ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ανδρέας Κρήτης: Ο εμπνευστής του Μεγάλου Κανόνος

Ένας από τους σημαντικότερους ρήτορες και υμνογράφους της Εκκλησίας μας, ο Ανδρέας Κρήτης, γεννήθηκε στη Δαμασκό το 660 μ.Χ. και πέθανε το 740. Πολλά έργα του διασώζονται και ανάμεσά τους το σπουδαιότερο όλων, ο Μέγας Κανών.

Στην Αρχιεπισκοπή Κρήτης πρέπει να τοποθετήθηκε μεταξύ 700 και 710.Εξελέγη για τη μητρόπολη Γόρτυνος έδρα του τότε αρχιεπισκόπου, ο οποίος προήδρευε δωδεκαμελούς ιεραρχίας. Η δράση που ανέπτυξε ήταν πολυμερής: με κηρύγματα επικοινωνεί με το πόιμνιό του, κτίζει νέους ναούς, ανοικοδομεί παλαιούς, οργανώνει φιλανθρωπικά ιδρύματα, βοηθά σε έκτακτες καταστάσεις, επιδημίες, ανομβρίες, ληστρικές επιθέσεις των Σαρακηνών.

Σύμφωνα με τον Θεοφάνη τον Ομολογητή, θα εξαναγκασθεί από τον Φιλιππικό Βαρδάνη να συνεργήσει στη Σύνοδο του 712 στην Κωνσταντινούπολη η οποία καταδίκασε την ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδο, και αποκατέστησε τον Μονοθελητισμό.

Πάντως μετά την πτώση του Φιλιππικού θα αποκηρύξει την υπογραφή του, η οποία «ήταν προϊόν εξαναγκασμού και όχι προσωπικής του τοποθέτησης»[6], άλλωστε καμία απόκληση προς τον Μονοθελητισμό δεν εντοπίζεται στα συγγράμματά του.

Επιπλέον η πρώιμη αγιοποίησή του δείχνει πως για την Εκκλησιαστική συνείδηση δεν υπήρχε καμία αμφιβολία για την ορθοδοξία του. Λίγο πριν από τον θάνατό του θα μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη και επιστρέφοντας στην Κρήτη, σταθμεύοντας για λίγο στην Λέσβο, στο λιμάνι της Ερεσσού θα αποβιώσει και το σώμα του θα θαφτεί στο ναό της Αγίας Αναστασίας. Ο θάνατός του συνέβη το 740.

 

Από πολύ μικρή ηλικία (14 ή 15 ετών) αποφάσισε να ακολουθήσει τον μοναχικό βίο και έτσι πήγε στη γνωστή Μονή του Αγίου Σάββα, στα Ιεροσόλυμα. Κατά την περίοδο αυτή, η μονή ήταν μεγάλο κέντρο εκκλησιαστικής παιδείας, καθώς διέθετε πλούσια βιβλιοθήκη και εξαιρετικούς δασκάλους. Από τον Άγιο Σάββα περάσανε πολλοί λόγιοι της Εκκλησίας, όπως ο Ιωάννης Δαμασκηνός, ο Κοσμάς ο Μελωδός, ο Κλήμης κ.ά. Ο Ανδρέας εκάρη μοναχός και μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα χειροτονήθηκε νοτάριος (υπογραφεύς) από το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων. Το 685 του ανατέθηκε από το Πατριαρχείο να μεταφέρει στην Κωνσταντινούπολη τη διαβεβαίωση της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων για την πίστη της στην Ορθοδοξία. Μετά από αυτό το ταξίδι ο Ανδρέας αποφάσισε να μείνει για πάντα στη Βασιλεύουσα και να μην επιστρέψει στην Ιερουσαλήμ. Στην απόφασή του αυτή σημαντικό ρόλο έπαιξαν και οι συνθήκες που επικρατούσαν εκείνη την περίοδο στην Ανατολή (αραβοκρατία). Συνέχισε, λοιπόν, τις σπουδές του στην Πόλη και υπηρέτησε την Εκκλησία ως διάκονος και ορφανοτρόφος. Παράλληλα, φαίνεται να ξεκίνησε και η δράση του ως εκκλησιαστικού ρήτορα, εκφωνώντας τους πρώτους του λόγους. Επηρεασμένος από την αίρεση του μονοθελητισμού, παρεξέκλινε για κάποιο χρονικό διάστημα από το Ορθόδοξο Δόγμα. Παρ’ όλα αυτά, μετανόησε και επανήλθε, συγγράφοντας ένα ποίημα σε ιαμβικούς τριμέτρους, στο οποίο και ομολόγησε την απόκλισή του, αλλά και την επιστροφή του.

