ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

 Εκείνα τα κονάκια του Μεγάλου Κάστρου! “Τουρκόπολη πέρα για πέρα κι ανατολίτισσα χανούμ το παλαιό Μεγάλο Κάστρο του 1900, ίσαμε το 1920.

 

Από το Δημήτρη Σάββα

Τα στενοσόκακά του με τα φιδωτά καλντιρίμια δεν τ’ άφιναν να ξαπλώνανε πέρα από το μέσα μέρος της επιχωμάτωσής τους, τα ψηλά Βενετσιάνικα μπεντένια.

Από το ’να μέρος των καλντεριμιών και τ’ άλλο στέκονταν τα πιο πολλά μονοτάβανα, χαμηλόσκεπα με τις στρογγυλές τους πορτούλες σκοτεινά κι ανήλιαγα, τα μικρόσπιτά τους.

Πού και πού υψώνονταν ανάμεσά τους και τα μεγάλα κονάκια με τα καφασσωτά τους κιόσκια των Τούρκων Μπέηδων και των Αγάδων. Εικοσιπέντε χιλιάδες Χριστιανοί και Τούρκοι ήτανε το ψυχομέτρι που το κατοικούσανε. Τα ίδια ήτανε και τα τσαρσά τα ντουκιάνια του Κάστρου, στενόμακρα, μονοτάβανα, λεπιδοχωματοσκέπαστα, χτισμένα δίχως ρυθμό και σχέδιο απάνω στα πεζοδρόμιά τους.

Οι δρόμοι των τσαρσών ήτανε πλακόστρωτοι. Σε ορισμένη απόσταση του δρόμου από τη μια άκρη στην άλλη των τσαρσών το μάκρος, ήτανε και τα στρογγυλοχτισμένα μικρά συντριβάνια που στο νερό τους έσβυναν τη δίψα τους οι αθρώποι και τα ζα.

Πάνω από τις στέγες των τσαρσών και των μαχαλάδων όρθωναν τα τζαμιά με το ύψος των μιναρέδων τους και τα δυο καμπαναριά της μεγάλης εκκλησίας τ’ Αγίου Μηνά καταμεσής στην πολιτεία.

Ο κεντρικώτερος δρόμος που ’σκιζε στη μέση το πλάτος του Κάστρου, ήτανε αυτός που είναι και σήμερα. Ξεκινούσε απ’ τα δυτικά της πολιτείας, που ’τανε η Βενετσάνικη πόρτα των Χανιών, κι έφτανε ως τσοι Τρεις Καμάρες. Σ’ αυτό το μάκρος εσυναντούσαμε τα τσαρσά του Γενί – Τζαμί, του Καμαράκι ή Σιβρί – Τσεσμέ, της Πλαθιάς Στράτας, του Μεϊντανιού και του μεγάλου Κισλά (στρατώνα). Απο το Μεϊντάνι, δεξιά, καθώς κοιτάμε για τις Τρεις Καμάρες, ξεκόβανε τρεις ακόμη δρόμοι. Ο πρώτος ήτανε το τσαρσί τα Μουτάφικα (σχοινάδικα), τα μπιτσαξίδικα (μαχαιράδικα), τα γιατράδικα, τα ντερμιτζίδικα (σιδεράδικα), η μικρή πλατεία, πού ’τανε της Μουρνιάς ο καφενές, με τη λίγο παραπάνω άλλη πλατεία του Χεϊτάν Ογλού εξέκοβε και το καινούργιο τσαρσί με τα ντουκιάνια ντου, στο δρόμο που ’ναι σήμερο τα ψαράδικα”.

***

Μ’ αυτό τον τρόπο μας περιγράφει, ποιός άλλος από τον μπαρμπέρη λογοτέχνη Μανόλη Δερμιτζάκη, την πολιτεία του Μεγάλου Κάστρου, το σημερινό Ηράκλειο. Ο ίδιος, σε κάποιο άλλο σημείο του βιβλίου του, μας λέει για τους μαχαλάδες της πόλης, τις γειτονιές δηλαδή και τα ψηλά κονάκια, τόσο των πλουσίων Χριστιανών, αλλά και των Τούρκων Μπέηδων αλλά και για τα τζαμιά, τους τεκέδες και εκείνα τα χαμηλοτάβανα φτωχόσπιτα που τα συναντούσε σε κάθε γειτονιά. Και όλα αυτά είχαν τη δική τους ομορφιά, τον δικό τους χαρακτήρα, τους δικούς τους ρυθμούς όσον αφορά την αρχιτεκτονική τους δομή. Στο σημερινό μας πόνημα θ’ ασχοληθούμε μ’ αυτά τα Οθωμανικά σπίτια, “τα σπίτια του Οσμάν Τσάμη” όπως θα μας έλεγε και ο Νικόλαος Σταυρινίδης, σύμφωνα με κάποιο άρθρο που ο ίδιος είχε γράψει σε συνέχειες στην εφημερίδα “ΠΑΤΡΙΣ” στις 10 Απριλίου 1964:

