Το βιβλίο στα χέρια και την άποψη της Βασιλικής

«Αλκυονίδες ψυχές» της Μαίρης Τσίλη

Γράφει η Βασιλική Μολφέση

 

Πολύ καλό , με λυρική γραφή και αισιόδοξη υπόθεση είναι το βιβλίο της Μαίρης Τσίλη με τίτλο «Αλκυονίδες ψυχές». «Υπάρχουν και αλκυονίδες ψυχές μέσα σε τούτη τη ζωή. Είναι εκείνες οι ψυχές που τράβηξαν τόσες δυσκολίες και αναποδιές, τόσες βροχές και τόσους χειμώνες σαν ανώφελα βαριά φορτία και σαν απρόσκλητους θαμώνες, κατάσαρκα και σε κάθε φλέβα και που τώρα εκτιμούν τον ήλιο και τη λιακάδα και αντέχουν και γουστάρουν να ανθίζουν ξανά και ξανά, ακόμα και μέσα στον πιο κρύο χειμώνα και στις μέρες και στις νύχτες του κάθε Γενάρη… Τι κι αν τις χάραξε με κρύες αναπνοές….».

Αυτό θα μας αποδείξουν οι ζωές των ηρώων του βιβλίου, της Αλκυόνης και του Μάρκου που συναντιούνται στη μαγευτική Πρίγκηπο της Κων/πολης με τα πανέμορφα τοπία που με παραστατικότατες περιγραφές , ζωντανές εικόνες , υπέροχο λυρικό και ποιητικό ύφος και με προσωποποιήσεις που ζωντανεύουν το λόγο, αποτυπώνονται από την πένα της συγγραφέως, καθώς και οι όμορφες εικόνες της Κωνσταντινούπολης, της Αλεξανδρούπολης και των καταπράσινων περιοχών της Κάτω Ιταλίας. Μια όμορφη συναισθηματική ιστορία ανάμεσα σε δυο ανθρώπους με παράλληλες ζωές που ένιωσαν, έζησαν, υπέφεραν όλες τις γεύσεις της ζωής, αγάπη, φιλίες, εμπειρίες, πόνο, απώλειες κι έρωτα, φτάνοντας σε ζόρικα αδιέξοδα που καταλήγουν στη λύτρωση, διδάσκοντας πως η ζωή ξεδιπλώνει μυστικά και φέρνει την κατάλληλη στιγμή δυο ζωές κοντά απόλυτα παραδομένες στις αλήθειες τους. Και δυο υπέροχες , ξεχωριστές παραγράφους: «Η καρδιά του ανθρώπου όσες φορές και να καεί, πάντα από τις στάχτες της ξαναγεννιέται, γίνεται πεταλούδα με φτερά στα χρώματα του ουράνιου τόξου και τριγυρίζει και με το φτερούγισμά της σκορπάει και χαρίζει αγάπη, απλά και μόνο πάντα αγάπη». «Η ζωή ξεδιπλώνει κεντήματα και σελίδες λευκές και τοπία ανήλιαγα και μας κάνει να ψάχνουμε αγκαλιές , ακόμα κι αν κάναμε τους δυνατούς για ένα φεγγάρι δρόμο και για μια άχρηστη πανσέληνο και για ψεύτικες υποσχέσεις κι ας ξεμείναμε μετά σε ένα σταθμό δίχως υπόστεγα ψυχής. Πόσο παράξενες ματιές ρίχνουν η ζωή και η μοίρα στις διαδρομές που κάνουν οι άνθρωποι όσο συνηθισμένες κι αν φαίνονται κι όσο κι αν αυτοί τρέχουν μες στην καθημερινότητα να αντιμετωπίσουν ανάγκες και υποχρεώσεις».