ΚΡΗΤΗ

Ανώγεια-Διπλό φονικό: Γιατί αναβιώνει ο φόβος της βεντέτας

Ο εκδικητικός φόνος από τη μινωική Κρήτη στη σφαγή των Βοριζίων και τους Σαρτζετάκηδες και τους Πεντάρηδες – Η βεντέτα φθίνει τις τελευταίες δεκαετίες στα ορεινά χωριά της Κρήτης – Τρομάζει τις Αρχές το γεγονός ότι τα θύματα προέρχονται από μεγάλες οικογένειες των Ανωγείων

Ο φόβος της επιστροφής στον καιρό της βεντέτας- που είχαν αφήσει πίσω τους τις τελευταίες δεκαετίες οι ορεινές περιοχές της Κρήτης, αλλά και τ’ Ανώγεια έχει καλύψει την περιοχή από το βράδυ του Σαββάτου. Πριν σταματήσει η ηχώ από τους πυροβολισμούς του Μανώλη Καλομοίρη και του Γιώργου Ξυλούρη, οι πάντες άρχισαν να αναρωτιούνται «τί θα γίνει τώρα».

Το στοιχείο που κυρίως προκαλεί το φόβο ότι το διπλό φονικό έξω από το καφενείο στο Περαχώρι Ανωγείων ίσως ανοίγει έναν κύκλο αίματος με βάση το εθιμικό δίκαιο που οι ρίζες του χάνονται τόσο στη μινωϊκή Κρήτη, όσο και στο αντίστοιχο άλλων λαών και κοινοτήτων της Μεσογείου- τη Σικελία, τη Μάνη, την Αλβανία με την «τζακμάρια» στο Κανούν, αλλά και στο βιβλικό «οδόντα αντί οδόντος»- είναι ότι στο διπλό φονικό δράστες και θύματα είναι μέλη δύο μεγάλων οικογενειών με εκατοντάδες μέλη η κάθε μια.

Δύο νέοι άντρες τσακώθηκαν. Η αφορμή είναι άγνωστη- δεν υπάρχουν κτηματικές διαφορές, κάποιοι λένε ότι όλα έγιναν για το παρκάρισμα. Γεγονός είναι ότι ο Γιώργος Ξυλούρης, κτηνοτρόφος και πατέρας δύο παιδιών (το μικρότερο εκ των οποίων βαπτίσθηκε ώρες μετά τη δολοφονία του γονέα του, σύμφωνα με το κρητικό έθιμο) και ο Μανώλης Καλομοίρης, πυγμάχος που ζει στο Ηράκλειο και εργάζεται σε νυχτερινά κέντρα, δεν τα πάνε καλά.

Τί κι αν μεγάλωσαν μαζί, οι σχέσεις τους δεν είναι ομαλές. Το στοιχείο αυτό μάλιστα, περνάει κάτω από τα ραντάρ των «σαστάδων», των ανθρώπων εκείνων που λόγω κύρους και εμπειρίας παρεμβαίνουν, εθιμικώ δικαίω, για να μην διαταράσσεται η ισορροπία. Κανείς δεν έχει δει ότι αυτή η αντιπαλότητα χωρίς ουσιαστική αιτία, θα μπορούσε να φτάσει εκεί που έφτασε.

Στην καυγά που γίνεται το βράδυ του Σαββάτου, έξω από το καφενείο του χωριού, ο πυγμάχος Καλομοίρης χτυπά τον Ξυλούρη. Εκείνος ταπεινωμένος πηγαίνει στο σπίτι του. Είναι σαφές ότι η πρόθεσή του δεν είναι να κάτσει εκεί. Σύμφωνα με κάποιες μαρτυρίες, συγγενείς του, αντιλαμβανόμενοι τι θα επακολουθούσε, τον κλείδωσαν μέσα. Εκείνος φεύγει, σύμφωνα με τις ίδιες μαρτυρίες από ένα παράθυρο και επιστρέφει, οπλισμένος, στην πλατεία.

Ο Καλομοίρης, οπλισμένος, είναι εκεί. Οπως και ο πατέρας του, ο 63χρονος μαντιναδολόγος- κεφάλαιο για την κρητική λαογραφία- ο Λευτέρης Καλομοίρης. Ο πατέρας μπαίνει στη μέση για να προλάβει το κακό. Τρώει τη σφαίρα που προοριζόταν για τον γιο του. Σωριάζεται νεκρός. Ο Μανώλης Καλομοίρης πυροβολεί. Επτά- οκτώ φορές και σκοτώνει τον Ξυλούρη. Μια σφαίρα παίρνει ξώφαλτσα στο πόδι έναν χωριανό που επιχείρησε να σταματήσει το σκοτωμό. Ο 30χρονος Καλομοίρης εξαφανίζεται και παραδίδεται στις αρχές περίπου 14 ώρες αργότερα.

Στο μεταξύ έχει σημάνει γενικός συναγερμός. Στα σπίτια των νεκρών επικρατεί ο θρήνος και το μοιρολόι, στην αστυνομία επικρατεί αναβρασμός, από το φόβο της αντεκδίκησης. Οι οικογένειες στα βάθη των αιώνων σε ό,τι αφορά τις βεντέτες είχαν λειτουργήσει ως μικρός στρατός. Οι οικογένειες στην προκειμένη περίπτωση είναι μεγάλες.

Η βεντέτα στην ιστορία της Κρήτης

Η αυτοδικία στην Κρήτη ανάγεται στα μινωικά χρόνια, όπως επεσήμαινε ο αείμνηστος δικηγόρος και συγγραφέας, Δημήτρης Ξυριτάκης, ο οποίος είχε μελετήσει όσο κανένας άλλος την κρητική βεντέτα (η λέξη προέρχεται από το λατινικό vendico/ εκδικούμαι).