“Τότε, μετά τον σεισμό του 1856 και στα μετέπειτα χρόνια, με το χτίσιμο των σπιτιών σύμφωνα με τις διατάξεις του Αυτοκρατορικού Οικοδομικού Κανονισμού, άλλαξε πια όψη το Μ. Κάστρο. Δεν κατώρθωσα, δυστυχώς, παρ’ όλες τις έρευνές μου στους Κώδικες του Τουρκικού Αρχείου να βρω το κείμενο του Οικοδομικού αυτού Κανονισμού. Θα είχε φαίνεται αρκετά άρθρα και εδάφια. Γιατί όπως βλέπω στα τουρκικά πρακτικά του Δήμου Ηρακλείου, το 16ον άρθρον προέβλεπε το χτίσιμο των σπιτιών του Μ. Κάστρου και μάλιστα την εφαρμογή, του ύψους και του πλάτους των περίφημων “σιαχνισινιών”. Ήταν ένας ιδιαίτερος, με πολύ γραφικότητα αρχιτεκτονικός ρυθμός, ο ρυθμός αυτών των σιαχνισινιών. Έμοιαζε κατά πολύ στον τύπο των μακεδονικών σπιτιών και των αρχοντικών της Καστοριάς και της Ζαγοράς του Πηλίου. Πριν όμως προχωρήσω πάνω στο θέμα των σιαχνισινιών θέλω να πω δυο λόγια για την ετυμολογία και την σημασία της λέξης αυτής που με τον ομώνυμο αρχιτεκτονικό ρυθμό είχεν επικρατήσει πάρα πολύ στην Κρήτη και προ παντός στο Μ. Κάστρο κατά το δεύτερο ήμισυ του περασμένου αιώνα. Η λέξη Σιαχνισίν ή Σιαχνεσίν, είναι λέξις σύνθετος, παρμένη από τα περσικά”.

Το πρώτο συνθετικό από την προαναφερόμενη λέξη είναι το Σιάχ που σημαίνει στην Περσική γλώσσα τον βασιλιά, τον άνακτα ή τον μονάρχη, το Σάχη της Περσίας όπως θα θυμούνται οι παλαιότεροι αλλά και εμείς οι πιο νέοι. Αυτόν που αντικατέστησε ο Αγιατολάχ Χομεϊνί. Το δεύτερο συνθετικό σημαίνει καθήμενος, αυτόν που κάθεται δηλαδή. Σιαχνεσίν λοιπόν, σημαίνει το μέρος όπου κάθεται ο βασιλιάς, πρόκειται δηλαδή για το βασιλικό θρόνο. Ήταν δε τα σαχνισίνια ή σαχνισιά ένα είδος εξώστου στην πρόσοψη του κάθε σπιτιού με προβολή προς τα έξω και με ωραία καφασωτά παράθυρα. Ένα γωνιακό σπίτι μπορούσε να έχει απ’ αυτά και στις δύο πλευρές του δρόμου. Το όλο σύστημα αυτό των σαχνισικιών στηρίζονταν από το έξω μέρος του σπιτιού πάνω σε ξύλινους στύλους ή σε στηρίγματα από τσατμάδες, (άλλο σύστημα αρχιτεκτονικής κι αυτό) που ακουμπούσαν πάνω στην πρόσοψη του κάθε σπιτιού. Κατά κύριο λόγο τα σπίτια του Μεγάλου Κάστρου είχαν ανοικτούς εξώστες τα λεγόμενα “Χαγάτια” στην πρόσοψη και άλλα σπίτια είχαν τσατμαδένια σαχνισιά, τα οποία όπως προαναφέραμε προεξείχαν πάνω από τα Καστρινά πλακόστρωτα σοκάκια, δίνοντας στην πόλη ένα ιδιαίτερο ανατολίτικο χαρακτήρα. Αρκετά σπίτια ήταν περιφραγμένα με ψηλούς λιθόκτιστους μανδρότοιχους, οι οποίοι είχαν βαλθεί να προστατεύσουν την ιδιωτική ζωή των κατοίκων από τα αδιάκριτα βλέμματα των περαστικών και προσέδιδαν σ’ αυτά ένα τόνο εσωστρέφειας, ένα από τα πιο χαρακτηριστικά γνωρίσματα όλων των τουρκοκρατούμενων πολιτειών. Πρέπει ν’ αναφέρουμε ότι οι πλούσιες κατοικίες αυτής της περιόδου διακρίνονται σε δυο μεγάλες κατηγορίες, στα πυργόσπιτα που κυριαρχούν στην ύπαιθρο κυρίως και στα κονάκια που υπάρχουν στις πόλεις.

