ΚΟΙΝΩΝΙΑΜΕΓΑΛΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ

ΕΛΛΗΝΕΣ SERIAL KILLERS: ΤΑ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΣΟΚΑΡΑΝ ΤΟ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ

 

 Από τον Αντώνη Δαγκλή στον Κυριάκο Παπαχρόνη

«Όταν την έπνιγα ένιωθα ωραία». Αυτά ήταν μόνο από τα όσα είπε κατά τη διάρκεια της ομολογίας του ο 35χρονος «Ορέστης» που κρατείται από τις Κυπριακές αρχές και φαίνεται να κρύβεται πίσω από τουλάχιστον δύο δολοφονίες γυναικών. Την ώρα που η Μεγαλόνησος παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα την αποκάλυψη της δράσης του 35χρονου οι αρχές προσπαθούν να εντοπίσουν τα ίχνη 20 ακόμα γυναικών που έχουν εξαφανιστεί τα τελευταία χρόνια.

Κατά συρροήν δολοφόνος – ή κατ’ εξακολούθηση ανθρωποκτόνος (serial killer) ονομάζεται στην επιστήμη της Εγκληματολογίας, ο εγκληματίας που έχει τελέσει τρεις ή περισσότερες ανθρωποκτονίες με πρόθεση, σε ξεχωριστούς τόπους τέλεσης, σε διαφορετικές χρονικές περιόδους.

Ο όρος «serial murderer» ήταν ο πρώτος που χρησιμοποιήθηκε σε κάποια εγκληματολογικά εγχειρίδια ήδη από την δεκαετία του 1960. Μάλιστα στο βιβλίο του Άγγλου εγκληματολόγου John Brophy, που κυκλοφόρησε το 1966 «The meaning of murder» και στο κεφάλαιο το αφιερωμένο στον «Τζακ τον αντεροβγάλτη» γίνεται για πρώτη φορά ευρεία χρήση του όρου.

Στην καθομιλουμένη ωστόσο και στην λαϊκή κουλτούρα, εντάχτηκε με την ονομασία «serial killer», από τον Robert Ressler, τον πράκτορα του FBI που ασχολήθηκε πρώτος και επισταμένα με το φαινόμενο των κατά συρροήν δολοφόνων. Η πρώτη εμφάνιση του όρου στο ευρύ κοινό, έγινε το 1981, και συγκεκριμένα στις 3 Μαΐου, όταν η αμερικανική εφημερίδα The New York Times τον χρησιμοποίησε για να περιγράψει τον δολοφόνο δυο νεαρών αγοριών Γουέιν Γουίλιαμς (Wayne Williams).

Ως πρώτος σύγχρονος κατά συρροήν δολοφόνος μπορεί να θεωρηθεί ο γνωστός ως «Τζακ ο Αντεροβγάλτης» (Jack the Ripper). Άλλοι διαβόητοι κατά συρροήν δολοφόνοι που έχουν σημαδέψει τα εγκληματολογικά χρονικά του 20ού αιώνα είναι ενδεικτικά ο Luis Garavito (138 θύματα), Ο Anatoly Onoprienko (52 θύματα), ο John Wayne Gacy (33 θύματα), ο Τζέφρυ Ντάμερ (Jeffrey Dahmer, 17 θύματα), ο Τεντ Μπάντι (Ted Bundy, 30 θύματα), ο Peter Kürten (9 θύματα), ο Clifford Olson (11 θύματα), ο Ρίτσαρντ Ραμίρεζ (Richard Ramirez, 14 θύματα), ο Ντέιβιντ Μπέρκοβιτς (David Berkowitz, 6 θύματα), η Αϊλίν Γουόρνος (Aileen Wuornos, 7 θύματα), οι Fred και Rosemary West (12 θύματα), ο Gary Ridgway (44 θύματα). Όσον αφορά την Ελλάδα κατά το παρελθόν υπήρξαν αρκετοί serial killers που συγκλόνισαν το Πανελλήνιο με τη δράση τους – κατά βάση με θύματα γυναίκες.

copyright: Pixabay

Αντώνης Δαγκλής: Ο πρώτος Έλληνας serial killer 

Ο Αντώνης Δαγκλής είναι ο πρώτος Έλληνας serial killer που έδρασε στα μέσα της δεκαετίας του ’90. Από τον τύπο της εποχής χαρακτηρίστηκε ως δολοφόνος ιερόδουλων και καταδικάστηκε για τις δολοφονίες τριών γυναικών καθώς και τον τεμαχισμό τους.

Τα εγκλήματά του θεωρήθηκαν ιδιαίτερα ειδεχθή. Η δράση του αποκαλύφθηκε το φθινόπωρο του 1995 όταν στα διόδια της Τραγάνας εντοπίστηκε το τεμαχισμένο πτώμα της 29χρονης ιερόδουλης Ελένης Παναγιωτοπούλου.

