ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Αρρωστημένες ιστορίες αγάπης- Ιστορίες αγάπης που συγκλόνισαν την παγκόσμια κοινή γνώμη

 Εγχώρια και διεθνή παραδείγματα αγάπης δίχως όρια και δίχως λογική…

Ούτε ο θάνατος δεν θα μας χωρίσει

Παράφορος θα μπορούσε σίγουρα να χαρακτηριστεί ο έρωτας του Count Carl Von Cosel, γερμανού γιατρού, με την 20χρονη κουβανέζα ασθενή του, ονόματι Elena Hoyos. Η Elena γνωρίστηκε με τον Carl όταν, πάσχοντας από φυματίωση, νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο που εκείνος εργαζόταν. Παρόλο που ο Carl δοκίμασε σχεδόν όλες τις θεραπείες της εποχής για να την σώσει, η κατάσταση της επιδεινωνόταν μέρα με τη μέρα μέχρι που στις 25 Οκτωβρίου του 1931 απεβίωσε.

Ο Carl όμως φάνηκε πως είχε προετοιμαστεί κατάλληλα για το γεγονός. Μετά τον θάνατό της απέσπασε την συναίνεση των γονιών της για να αναλάβει την ταφή της Elena σε ένα μαυσωλείο. Εκείνοι συμφώνησαν χωρίς να γνωρίζουν πως ο ίδιος είχε τα κλειδιά και σκόπευε να την επισκέπτεται κάθε βράδυ. Τον πρώτο χρόνο που ακολούθησε τον θάνατό της, δεν υπήρξε βράδυ όπου ο Carl δεν επισκέφτηκε το πτώμα της νεκρής αγαπημένης του.

Οι συνθήκες βέβαια μπορούσαν να γίνουν καλύτερες. Έτσι αποφάσισε να μεταφέρει την Ελένα στο σπίτι του. Την μετακίνησε μυστικά στο σπίτι του, έντυσε το πτώμα με νυφικό και κάλυψε τα σημεία της σάπιας σάρκας με κερί και γύψο με σκοπό να βελτιώσει την όψη της. Όσο για την μυρωδιά φρόντιζε να περιλούζει την σωρό της ανά τακτά χρονικά διαστήματα με άρωμα ώστε να μπορούν να συμβιώνουν αρμονικά… Για εφτά χρόνια ο Carl κοιμόταν στο ίδιο κρεβάτι με την νεκρή Elena. Όταν εντέλει η αδερφή της Ελένης υποπτεύθηκε τι είχε συμβεί, ο Carl συνελήφθη. Παρόλα αυτά η αστυνομία δεν προχώρησε περαιτέρω την υπόθεση εφόσον το αδίκημα είχε πλέον παραγραφεί. Το πτώμα της νεκρής ερωμένης μεταφέρθηκε και κάηκε σε μυστική τοποθεσία σε περίπτωση που ο Carl είχε σκεφτεί κάποιο ευφάνταστο κόλπο για να το σώσει. Όσο για τον Carl έγινε σχεδόν διάσημος ενώ πολλοί ήταν εκείνοι που θέλησαν να επισκεφτούν την κρεβατοκάμαρα που φιλοξένησε αυτή την ατελείωτη κυριολεκτικά ερωτική ιστορία. Τα χρόνια που ακολούθησαν τον αποχωρισμό τους, έγραψε την αυτοβιογραφία του με τίτλο Φανταστικές Περιπέτειες το μυστικό του τάφου της Elena.

Τα όμοια έλκονται…

Μια ακόμα παράξενη ιστορία που αγγίζει τα όρια του αστικού μύθου είναι εκείνη της Blanche Dumas η οποία γεννήθηκε στο Παρίσι τον 19ο αιώνα με τρία πόδια, τέσσερα στήθη και δύο κόλπους. Καθένας θα μπορούσε να σκεφτεί ότι αυτό θα ήταν πρόβλημα για την μετέπειτα ερωτική ζωή της αλλά η πραγματικότητα εξελίχθηκε διαφορετική. Για την ακρίβεια έγινε ακριβώς το αντίθετο καθώς η Blanche μετατράπηκε σε εταίρα την οποία όλοι θέλησαν έστω και μια φορά να επισκεφτούν. Όντας γύρω στα 30 η Blanche άκουσε πως δεν ήταν η μόνη που παρουσίαζε αυτή την ξεχωριστή γενετική ανωμαλία. Ο Juan Baptista dos Santos, γεννημένος στην Πορτογαλία το 1843 είχε εξίσου τρία πόδια και κατά συνέπεια δύο μόρια. Τα γενετικά όργανά και των δύο ήταν απολύτως λειτουργικά. Αν και οι δυο τους δεν ενώθηκαν τυπικά με τα δεσμά του γάμου, ο ένας βρήκε στον άλλο το ιδανικό ταίρι…