Στην εσωτερική διακόσμηση κυρίαρχη θέση παίρνουν οι διάφορες ξυλοκατασκευές: οι ξύλινες μεγάλες ντουλάπες (μουσάντρες), οι φεγγίτες με τα χρωματιστά υαλοστάσια, τα μιντέρια, τα περίτεχνα διακοσμημένα ταβάνια. Τους τοίχους στολίζουν τοιχογραφίες με γοητευτικά θέματα και έντονα χρώματα.

Τα κονάκια των Οθωμανών αξιωματούχων και γαιοκτημόνων κατασκευάζονται ήδη από τους πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας σε ολόκληρη την Τουρκική επικράτεια.

Ο πάντα επίκαιρος και διαχρονικός κ. Μαρίνος Ιδομενέως στο μοναδικό κρητικό γλωσσάρι κάνει λόγο για το κονεύω ή κονεύγω αλλά και για το κονάκι. Το κονεύω σημαίνει φιλοξενώ. “Ποιός θα σε κονεύσει τέτοια ώρα που θα φτάσεις;”, ακούγεται και σήμερα από πολλούς μεγαλύτερους φυσικά στην ηλικία. Αλλά ας επανέλθω στις ωραίες μαντινάδες όπως μας τις δίδει από το πόνημά του ο κ. Ιδομενέως:

“Στο σπίτι σου δεν ήθελες

ποτές να με κονέψεις

ίσαμε που κατάφερες

στην άλλη να με πέψεις” και

“Στο σπίτι μου σε φώνιαξα

να κάνομε κονάκι

να μην μου ξαναφύγεις μπλιό

γλυκιό μου κακαντράκι”.

Πηγή πληροφοριών για την πόλη μας εκείνη την εποχή είναι η Χωρογραφία της Κρήτης που συντάχθηκε το 1918 και αναφέρεται στα σπίτια και στους κοινόχρηστους γενικά χώρους: “Τα οσπήτια των μεν Χριστιανών εισί περίπου 4.000, των δε Οθωμανών περίπου 8.000, δέκα τα των Αρμενίων και έως 10 των Εβραίων. Έστι δε και ένα Κονσουλάτον των Γερμανών”.

Βεβαίως η πληροφορία για την ύπαρξη Γερμανικού Κονσουλάτου είναι ανακριβής, αφού το Κονσουλάτο, δηλαδή το Προξενείο, είναι Γαλλικό, αλλά και ο αριθμός των κατοικιών είναι σίγουρα υπερβολικά μεγάλος. Ωστόσο η εικόνα που αποκομίζει κανείς για το Μ. Κάστρο της εποχής, είναι ότι πρόκειται για μια ζωντανή και πολεοδομικά συγκροτημένη πόλη.

Η Ελένη Καρατζίκου, συνεργάτης της Βικελαίας Δημοτικής Βιβλιοθήκης στο πρόγραμμα των μεταφράσεων των σπουδαίων εγγράφων του Τούρκικου Αρχείου Ηρακλείου, μας μιλάει κάπως διεξοδικά για τα σπίτια αυτά της πόλης μας:

