό μαρασμό, ενώ η Ρώμη ζούσε από τους φόρους των ανατολικών επαρχιών.
Αντίθετα, οι περιοχές της Ανατολής δυνάμωναν οικονομικά – παρά τη σκληρή φορολογία – συνεχώς. Ένας άλλος σπουδαίος λόγος ήταν και η εξωτερική απειλή εναντίον της Ρώμης από διάφορες φυλές, που μετακινούνταν στα νότια. Επίσης η νέα πρωτεύουσα αποτελούσε και κόμβο που είχε, εκτός από οικονομική και στρατηγική σημασία. Τα εγκαίνια της νέας πρωτεύουσας έγιναν το 330 μ.Χ.
Ο Κωνσταντίνος είχε ανακηρύξει επίσημη θρησκεία του κράτους το χριστιανισμό. Οργάνωσε το κράτος διοικητικά. Οργάνωσε στρατό και τελικά κατόρθωσε να αμβλύνει τις εσωτερικές αντιθέσεις και να τερματίσει τους πολέμους. Με το θάνατό του όμως ξανάρχισε ο αλληλοσπαραγμός ανάμεσα στους διαδόχους του, αγώνας ο οποίος έληξε με την επικράτηση του Θεοδοσίου το 378.
Ο Θεοδόσιος τον πρώτο χρόνο της βασιλείας του δεν πήρε θέση στη διαμάχη ανάμεσα σε εθνικούς – χριστιανούς, αλλά τον επόμενο χρόνο βαφτίστηκε από τον ορθόδοξο επίσκοπο Ασχόλιο.
Καταπολέμησε κάθε τι το ειδωλολατρικό, έκλεισε με τη βία τους ναούς και τα θυσιαστήρια και έδιωξε τους ιερείς τους. Το 381 συγκλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη η Β’ Οικουμενική Σύνοδος, η οποία καταδίκασε τον αρειανισμό και αναγνώρισε την πρωτοκαθεδρία Πατριάρχη Κωνσταντινούπολης έναντι του Πατριάρχη Αλεξανδρείας. Την εποχή του Θεοδοσίου χρησιμοποιήθηκαν, πρώτη φορά, Βάρβαροι (Γότθοι) στο Βυζαντινό στρατό. Ο Θεοδόσιος προσπάθησε να κρατήσει ενωμένη τη Δύση με την Ανατολή, αλλά λίγο μετά το θάνατό του, το 410, η Ρώμη καταλήφτηκε από τους Βησιγότθους και η Δύση αποκόπηκε από την Ανατολή.

Ιουστινιανός
Το Θεοδόσιο ακολούθησε μια σειρά από αυτοκράτορες ως το 527 μ.Χ., που ανέβηκε στο θρόνο του Βυζαντίου ο Ιουστινιανός. Το έργο του Ιουστινιανού σημαδεύεται από την προσπάθειά του να ενώσει την Ανατολή με τη Δύση και να αποκαταστήσει την ενότητα της Αυτοκρατορίας. Σημαντικό ήταν όμως και το ειρηνικό έργο του. Για να αποκαταστήσει την προηγούμενη ενότητα της Αυτοκρατορίας, αλλά και στη δημιουργία των θεσμών και της κρατικής μηχανής, ο Ιουστινιανός διέθετε ένα επιτελείο που το αποτελούσαν ο Ιωάννης Καππαδόκης, ανώτατος κρατικός υπάλληλος, ο Τριβωνιανός, νομικός μεγάλου κύρους και οι στρατηγοί Βελισσάριος και Ναρσής.
Προκειμένου ο Ιουστινιανός να πολεμήσει στη Δύση σύναψε ειρήνη με τον Πέρση βασιλιά Χοσρόη. Κατόπιν έστειλε στρατό, με επικεφαλής το Βελισσάριο, κατά των Βανδάλων, στη Βόρεια Αφρική. Ο Βελισσάριος νίκησε και υπέταξε τους Βανδάλους.
Τον επόμενο χρόνο επιτέθηκε εναντίον των Οστρογότθων, οι οποίοι αφού υπέστησαν μερικές ήττες στην αρχή, έφεραν αργότερα το Βελισσάριο σε αρκετά δύσκολη θέση σε πολλές περιπτώσεις. Σε βοήθεια του Βελισσάριου στάλθηκε ο Ναρσής και, αφού υπέταξαν τους Βησιγότθους, η Ιταλία έγινε επαρχία του Βυζαντίου και ο Ναρσής πρώτος έπαρχος. Όσον καιρό συνεχιζόταν η προσπάθεια για την κατάκτηση της Ιταλίας ο βασιλιάς των Περσών, αφού νίκησε το βυζαντινό στρατό στην Αρμενία, μπήκε στη Μεσοποταμία. Εναντίον του στάλθηκε ο Βελισσάριος, ο οποίος όμως ηττήθηκε στη μάχη που έγινε και ο Ιουστινιανός αναγκάστηκε να υπογράψει συνθήκη ειρήνης με όρους, που έβαλε ο Πέρσης βασιλιάς.