Ο Ξυριτάκης είχε καταγράψει στο βιβλίο του «Λόγω Τιμής» (εκδ. Μελάνι, 2011) τη μακρά ιστορία της βεντέτας στο νησί. Η φράση “μόνο σαν πάθει ό,τι ‘καμε, δίκη σωστή θα γίνει”, αποδίδεται στον μυθικό Ραδάμανθυ.

Το πένθος αντί πένθους αποτέλεσε τη βάση του εθιμικού ποινικού δικαίου της Κρήτης και έφτασε περίπου έως σήμερα- με τη βεντέτα να φθίνει τις τελευταίες δεκαετίες. Μάλιστα, μιλώντας στον ΘΕΜΑ 104,6 ο πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Ηρακλείου Αρης Ροζάκης, επισήμανε ότι το διπλό φονικό είναι πρωτόγνωρο για τα Ανώγεια. Οπως είπε, «στο χωριό δεν υπήρχαν τέτοιες υποθέσεις. Οι οικογένειες έχουν σχέσεις μεταξύ τους, συνδέονται με κουμπαριές και συμπεθεριά, κοινωνικές σχέσεις που λειτουργούν ως γέφυρες και δημιουργούν οιωνεί συγγενικούς δεσμούς».

Οι σαστάδες

Ο κ.Ροζάκης μάλιστα, εξέφρασε την ελπίδα ότι η υπόθεση μπορεί να λήξει εδώ με τη συνδρομή των «σαστάδων», των διαμεσολαβητών, δηλαδή, ανάμεσα στις δύο πλευρές. Οι «σαστάδες» διαχρονικά αναλάμβαναν ρόλο ισορροπιστών και ειρηνοποιών, έκαναν το «σασμό». «Ελπίχω ότι θα λήξει εδώ», είπε ο κ.Ροζάκης. «Υπάρχουν στα Ανώγεια αξιοσέβαστοι άνθρωποι, που έχουν το κύρος και την προσωπικότητα να μεσολαβήσουν και να γίνει αυτό που λέμε “σασμός”». Σύμφωνα με μία ερμηνεία των “κανόνων” της βεντέτας», όπως λέει ο κ.Ροζάκης, με δεδομένο ότι κάθε οικογένεια έχει από έναν νεκρό, είναι πιθανό όλα να λήξουν εδώ.

Οι άγραφοι κανόνες και οι πιο αιματηρές βεντέτες

Η βεντέτα πάντως, είχε πάντα, τους κανόνες της. Στόχος της αντεκδίκησης δεν ήταν ποτέ γυναίκες και παιδιά, ούτε αδύναμο πρόσωπο από μια οικογένεια, αλλά πάντα ο ανθός της, ο καλύτερος της γενιάς.

Ο κανόνας πάντως δεν τηρήθηκε πάντα- με κορυφαίο παράδειγμα τη βεντέτα στα Βορίζια, μια από τις πλέον αιματηρές, που εκτυλίχθηκε το 1956 και μέσα σε λιγότερα από τρεις ώρες σκοτώθηκαν πέντε άνθρωποι και τραυματίσθηκαν -ακρωτηριάσθηκαν από χειροβομβίδα άλλοι δεκατέσσερις.

Η πλέον αιματηρή βεντέτα ωστόσο, ήταν εκείνη ανάμεσα στους Σαρτζετάκηδες και τους Πεντάρηδες που ξεκίνησε στα Χανιά μέτρησε πάνω από 110 νεκρούς και έκλεισε όταν ο τότε βουλευτής του ΠΑΣΟΚ Ευτύχης Πεντάρης ψήφισε Πρόεδρο της Δημοκρατίας τον Χρήστο Σαρτζετάκη: Είχε προηγηθεί παρέμβαση προς τούτο από τον Ανδρέα Παπανδρέου.

Μαντινάδες

Το φευγιό των νέων ανθρώπων από τα χωριά και η μόρφωσή τους -κυρίως από τα ορεινά όπως κυρίως γεννούσαν υποθέσεις αντεκδίκησης- έκανε την αντίληψη ότι το αίμα πληρώνεται με αίμα να ξεθωριάζει με τα χρόνια. Εως και μερικές δεκαετίες, πίσω όμως, ο εκδικητικός φόνος γινόταν σκοπός ζωής. Καταγράφεται, μάλιστα, μαντινάδα με τον όρκο μιας εγκύου που δολοφονήθηκε ο άνδρας της:

«Με την καρδά σου αγάπουνε, με τη μιλιά σου εμίλου, όπου φωτιά στο σπίτι του, που σ’ έφαγε του σκύλου. Μη μου βαρυσκοτίζεσαι νεκρό μου κυπαρίσσι κι αυτός που θα σ’ εκδικηθεί, στο σπλάχνο μου σταλίσει».

Το παιδί της, από την κοιλιά της κιόλας, προοριζόταν να εκδικηθεί για το φόνο του πατέρα του! Αλλωστε, ένα βασικό στοιχείο της αντεκδίκησης ήταν ότι δεν βιαζόταν κανείς για να την κάνει πράξη: Η πρόθεση δηλωνόταν άμεσα, με τα μαύρα πουκάμισα, τα αξύριστα γένια, αλλά ακόμη και τα βαμμένα μαύρα μπαστούνια των γηραιότερων της οικογένειας που γύρευε εκδίκηση, αλλά ο εκδικητικός φόνος μπορούσε να λάβει χώρα χρόνια μετά- ακόμη κι αν ο στόχος άλλαζε τόπο κατοικίας- έχει συμβεί να δολοφονούνται άνθρωποι εκεί όπου είχαν καταφύγει, μακριά από την Κρήτη.