“Όσον αφορά τα σπίτια της πόλης, αυτά μπορούμε να τα κατατάξουμε σε δυο βασικές κατηγορίες: στις μεγάλες ενετικές κατοικίες, όπου εγκαταστάθηκαν οι αξιωματούχοι της Τουρκικής Διοίκησης και βρίσκονταν στο κέντρο της πόλης και στο λιμάνι, και στα μικρότερα σπίτια των λαϊκών συνοικιών, όπου εγκαταστάθηκαν ανάμεικτα διάφορες πληθυσμιακές ομάδες. Οι ενετικές κατοικίες υπέστησαν ορισμένες εσωτερικές κυρίως επεμβάσεις προκειμένου να προσαρμοστούν στις συνήθειες και τις αισθητικές αντιλήψεις των Τούρκων. Έτσι άλλαξε η διαρρύθμιση των χώρων, καθώς το ισλαμικό σπίτι απαιτούσε την ύπαρξη γυναικωνίτη (haremlik) και ανδρωνίτη (Selamlik), αίθουσα υποδοχής (ivan hame, δωμάτιο του καφέ (ahve odasi) και λουτρό (hammam). Εξωτερικά πολλά από αυτά περιφράχθηκαν με ψηλούς τοίχους προκειμένου να διαφυλαχθεί η απομόνωση των γυναικών, όπως όριζε ο ισλαμικός νόμος. Για τον ίδιο λόγο τα παράθυρα στον πάνω όροφο διαμορφώθηκαν σε προεξέχοντες χώρους κλεισμένους με καφάσια (sehnisin), ενώ στο ισόγειο απλώς προφυλάχθηκαν για λόγους ασφαλείας με σιδερένια δικτυωτά. Τα μεγάλα αυτά σπίτια διέθεταν επίσης μαγειρεία, φούρνους, στάβλους, αποθήκες, αποχωρητήρια, δεξαμενές, στέρνες, πηγάδια και κήπους με κιόσκια και συντριβάνια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ενετικού κτηρίου που μετατράπηκε σε τουρκική κατοικία, αποτελεί το γνωστό επί Ενετοκρατίας Palazzo Capitan Grando (μέγαρο αρχιναυάρχου) που βρισκόταν στην ανατολική πλευρά της δουκικής εκκλησίας του Αγίου Μάρκου (Defterdar Camisi). Το διώροφο αυτό κτήριο αμέσως μετά την άλωση υπέστει διάφορες μετατροπές και προσθήκες προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία του defterdar Ebu Bekir Efendi. Ενδεικτική είναι η διαμόρφωση αιθουσών υποδοχής και καφέ, γυναικωνίτη και λουτρού. Από έγγραφο επίσης του 1671 μαθαίνουμε ότι στο κτήριο είχε προστεθεί και τρίτος όροφος.

Τα σπιτια των λαϊκών συνοικιών ήταν ισόγεια, ή διώροφα. Από το σύνολο των 136 σπιτιών που καταγράφηκαν τα 85 ήταν διώροφα και τα 50 ισόγεια. Ο αριθμός των δωματίων τους κυμαίνονταν κατά μέσο όρο από δύο έως τέσσερα βασικά δωμάτια για τα ισόγεια και τρία έως πέντε για τα διώροφα. Βοηθητικοί χώροι, μαγειρεία, φούρνοι και αποχωρητήρια υπήρχαν σε ελάχιστα σπίτια. Τα περισσότερα ωστόσο διέθεταν πηγάδια ή στέρνες και αρκετά είχαν και κήπο. Πολλά επίσης ήταν τα σπίτια που είχαν υποστεί κια τις μεγαλύτερες καταστροφές κατά τη διάρκεια της πολιορκίας. Για παράδειγμα σε έγγραφο του 4ου κώδικα που φέρει ημερομηνία 26-9-1672, διαβάζουμε ότι το turnaci basi Ibrahim Aga αγόρασε από τον αρχηγό των ντόπιων γενιτσάρων Suleyman Aga ένα οικόπεδο στη συνοικία του Αγίου Γεωργίου του Τουρλωτού. Το οικόπεδο που βρισκόταν δίπλα στα τείχη, κοντά στη Χανιώπορτα περιελάμβανε μια αυλή, ένα πηγάδι, μια δεξαμενή, οκτώ ερειπωμένα δωμάτια και μια εκκλησία. Είναι προφανές ότι τα οκτώ ερειπωμένα δωμάτια υποδηλώνουν την ύπαρξη μιας κατεστραμμένης οικίας. Για την εκκλησία ωστόσο δεν υπάρχει καμιά ένδειξη. Να υποθέσουμε ότι είχε καταστραφεί; Είναι το πιο πιθανό εφόσον και αυτή πωλείται μαζί με τα ερειπωμένα δωμάτια ως οικόπεδο και όχι ως κτίσμα”.