Παράλληλα με το στρατιωτικό έργο του Ιουστινιανού, το οποίο είχε μεγάλη σημασία για την επιβίωση του Βυζαντίου, επίσης μεγάλη σημασία είχε και το ειρηνικό – νομοθετικό έργο του.
Η κατάσταση στον τομέα του Δικαίου ήταν ως τότε χαώδης. Υπήρχε τρομερή πολυνομία και επειδή υπήρχαν αντιφατικές διατάξεις οι δικαστές δε γνώριζαν ποιός κανόνας δικαίου ισχύει. Είναι χαρακτηριστικό ότι ίσχυαν ως τότε παράλληλα τα έργα των πέντε Ρωμαίων νομικών και ο Θεοδοσιανός Κώδικας. Εξάλλου είχε δημιουργηθεί σε πολλές περιοχές τοπικό εθιμικό δίκαιο, που ερχόταν σε αντίθεση με το παλιό αστικό ρωμαϊκό δίκαιο. Επίσης ίσχυαν σε πολλές επαρχίες διατάξεις δικαίου των ανατολικών λαών και του αρχαίου ελληνικού δικαίου. Μπροστά σ’ αυτή την κατάσταση ο Ιουστινιανός αποφάσισε να συστηματοποιήσει το δίκαιο. Την κωδικοποίησή του ανέλαβε μια επιτροπή από δέκα άτομα με επικεφαλής τον Τριβωνιανό, η οποία και συστηματοποίησε τις αυτοκρατορικές διατάξεις και δημιούργησε τον πρώτο κώδικα το 529, ο οποίος όμως δεν ίσχυσε για πολύ χρόνο.
Μετά την κωδικοποίηση των αυτοκρατορικών διατάξεων ο Ιουστινιανός αποφάσισε να κωδικοποιήσει ολόκληρο το δίκαιο, όπως είχε ερμηνευτεί από τους Ρωμαίους νομικούς. Καταρτίστηκε νέα επιτροπή, την οποία αποτελούσαν 17 μέλη με επικεφαλής τον Τριβωνιανό.
Το έργο τελείωσε μετά από τρία χρόνια και απλώθηκε σε 150.000 στίχους. Τέθηκε σε ισχύ από τις 30 Δεκεμβρίου του 533 μ.Χ. και ονομάστηκε Πανδέκτης (Digesta). Τον Πανδέκτη αποτελούσαν πενήντα βιβλία. Τα βιβλία διαιρούνται σε τίτλους. Κάθε τίτλος διαιρείται σε αποσπάσματα και κάθε απόσπασμα σε παραγράφους.
Συγχρόνως με τον Πανδέκτη τέθηκαν σε ισχύ και οι Εισηγήσεις. Οι εισηγήσεις εκδόθηκαν για να συμπληρώσουν την κωδικοποιητική προσπάθεια και προορίζονταν για τους σπουδαστές της νομικής επιστήμης. Η σύνταξη των εισηγήσεων ανατέθηκε από τον Τριβωνιανό στους καθηγητές του δικαίου Θεόφιλο και Δωρόθεο. Οι εισηγήσεις αποτελούνταν από τέσσαρα βιβλία. Τα βιβλία των εισηγήσεων διαιρούνταν σε τίτλους και οι τίτλοι σε παραγράφους.
Μετά την έκδοση του Πανδέκτη και των εισηγήσεων έγινε αναγκαία η αναθεώρηση του Κώδικα, που είχε συνταχθεί το 529 μ.Χ. Την επιτροπή, η οποία θα επεξεργαζόταν τον Κώδικα, αποτελούσαν 5 μέλη με επικεφαλής τον Τριβωνιανό. Στο νέο κώδικα προστέθηκαν πολλές νέες διατάξεις. Αποτελείται από 12 βιβλία που διαιρούνται σε τίτλους, διατάξεις, παραγράφους. Ο νέος Κώδικας εκδόθηκε το 534 μ.Χ.
Τα τρία μέρη του Cοrpus Juris Civilis, δηλ. ο Κώδικας, ο Πανδέκτης και οι εισηγήσεις αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο. Οι «Νεαρές», που εκδόθηκαν μετά από δραστηριότητες του Τριβωνιανού ανήκουν στο Cοrpus Juris Civilis, αλλά είναι έξω από το κύριο σώμα του. Οι «Νεαρές» εκδόθηκαν στην ελληνική οι περισσότερες. Ονομάζονται έτσι επειδή εκδίδονταν μετά από τα άλλα τρία μέρη του Cοrpus Juris Civilis.