Το 711 με 712, ο Ανδρέας χειροτονήθηκε Αρχιεπίσκοπος Κρήτης με τον τίτλο «Ανδρέας, Αρχιεπίσκοπος Κρήτης, ο Ιεροσολυμίτης», καθώς προερχόταν από τη Μονή του Αγίου Σάββα Ιεροσολύμων. Κατά την επισκοπεία του στην Κρήτη, ο Ανδρέας ανέπτυξε ισχυρούς δεσμούς με τους πιστούς του και αφιερώθηκε στο φιλανθρωπικό έργο. Σε μια δύσκολη για την Κρήτη περίοδο κλήθηκε να αντιμετωπίσει τις επιδρομές των Αράβων, λοιμούς, ανομβρίες και άλλα δεινά, εμψυχώνοντας συνεχώς το ποίμνιό του. Το 740 (περίοδος εικονομαχίας) ο Άγιος Ανδρέας κλήθηκε να ταξιδέψει για τελευταία φορά στην Κωνσταντινούπολη, για να αποκηρύξει τις εικόνες. Όπως ήταν φυσικό, αρνήθηκε και έτσι τον εξόρισαν στην Ιερισσό της Μυτιλήνης, όπου και πέθανε στις 4 Ιουλίου του 740.

Το έργο του Ανδρέα Κρήτης θα μπορούσε να χωριστεί σε δύο κατηγορίες:

ρητορικό και υμνογραφικό. Το ρητορικό είναι ως επί το πλείστον εγκωμιαστικό και αναφέρεται σε δεσποτικές, θεομητορικές και αγιολογικές εορτές. Πολλοί χαρακτηρίζουν τον λόγο του ταχύ και καταρρακτώδη. Χρησιμοποιεί πλήθος ρητορικών σχημάτων, όπως: αναδιπλώσεις, επαναλήψεις, υποφορές και ανθυποφορές, ομοιοτέλευτα κ.ά., χαρίζοντας με αυτό τον τρόπο ιδιαίτερη ζωντάνια και ρυθμό στα κείμενά του. Μέσα από τη γραφή του φαίνεται και η άριστη γνώση της ρητορικής τέχνης, αλλά και της αττικής γλώσσας. Υπήρξε, ακόμα, βαθύς γνώστης της Αγίας Γραφής και της Παλαιάς Διαθήκης, χρησιμοποιώντας αποσπάσματά τους και ερμηνεύοντάς τα αλληγορικά.

Με το όνομα του Ανδρέα σώζονται 51 ρητορικοί λόγοι. Από αυτούς, οι 42 αναγνωρίζονται ως γνήσιοι.  Έχουν εκδοθεί 24, από τους οποίους: επτά είναι θεομητορικοί (τέσσερις για τη Γέννηση, δύο για την Κοίμηση και ένας για τα Εισόδια της Θεοτόκου), έξι Δεσποτικοί (ένας για την Περιτομή, ένας για τη Μεταμόρφωση, ένας για τον τετραήμερο Λάζαρο, ένας για την Κυριακή των Βαΐων και δύο για την ύψωση του Τιμίου Σταυρού), εννέα Αγιολογικοί (για τους Αγίους Ιωάννη Πρόδρομο, Απόστολο Τίτο, Δέκα Μάρτυρες Κρήτης, Γεώργιο, Νικόλαο, Πατάπιο και Θεράποντα), ένας για την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου και ένας για τον ανθρώπινο βίο και τους κοιμηθέντας.

Ως υμνογράφος, ο Ανδρέας θεωρείται ο παραγωγικότερος όλων του 8ου αιώνα. Φαίνεται πως ήταν και ο εισηγητής ενός καινούργιου υμνογραφικού είδους, του Κανόνα (πρόκειται για ένα σύστημα σύντομων τροπαρίων, που διατάσσονται σε 9 στροφές, τις ωδές. Το πρώτο τροπάριο κάθε ωδής λέγεται «ειρμός», από το αρχαίο ρήμα είρω, που σημαίνει ενώνω, και είναι το ποιητικό και μουσικό πρότυπο για τα τροπάρια που ακολουθούν). Το ποιητικό του έργο αποτελούν 690 ειρμοί, 100 περίπου κανόνες και πολλά τριώδια, τετραώδια και ιδιόμελα. Αρκετοί από τους ύμνους αυτούς χρησιμοποιήθηκαν από νωρίς και είναι σε χρήση ακόμα και σήμερα. Το μεγαλύτερο, όμως, μέρος αυτών παραμένει ανέκδοτο.