Ας πάρουμε όμως μια ιδέα από ορισμένα τέτοια σπίτια του Μ. Κάστρου, εκείνης της εποχής, που τα αρχιτεκτονικά τους στοιχεία σήμερα μας εντυπωσιάζουν πραγματικά! Τα κτίσματα αυτά παρουσιάζουν έντονα, αναφορές σε βαλκανικά αρχιτεκτονικά στοιχεία του 18ου και 19ου αιώνα. Κυρίως πρόκειται για διώροφα με κατασκευή από λιθοδομή στο ισόγειο, ενώ στο δεύτερο όροφο παρουσιάζουν τις προεξοχές που προαναφέραμε, στέγη κεραμοσκεπή και κουφώματα καρφωτά. Από το πρώτο μισό βέβαια του 20ου αιώνα και μέχρι τη δεκαετία του ’50 (μέσα αυτής περίπου), κτίζονται μικρές κατοικίες από απλούς ανθρώπους χωρίς αναφορές σε ιδιαίτερους αρχιτεκτονικούς ρυθμούς. Είναι μονοώροφα πλινθόκτιστα ή με τοίχους από τσατμά και μονόριχτη στέγη. Τοποθετούνται ελεύθερα στο χώρο του οικοπέδου, συνήθως γύρω από μια μικρή αυλή. Απαντώνται στην περιοχή της οδού Εφόδου, στη συνοικία της Αγίας Τριάδας, βόρεια του Προμαχώνα του Μαρτινέγκο, καθώς και στην περιοχή της Βίγλας. Θα επανέλθω όμως στο κυρίως θέμα μου που είναι η περιγραφή αλλά και η παρουσίαση ορισμένων εντυπωσιακών τούρκικων σπιτιών, αφού στην πόλη μας υπάρχουν αρκετά!


Το πρώην Κονάκι του Ρασίχ Ασπράκη, η σημερινή οικία Χρονάκη, είναι χτισμένο σε μια γειτονιά όπου στο τέλος του περασμένου αιώνα και στις αρχές του 20ου βρισκόταν συγκεντρωμένη η αριστοκρατία των Τούρκων και των Χριστιανών της πόλης: τη συνοικία του Σουλτάν Ιμπραχίμ όπως την έλεγαν οι Τούρκοι από το ομώνυμο τζαμί ή τη συνοικία “Κουτάλα” όπως την έλεγαν οι Χριστιανοί. Εκεί εγκαταστάθηκαν σε αρχοντικά με αυλές και περιβόλια ανάμεσα σε καλντερίμια και σοκάκια, εύπορες οικογένειες Χριστιανών ή Τούρκων αγάδων αλλά και άλλες σημαντικές δραστηριότητες της εποχής (το Αγγλικό Προξενείο, το Φράγκικο Σχολείο, το θέατρο, το Ροϊδη, το Καζίνο κ.α.). Με την πάροδο του χρόνου, καταδικασμένοι από την πολεοδομική εξέλιξη και τους οικοδομικούς κανονισμούς που επέβαλλαν τις “διανοίξεις των δρόμων”, τα καλντερίμια και τα σοκάκια διαπλατύνθηκαν και οι χώροι των περιβολιών… χτίστηκαν.

Το κονάκι του Ρασίχ Ασπράκη, η τωρινή “Οικία Χρονάκη” διατηρητέο και απαλλοτριωμένο από το 1969, είναι ένα από τα λίγα σπίτια της γειτονιάς που αντιστάθηκαν στην ισοπέδωση ή την “αξιοποίησή” τους.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις και συμπεράσματα που προκύπτουν από διάφορα δεδομένα, το σπίτι χτίστηκε μετά το μεγάλο καταστροφικό σεισμό του 1856 και αποτελεί τμήμα ενός μεγαλύτερου αρχοντικού. Σύμφωνα με μια εκδοχή ο Πασάς είχε εγκαταστήσει στο σπίτι μια κοπέλα την οποία την έλεγαν Εμινέ και συχνά – πυκνά την επισκεπτόταν.