Η αγάπη είναι τυφλή

Ήταν το 1959 όταν ο νεοϋυορκέζος Bert Rugach ερωτεύτηκε παράφορα την Linda Riss. Λίγο καιρό αφότου ο Bert συνδέθηκε με την κατά πολύ νεότερή του Linda, εκείνη ανακάλυψε πως είναι παντρεμένος έχοντας μάλιστα κι ένα παιδί. Έτσι αποφάσισε να τον εγκαταλείψει. Ανίκανος να δεχτεί την απώλεια, ο οργισμένος και απελπισμένος Bert προσέλαβε τρεις άντρες με σκοπό να της επιτεθούν. Μόλις εκείνη εμφανίστηκε στην πόρτα του σπιτιού της οι τρεις άντρες της πέταξαν στο πρόσωπό οξύ. Το αποτέλεσμα ήταν η Linda να τυφλωθεί από το ένα μάτι και το πρόσωπό της εν μέρει να παραμορφωθεί. Παρόλο που την επίθεση δεν είχε πραγματοποιήσει ο ίδιος ο Bert οι αρχές τον συνέλαβαν ως τον βασικό ύποπτο και στη δίκη που ακολούθησε καταδικάστηκε σε 15ετή φυλάκιση ως ηθικός αυτουργός της βίαιης πράξης. Κατά την απολογία του υπέδειξε ως κίνητρο της απεχθούς πράξης του την αληθινή αγάπη. Βέβαια αργότερα θα διευκρίνιζε  «αφού δεν μπορώ να την έχω εγώ δεν θα την έχει κανένας άλλος».

Μετά την καταδίκη του Bert , η Linda προσπάθησε να ξαναφτιάξει τη ζωή της. Σε κάθε προσπάθεια όμως η αποκρουστική όψη του άλλοτε αψεγάδιαστου προσώπου της καθώς και των ματιών της όταν έβγαζε τα μαύρα γυαλιά που μόνιμα έκτοτε φορούσε, έτρεπε κάθε υποψήφιο σε φυγή. Η επικοινωνία τους αποκαταστάθηκε μέσω του δικηγόρου του Bert όταν η Linda, ανίκανη πλέον να εργαστεί, δέχτηκε ένα είδος διατροφής που της έστελνε ο Bert μέσα από την φυλακή. Τόσο η διατροφή όσο και τα μακροσκελή γράμματα αγάπης δεν σταμάτησαν μέχρι και την αποφυλάκισή του το 1974. Έκτοτε οι δυό τους ενώθηκαν με τα δεσμά του γάμου και έζησαν μαζί μέχρι το θάνατο του Bert. Λίγα χρόνια πριν το θάνατο της Linda, το 2013, η τρελή αγάπη τους, έγινε βιβλίο και ντοκιμαντέρ με αυτόν ακριβώς τον τίτλο… (Crazy Love).

Παντρεύτηκα τον δολοφόνο της αδερφής μου

Ανάστατοι και κάθετα αντίθετοι παρουσιάστηκαν οι συγγενείς της Edith Casas όταν αποφάσισε να παντρευτεί τον αγαπημένο της Victor Cingolani. Ο λόγος ήταν πως ο Victor είχε καταδικαστεί σε 13 χρόνια φυλάκιση, ως συναυτουργός στη δολοφονία της αδερφής της Edith, Joanna, το 2010. Ο γάμος τελέστηκε ανήμερα του Αγίου Βαλεντίνου στην πόλη Pico Trucande της νότιας Αργεντινής, εκεί όπου η Joanna είχε δεχτεί δυο πυροβολισμούς στο κεφάλι λίγο πριν τα εικοστά της γενέθλια. Λίγους μήνες νωρίτερα οι γονείς της νύφης είχαν kαταφέρει να αναβάλουν το γάμο μετά από αίτημα τους στους δικαστές να εξεταστεί η ψυχολογική ισορροπία της Edith. Αφού διαπιστώθηκε πως η κόρη τους είχε σώας τας φρένας, οι γονείς της, την αποκλήρωσαν και στο μυστήριο παρευρέθησαν μόνο οι συγγενείς του γαμπρού.