Το Cοprus Juris Civilis αποτελεί γραπτό δίκαιο και είναι πηγή κανόνων δικαίου. Η σπουδαιότητα του έργου αυτού είναι μεγάλη, γιατί μ’ αυτό τερματίστηκε η πολυνομία με τις αντιφάσεις της και το δίκαιο πια ανταποκρινόταν στις συναλλακτικές απαιτήσεις των καιρών και αποτέλεσε την κυριότερη πηγή δικαίου. Στην Ελλάδα ίσχυσε το 1964, οπότε εκδόθηκε ο Αστικός Κώδικας.
Εκτός από το πολεμικό και νομικό έργο του, ο Ιουστινιανός κατόρθωσε να οργανώσει την κρατική μηχανή και να αποκαταστήσει την τάξη στο εσωτερικό της Αυτοκρατορίας. Στην προσπάθειά του να γίνει η μοναδική πηγή εξουσιών, κτύπησε τους τελευταίους εκφραστές του λαού, που ήταν οι παρατάξεις των Βένετων και των Πρασίνων. Οι δήμοι τότε εξεγέρθηκαν, αρχικά στο ιπποδρόμιο, μετά την εκτέλεση των πρωταιτίων όμως η εξέγερση γενικεύτηκε και ο λαός απειλούσε το παλάτι.
Αρχικά ο Ιουστινιανός σκέφτηκε να φύγει και να παραδώσει την εξουσία. Παρέμεινε όμως είτε μετά από παρέμβαση της Θεοδώρας ή των αυλικών. Τότε ο Ναρσής ανέλαβε να δωροδοκήσει τη μια από τις δύο παρατάξεις. Μ’ αυτό τον τρόπο διασπάστηκαν οι λαϊκές δυνάμεις και η εξέγερση πνίγηκε στο αίμα. Πολλοί πιστεύουν ότι σφάχτηκαν πενήντα χιλιάδες άτομα. Η εξέγερση ονομάστηκε από το σύνθημα που φώναζαν οι εξεγερθέντες («Νίκα – Νίκα») «στάση του Νίκα». Κατά τη στάση του Νίκα κάηκε και ο μικρός ναός της Αγίας Σοφίας, τον οποίο ο Ιουστινιανός ξανάχτισε από την αρχή καθιστώντας τον, το μεγαλύτερο ναό της Χριστιανοσύνης.
Παρ’ όλο που το έργο του Ιουστινιανού είναι σημαντικότατο, κληροδότησε στους διαδόχους του, πολύ δύσκολα και άλυτα προβλήματα. Παρ’ όλες τις νίκες του στους πολέμους και το ειρηνικό έργο του, δεν μπόρεσε να δώσει λύση σε βασικά προβλήματα, όπως ήταν το βιοτικό πρόβλημα του λαού, αφ’ ενός γιατί το βασιλικό ταμείο είχε εξαντληθεί από τους πολέμους και τα τεχνικά έργα, αφ’ ετέρου γιατί η φορολογία ήταν πολύ βαριά και οι καταχρήσεις έφθασαν σε τέτοιο βαθμό ώστε όπως γράφει ο ιστορικός Βασίλιεφ: «βασίλευε παντού η φτώχεια και οι αρρώστιες».
Τον Ιουστινιανό διαδέχτηκαν οι αυτοκράτορες, Τιβέριος, Μαυρίκιος και Φωκάς. Για την περίοδο μετά τον Ιουστινιανό και μέχρι τον Ηράκλειο παρατηρεί χαρακτηριστικά ο Φίνλεϋ ότι «δεν υπάρχει άλλη περίοδος της ιστορίας κατά την οποία η κοινωνία να βρισκόταν σε τέτοια κατάσταση διεθνούς αποσύνθεσης». Το 609 ξέσπασε επανάσταση κατά του αυτοκράτορα Φωκά και ο έξαρχος Αφρικής Ηράκλειος έστειλε στην πρωτεύουσα στόλο με αρχηγό τον ανηψιό του Ηράκλειο. Όταν ο Ηράκλειος έφτασε στην πρωτεύουσα ξεσηκώθηκαν και οι δήμοι (Πράσινοι, Βένετοι). Ο Φωκάς δολοφονήθηκε και ο Ηράκλειος έγινε δεκτός ως ελευθερωτής. Το 610 μ.Χ. ο Ηράκλειος ανακηρύχτηκε αυτοκράτορας. *

* Βασική πηγή: «Ηλεκτρονικό Ερμηνευτικό Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό ΜΑΤΖΕΝΤΑ», Έκδοση 2006.

https://www.sakketosaggelos.gr