Στις συμβάσεις αγοραπωλησίας, το ακίνητο περιγράφεται ως “ανταλλάξιμο” και αποτελούμενο από “πέντε ισόγεια δωμάτια, πέντε ανώγεια, ελαιαποθήκη, φρέαρ, τρεις αποθήκες, τέσσερας αυλάς, τρεις εξόδους, κήπον, λιθόκτιστον υδαταποθήκην και ημίσειαν μασούραν ύδατος” συνολικής εκτάσεως 1456 μ2, φαίνεται δε ότι το 1932, αποκτήθηκε εξ αδιαιρέτου από τους Ιωάννη Χατζη Κονόμου και Ευστράτιο Πέππα ύστερα από δημοπρασία προκηρυχθείσα από την Εθνική Τράπεζα. Το 1938 ο Ιωά΄·ννης Χατζή – Κόμνου μεταπώλησε το μερίδιό του, μέρος του οποίου αγοράστηκε από τον τελευταίο ιδιοκτήτη του σπιτιού, το Γιάννη Χρονάκη, ο οποίος μόνο το 1952, μετά από διανεμητήρια συμβόλαια, καταφέρνει να έχει στην κατοχή του το συγκεκριμένο τμήμα.

Ο ίδιος και η οικογένειά του με μεγάλες προσπάθειες, μέσα από τις καταστροφικές συνέπειες του πολέμου και τις πολεοδομικές εξελίξεις, κατάφερε να συντηρεί το σπίτι μέχρι το 1969. Γι’ αυτό ο Δήμος στην ευθύνη του οποίου περιήλθε η χρήση της οικίας, την καθιέρωσε με την ονομασία “Οικία Χρονάκη”. Δεν πρέπει να παραλειφθεί επίσης η αναφορά στην απεριόριστη φροντίδα και αγάπη των τελευταίων κατοίκων του σπιτιού του Νίκου και της Παγώνας Βασιλάκη.


Το υφαντήριο της Καστρινογιάννη στην οδό Ιδομενέως 17. Ένα μεγάλο σπίτι με σαχνισιά και με πλούσια αρχιτεκτονικά στοιχεία. Είχε επικρατήσει να λέγεται και κονάκι του Σαμή Μπέη.

Στην οδό Έβανς 24 είναι το κτήριο “Εφκάφι”. Αυτό το κτήριο είναι το ένα από τα δύο πρώτα δημόσια Τούρκικα κτίσματα που κατασκευάσθηκαν σύμφωνα με τις επιταγές του Νεοκλασσικισμού στην πόλη μας. Χτίστηκε γύρω στο 1878 για να στεγάσει την Υπηρεσία Εφκαφίων.

Τούρκικη Δημόσια Υπηρεσία που είχε στη δικαιοδοσία της όλα τα αφιερωμένα σε Φιλανθρωπικά Ιδρύματα κτήρια. Η Νεοκλασική διάρθρωση της πρόσοψης είναι σαφής. Άξονες συμμετρίας διέπουν την σύνθεση, γίνεται τονισμός του κεντρικού στοιχείου της εισόδου, τα ανοίγματα είναι υψόκορμα και γείσα, πεσσοί επίκρανα κλπ., χαρακτηρίζουν το σύνολο. Ενδιαφέρον μορφολογικό στοιχείο είναι οι ποδιές των παραθύρων του ορόφου όπου το επίχρισμα παίρνει τη μορφή καφασωτού – ανάμνηση της Οθωμανικής Αρχιτεκτονικής.

Το κτίσμα είναι εξαιρετικά κομψό και ενδιαφέρον δείγμα των πρώτων εφαρμογών του Νεοκλασικισμού στο Ηράκλειο στο οποίο χρησιμοποιήθηκαν και στοιχεία από την ευρύτατα τότε διαδεδομένη Βαλκανική αρχιτεκτονική.

Το περίφημο “Bon Marche” ήταν ιδιωτικό κατάστημα που ανήκε στους θιούς Χουσεϊν Μωχαρέμ Λιτσαρδάκη. Κτισμένο το 1892 στην οδό Αγίου Μηνά 8, αποτελεί ένα ενδιαφέρον δείγμα Τούρκικου κτηρίου όπου έχουν χρησιμοποιηθεί νεοκλασικά στοιχεία και στοιχεία της Βαλκανικής αρχιτεκτονικής με άρτιο αισθητικό αποτέλεσμα. Στο ισόγειο το χαρακτηριστικό και μεγάλου πλάτους χαμηλωμένο τόξο από πώρινους λαξευτούς αψιδόλιθους της εισόδου έχει συνδυστεί με τα Νεοκλασικά στοιχεία των θυρωμάτων και έχει επίκρανο και κλειδί τόξου με επιπεδόγλυφες διακοσμήσεις ανατολίτικης επιρροής.