Μετά την σύντομη τελετή οι νεόνυμφοι αναγκάστηκαν να βγουν από την πίσω πόρτα, σχεδόν μεταμφιεσμένοι ώστε να αποφύγουν το εξαγριωμένο πλήθος που τους περίμενε με πέτρες και αυγά ανά χείρας. Σε δηλώσεις που έκανε ο γαμπρός στην εφημερίδα Independent λίγο μετά την τέλεση του μυστηρίου έλεγε χαρακτηριστικά «Παντρεύτηκα την Edith γιατί την αγαπούσα. Δεν ήξερα ότι αυτή η πράξη θα συγκέντρωνε το παγκόσμιο ενδιαφέρον». Μέχρι και σήμερα  νύφη και γαμπρός ισχυρίζονται πως ο τελευταίος δεν συμμετείχε στην δολοφονία του άτυχου κοριτσιού, αφού όπως υπογραμμίζει η Edith : «Ο Victor δεν ήταν ποτέ ένας βίαιος άντρας, δεν είμαι τρελή, απλά αγαπιόμαστε»…

Ο έρωτας τρελαίνει

Ήταν το 1987 όταν τα ελληνικά πρωτοσέλιδα καταλάμβανε η είδηση πως ο φοιτητή της ΑΣΟΕΕ, Παναγιώτης Φραντζής, συνελήφθη για τον φόνο της γυναίκας του, Ζωής Γαρμανή. Τα δημοσιεύματα έκαναν λόγο για έναν παράφορο έρωτα με τραγική για τους πρωταγωνιστές του κατάληξη. Η Ζωή σύμφωνα με την ομολογία του Φραντζή, χτύπησε θανάσιμα στο κεφάλι κατά τη διάρκεια έντονης συζυγικής διαμάχης που εξελίχτηκε σε πάλη. Αιτία για κάποιους ήταν η ζήλια. Για να αποφύγει την κατηγορία του μη προσχεδιασμένου φόνου ο Φραντζής, είχε τεμαχίσει το άψυχο σώμα της συζύγου σε δεκαέξι κομμάτια τα οποία και είχε πετάξει σε απομακρυσμένους κάδους απορριμμάτων. Ένας ρακοσυλλέκτης ήταν εκείνος που ανακάλυψε τις σακούλες με το διαμελισμένο πτώμα και μια απόδειξη από κρεοπωλείο της περιοχής όπου διέμενε το ζευγάρι, έγινε η αιτία για την αναγνώριση του πτώματος, μιας και ο δολοφόνος είχε φροντίσει να παραμορφώσει το κεφάλι του θύματος ώστε να μην αναγνωρίζεται. Οι τότε εκθέσεις των ιατροδικαστών διίσταντο, η μια υποστήριζε την κατάθεση του Φραντζή, ότι η Γαρμανή πέθανε από τραυματισμό στο κεφάλι, η άλλη υποδείκνυε στραγγαλισμό. Το σίγουρο είναι πως η κατάσταση στην οποία βρέθηκε το άψυχο σώμα της κοπέλας δεν διευκόλυνε την ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη.

Ο Φραντζής εξέτισε την ποινή της ισόβιας κάθειρξής του σε διάφορα σωφρονιστικά καταστήματα. Συγκρατούμενοί του μαρτυρούσαν έναν άνθρωπο που για τα τρία πρώτα χρόνια βρισκόταν σε άλλο κόσμο, προσπαθώντας μάλιστα να αυτοκτονήσει. Έγραφε μουσική την οποία αφιέρωνε στη «Ζωή». Μπαίνοντας αργότερα σε καθεστώς ειδικών εκπαιδευτικών αδειών με σκοπό να ολοκληρώσει τις σπουδές του στην ΑΣΟΕΕ, οι συμφοιτητές του έκαναν λόγο για ένα άκρως κοινωνικοποιημένο άτομο που δύσκολα συνδεόταν με το συζυγοκτόνο που άφησε εμβρόντητη την κοινή γνώμη με την φρικαλεότητα των πράξεων του. Χάρη στην επαινετή συμπεριφορά του από σειρά διευθυντών φυλακών, σωφρονιστικών υπαλλήλων και κοινωνικών λειτουργών, ο Φραντζής κατάφερε να αποφοιτήσει αλλά και να αποφυλακιστεί, κατά την 6 σε σειρά αίτηση του, μετά από 18 χρόνια εγκλεισμού. Ακόμα και σήμερα πολλοί κάνουν λόγο για τα τραγούδια που συνεχίζει να γράφει για τη Ζωή…