 

Χωρίς εξάρσεις και ενθουσιασμούς το ποιητικό του έργο

Από την ποίηση του Ανδρέα λείπουν οι εξάρσεις και ο ενθουσιασμός. Θα μπορούσαμε, έτσι, να τη χαρακτηρίσουμε περισσότερο θεολογική και διδακτική παρά εορταστική. Χρησιμοποιώντας και εδώ παραδείγματα από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, αλλά και δογματικές έννοιες, αγωνίζεται μέσα από τους ύμνους του για τη λύτρωση της αμαρτωλής ψυχής και τη μετάνοια. Για αυτό τον λόγο πολλοί τον χαρακτήρισαν ποιητή στα ρητορικά του και ρήτορα στα υμνογραφικά του έργα.

Το πιο γνωστό έργο του Ανδρέα Κρήτης είναι ο «Μέγας Κανών», ο οποίος ψάλλεται στον Όρθρο της Πέμπτης (το απόγευμα της Τετάρτης) της Ε’ Εβδομάδας των Νηστειών της Μεγάλης Σαρακοστής. Αποτελείται από: 9 ωδές και 250 τροπάρια με 11 ειρμούς και είναι ο μεγαλύτερος κανόνας της βυζαντινής υμνογραφίας, για αυτό και ονομάστηκε «Μέγας». Το μακροσκελές αυτό ποίημα πραγματεύεται τη χριστιανική συντριβή, τη μετάνοια και τον εσωτερικό αγώνα. Σε πολλά χειρόγραφα ο κανόνας αυτός συναντάται και με την ονομασία «Θρήνος», καθώς θρηνεί για την αμαρτωλή ψυχή και ζητάει συγχώρεση και σωτηρία από τον Χριστό. Ο «Μέγας Κανών» έχει αγαπηθεί κυρίως από τον μοναστικό κόσμο, επειδή ακριβώς εκφράζει τα ιδανικά του: Φυγή από τον κόσμο και τα εγκόσμια, αντίδραση στους πειρασμούς της σάρκας και στροφή της ψυχής στα ουράνια αγαθά. Ο «Μέγας Κανών» πρέπει να δημιουργήθηκε όταν ο Ανδρέας ήταν επίσκοπος Κρήτης και λόγω της σπουδαιότητάς του, όπως ήταν αναμενόμενο, πολλοί ήταν αυτοί που ασχολήθηκαν με την ερμηνεία, αλλά και τη διασκευή του ποιητικού κειμένου.

Ο «Μέγας Κανών» έχει αγαπηθεί κυρίως από τον μοναστικό κόσμο, επειδή ακριβώς εκφράζει τα ιδανικά του: Φυγή από τον κόσμο και τα εγκόσμια, αντίδραση στους πειρασμούς της σάρκας και στροφή της ψυχής στα ουράνια αγαθά

Όλοι οι κανόνες του Ανδρέα παρουσιάζουν κάποια συγκεκριμένα μορφολογικά γνωρίσματα, που τον ξεχωρίζουν από τους υπόλοιπους υμνογράφους. Πρώτα απ’ όλα, χρησιμοποιεί σταθερά τη β’ ωδή, ενώ οι υπόλοιποι ποιητές της Εκκλησίας μας, όχι

. Συνηθίζει να τελειώνει τις ωδές του με δύο τροπάρια, ένα τριαδικό και ένα θεοτοκίο (το πρώτο είναι αφιερωμένο στο τριαδικό δόγμα και το δεύτερο στη Θεοτόκο). Σε κανέναν κανόνα του δεν χρησιμοποιεί ακροστιχίδα (χαρακτηριστικό γνώρισμα των κανόνων, μα και περιοριστικό). Ακόμα, οι ωδές των κανόνων του αποτελούνται από πολυάριθμα τροπάρια, ενώ των άλλων υμνογράφων από 2-5.

Τέλος, τηρεί αυστηρά τους κανόνες ισοσυλλαβίας και ομοτονίας, σε αντίθεση με άλλους, που συχνά τους παραβιάζουν. Χάρη στα παραπάνω γνωρίσματα, ήταν αρκετά εύκολο για τους μελετητές να αναγνωρίσουν και να ταυτοποιήσουν τα έργα του Ανδρέα Κρήτης.