Στην οδό Αποκορώνου 15 υπάρχει ένα άλλο θαυμάσιο δείγμα αυτής της αρχιτεκτονικής. Πρόκειται για το αρχοντικό του Μπέη Σεκεριά. Αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα Βαλκανικής αρχιτεκτονικής με σαφείς νεοκλασικές επιρροές. Η πρόσοψή του χαρακτηρίζεται από σαχνισί που στηρίζεται σε απλά μεταλλικά φουρούσια και είχε διακοσμητικά κολωνάκια στις ακμές του. Το σαχνισί στέφεται με αέτωμα πλαισιωμένο με σύνθετο ξύλινο γείσο. Το μέγεθος του κτηρίου, η διάρθρωση των χώρων του, η ποικιλία των μορφών των επί μέρους τμημάτων του και η υψηλή αισθητική αντίληψη που αποπνέει, το καθιστούν μοναδικό για το Ηράκλειο.


Επίσης το κονάκι του Μιρτζά Εφέντη, η Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή στην οδό Άλμπερτ 17.

Από τα πιο κομψά και ενδιαφέροντα κτίσματα της Βαλκανικής αρχιτεκτονικής της πόλης είναι το κονάκι του Μιρτζά Εφέντη που σήμερα αποτελεί ιδιοκτησία της Ιταλικής Αρχαιολογικής Σχολής. Αρχιτεκτονικά και μορφολογικά στοιχεία τόσο της Οθωμανικής αρχιτεκτιονικής όσο και του νεοκλασικισμού χαρακτηρίζουν το κτήριο. Στην πρόσοψη δεσπόζουν αφενός το Τούρκικο σαχνισί που υποβαστάζεται από καμπυλόκυρτα φουρούσια απλής μορφής και έχει διακοσμητικούς νεοκλασικούς ψευδοκίονες στις ακμές του, παράθυρα με καφασωτά και σύνθετα γείσα, αφετέρου η είσοδος του σπιτιού που έχει νεοκλασική διαμόρφωση. Η αυλή έχει επίστρωση με βοτσαλωτό δάπεδο.

Επίσης οι στρατώνες του Αγίου Γεωργίου που οικοδομήθηκαν το 16ο αιώνα και στέγαζαν 700 περίπου στρατιώτες. Αυτοί οι Βενετσιάνικοι στρατώνες καταστράφηκαν από σεισμό και στη θέση τους οι Τούρκοι έκτισαν καινούργιους, τους Κισλάδες το 1883. Το συγκρότημα που ήταν αρχικά ενιαίο, σήμερα αποτελείται από τρία τμήματα. Πρόκειται για τη σημερινή Νομαρχία και το Δικαστικό Μέγαρο. Στις μεταφράσεις του ο αείμνηστος Νικόλαος Σταυρινίδης κάνει λόγο για μια τριόροφη οικία στη συνοικία Δεφτεδάρ του Χάνδακα, εκεί που είναι σήμερα η Βασιλική του Αγίου Μάρκου. Αναφέρει λοιπόν:

Ο τέως Δεφτερδάρης Κρήτης Εμπού Μπεκήρ Εφένδης, διέμενεν εις τριόροφον οικίαν, κειμένην εν τη συνοικία Δεφτεδάρ Χάνδακος, ανήκουσα εις τον Δεφτερδάρην Αχμέτ Πασάν. Εις την οικίαν ταύτην είχεν επιφέρει διαφόρους επιδιορθώσεις, ανακαινίσεις και τροποποιήσεις ο Εμπού Μπεκήρ Εφένδης. Αιτείται νυν τον ακριβή υπολογισμόν και εκτίμησιν των υπ’ αυτού γενομένων επιδιορθώσεων. Μετέβησαν επί τόπου οι αρχιτέκτονες του Δημοσίου Buhari Mehmet dede και ο Σεφέρ, οίτινες υπελόγισαν ότι εδαπανήθησαν δια ταύτας 175.245 άσπρα.