Ο φιλεύσπλαχνος δολοφόνος

Μια ιδιαίτερη περίπτωση, που κατέλαβε τους τίτλους στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων είναι αυτή του 40χρονου Ματθαίου Μονσελά, ο οποίος τον Οκτώβριο του 1994, σκοτώνει την συνομήλικη του Γιόλα Βαγενά «μετά από δική της παρότρυνση», όπως θα ομολογήσει κατά την κατάθεσή του. Τα δημοσιεύματα της εποχής μιλούν για φόνο από ανθρωπιστικούς λόγους καθώς σύμφωνα με τις μαρτυρίες του δολοφόνου το θύμα αδυνατώντας να διαχειριστεί την εξωσυζυγική σχέση του άντρα της τον εκλιπαρούσε να την σκοτώσει. Άλλοι κάνουν λόγο για πράξη αγάπης από πλευρά του θύτη. Θύτης και θύμα πραγματοποιούν τακτές συναντήσεις όπου συζητούν τα προβλήματα που αντιμετώπιζε εκείνη την εποχή η Βαγενά. Σε κάποιες από αυτές κάνουν βόλτες με το αυτοκίνητο, προβάροντας από κοινού το σχέδιο της δολοφονίας της, μέχρι τη μοιραία βόλτα που το σχέδιο εφαρμόζεται.

Ο μέχρι εκείνη τη στιγμή φιλήσυχος Μονσελάς καταδικάζεται σε κάθειρξη 12 χρόνων και 9 μηνών, ενω΄ο ίδιος χαρακτηρίζει την απόφασή του δικαστηρίου για την ποινή που του επέβαλε «πολύ σωστή». Αφού εκτίει τα 3/5 της ποινής του αποφυλακίζεται και συνεχίζει να ζει απομονωμένος από όλους με μόνη συντροφιά αδέσποτα ζώα της περιοχής.

«Πέθανα τη στιγμή που τον σκότωσα»

«Πέθανα τη στιγμή που τον σκότωσα» ήταν η φράση της Κάτιας Γιαννακοπούλου, της γυναίκας που σκότωσε εν ψυχρώ τον αρχιμανδρίτη Άνθιμο. Η ιστορία της δολοφονίας χαρακτηρίστηκε από τα πρωτοσέλιδα της εποχής ως ο επίλογος μιας ολέθριας ερωτικής σχέσης. Τον Ιούλιο του 1997, φορώντας μια ξανθιά περούκα και μαύρα γυαλιά, περίμενε έξω από την πολυκατοικία που διέμενε ο αρχιμανδρίτης στη Νέα Σμύρνη. Την ώρα που εκείνος κατευθυνόταν προς το τζιπ του έβγαλε το περίστροφο και τον πυροβόλησε 7 φορές. Η υπόθεση που πολιτογραφήθηκε ως έγκλημα πάθους θα μείνει στα δικαστικά χρονικά και για τα λόγια που χρησιμοποίησε η Κάτια Γιαννακοπούλου κατά την απολογία της: «Αν ήταν δυνατόν να τον αναστήσω με πέντε φιλιά ποτισμένα από το αίμα της μετανιωμένης μου καρδιάς, θα το είχα ήδη κάνει».

Η πρωτόδικη απόφαση για την Κάτια επέβαλε ποινή κάθειρξης 20 ετών αλλά το Μεικτό Ορκωτό Εφετείο των Αθηνών, μη αναγνωρίζοντας τα δύο ελαφρυντικά, του πρότερου έντιμου βίου και αυτό της ανάρμοστης συμπεριφοράς του θύματος απέναντί της, της επέβαλετην ισόβια κάθειρξη. Η Κάτια μετά την αποφυλάκισή της επέστρεψε στην οικογένεια της αποφεύγοντας τα φώτα της δημοσιότητας.

 newsbeast.gr