Και συνεχίζει ο Νικόλαος Σταυρινίδης σ’ εκείνο το άρθρο του που προανέφερα στην εφημερίδα “ΠΑΤΡΙΣ” 10 Απριλίου 1964:

“Σύμφωνα λοιπόν με την διήγηση του δασκάλου Μαρκογιάννη, μίαν εποχή συγκεντρώθηκαν στα σπίτια του Οσμάν Τσάμη όλα τα ταραχοποιά τουρκικά στοιχεία και τα “μουρμούρια” του Μ. Κάστρου και κάνανε σύσκεψη να βάλουν μαχαίρι και να σφάξουν τους Ρωμιούς του Μ. Κάστρου. Στο σπίτι όμως του Οσμάν Τσάμη υπηρετούσε από τα μικρά της χρόνια μια Χριστιανή. Είχε γεράσει κι είχαν ασπρίσει τα μαλλιά της στην υπηρεσία της οικογένειας των Τσάμηδων και της είχε απόλυτη εμπιστοσύνη η οικογένεια. Την νύχτα που συνεδρίαζαν οι τρομοκράτες του Μ. Κάστρου στη μεγάλη αίθουσα “στον διβανχανέ” των σπιτιών του Οσμάν Τσάμη, η γριούλα Χριστιανή υπηρέτρια μπαινόβγαινε και τους έφερνε φωτιές στα “τσιμπούκια” των, στις μακριές καπνοσύριγγες, όπως συνήθιζαν τότε και τους πρόσφερνε διάφορα ποτά, γλυκά και σερπέτια. Έτσι μπαίνοβγαίνοντας πήραν τ’ αυτιά της γι’ αυτό που προετοίμασαν οι Τούρκοι για τους ομοεθνείς της. Και την ίδια νύχτα έτρεξε αμέσως η δύστυχη γριούλα με κίνδυνο της ζωής της στη Μητρόπολη. Εκεί εξέθεσε όλα όσα άκουσε στο σπίτι του Οσμάν Τσάμη”.

***

Αυτά ήταν τα Τούρκικα σπίτια της πόλης μας, τα κονάκια όπως τα έλεγαν οι παλιοί Καστρινοί, με τα χαμάμ, τα φουρούσια, τα σαχνισιά και τις μουσάντρες. Όσο για το ύψος και το πλάτος των σαχνισιών διακανονίζονταν από μια επιτροπή από το μηχανικό του Δήμου κι ένα σύμβουλο σύμφωνα με το 16ο άρθρο του Αυτοκρατορικού Οικοδομικού Συνεταιρισμού, έπειτα από επιτόπια εξέταση. Στα πρακτικά του Δήμου Ηρακλείου του 1871 βλέπουμε ότι η επιτροπή επήγε και εξέτασε το σπίτι μιας Μαρίας Ζγουραφοπούλας που καθόταν στη συνοικία Κετχουντά Βέη (Αγία Αικατερίνη). Το πλάτος του δρόμου όπου χτίζονταν το σπίτι ήταν 9.30 πήχες. Ο κανονισμός προέβλεπε ότι σε δρόμους πλάτους 8 πήχεων επιτρεπόταν η ανέγερση σαχνισιών που να έχουν πλάτος ένα πήχυ και το ύψος τους να αρχίζει 5 μέτρα από τη γη. Φυσικά η επιτροπή της έδωσε άδεια…

Αυτά! Τα όμορφα και ζεστά σπίτια του παλιού Ηρακλείου που σήμερα δεν περνούν απαρατήρητα από το μάτι του καθένα μας, έτοιμα και πρόθυμα να μας διηγηθούν ιστορίες με μπέηδες, με χανούμισσες, με υπηρέτες και υπηρέτριες εκείνου του παλιού καιρού.

Για το πόνημά μου αυτό ανέτρεξα στις Μεταφράσεις του Νικολάου Σταυρινίδη και σε κείμενο του ιδίου στην εφημερίδα “ΠΑΤΡΙΣ” της 10ης Απριλίου 1964, στο βιβλίο της κυρίας Χρυσούλας Τζομπανάκη με τίτλο: “Το Ηράκλειο εντός των τειχών”, στη Χωρογραφία της Κρήτης, στο βιβλίο του Μανόλη Δερμιτζάκη με τίτλο “Ανιστορήματα”, στο “Κρητικό γλωσσάριο” του κ. Μαρίνου Ιδομενέως καθώς και σε στοιχεία που εντόπισε στην ιστοσελίδα του Δήμου Ηρακλείου η συνάδελφός μου κυρία Ειρήνη Χατζάκη, την οποία και ευχαριστώ θερμά.

patris.gr