Αρχικά, ο Δαγκλής ήταν ύποπτος για δύο δολοφονίες αφού συνελήφθη για βιασμό και απαγωγή μίας Αγγλίδας τουρίστριας, με το όνομα Αν Χάμσον. Όταν την απήγαγε, την ανάγκασε να του κάνει στοματικό έρωτα. Ωστόσο, όταν αυτή του είπε πως κάνει πορνεία προσωρινά ώστε να βγάλει λεφτά για να αγοράσει εισιτήριο επιστροφής, την ελευθέρωσε.

Έπειτα από τη σύλληψή του, ο Δαγκλής ομολόγησε τον βιασμό, τον στραγγαλισμό και τον διαμελισμό δύο γυναικών, την πρόθεσή του να δολοφονήσει άλλες έξι γυναίκες, και τη ληστεία και των οκτώ γυναικών. Αργότερα, ομολόγησε τον διαμελισμό δύο γυναικών, της 29χρονης Ελένης Παναγιωτοπούλου και της 26χρονης Αθηνάς Λαζάρου με ένα πριόνι, και τις… σκόρπισε γύρω από την Αθήνα. Έπειτα, ο Δαγκλής ομολόγησε τον ανεξιχνίαστο φόνο μίας ιερόδουλης, της οποίας το διαμελισμένο σώμα βρέθηκε σε έναν κάδο το 1992.

dagklis-fortigaki_iefimerida.jpg

Κατά τη διάρκεια της δίκης του, ο Δαγκλής είπε στο δικαστήριο: «Μισούσα όλες τις ιερόδουλες και συνεχίζω να τις μισώ. Πήγαινα να τις δω για σεξ αλλά ξαφνικά άλλες εικόνες έρχονταν στο μυαλό μου. Άκουγα φωνές οι οποίες με διέταζαν να σκοτώνω. Μία φορά σκέφτηκα να πνίξω τη μνηστή μου, αλλά συγκράτησα τον εαυτό μου».

Ο Αντώνης Δαγκλής αυτοκτόνησε στις 2 Αυγούστου του 1997 – βρέθηκε απαγχωνισμένος στο κελί 33 του Ψυχιατρικού Καταστήματος των Δικαστικών Φυλακών Κορυδαλλού, με τον συγκρατούμενό του, Γ. Μακρίδη, να έχει αυτοκτονήσει και εκείνος.

Ο Αντώνης Δαγκλής ενώπιον του Δικαστηρίου (Eurokinissi)

Δημήτρης Βακρινός: Ο ταξιτζής serial killer

«Με θεωρούσαν άνθρωπο της καρπαζιάς, έτσι με αντιμετώπιζαν», έλεγε ο οδηγός ταξί Δημήτρης Βάκρινος, ο οποίος ομολόγησε την εν ψυχρώ δολοφονία για ασήμαντες αφορμές πέντε ανθρώπων και τις απόπειρες δολοφονίας άλλων επτά, από το 1987–1996. Στον Βακρινό είχαν αποδώσει το προσωνύμιο «ο δολοφόνος με το κράνος» επειδή πυροβολούσε φορώντας το κράνος του μοτοσυκλετιστή. Η Αστυνομία έφτασε στα ίχνη του τον Απρίλιο του 1997 όταν και τον συνέλαβε. Ωστόσο δεν δικάστηκε ποτέ καθώς βρέθηκε νεκρός έχοντας κρεμαστεί από τα κορδόνια των παπουτσιών του σε μια σωλήνωση των λουτρών της φυλακής, στις 12 Μαΐου 1997.

Ο Δημήτρης Βακρινός μεγάλωσε στο επαρχιακό περιβάλλον ενός μικρού χωριού, δεύτερος γιος μιας φτωχής πενταμελούς οικογένειας του Παναγιώτη (ο οποίος είχε το περιπαικτικό παρατσούκλι Βρούβας, λόγω του προβλήματος αλκοολισμού από το οποίο υπέφερε) και της Γεωργίας Βακρινού. Οι γονείς του ήταν αγρότες, ενώ ο ίδιος μετριότατος μαθητής και σύμφωνα με τις μαρτυρίες των συγχωριανών του, ελάχιστα κοινωνικός.

Ο πατέρας του μάλιστα, φερόταν να τον κακομεταχειρίζεται, ειδικά τις στιγμές που ήταν υπό την επήρρεια μέθης. Το 1975 ο Βακρινός σε ηλικία 13 ετών βρέθηκε στην Αθήνα, όπου εργάσθηκε σαν παραγιός σε μια ταβέρνα στη Χασιά, φιλοξενούμενος για τρία χρόνια στο σπίτι φιλικής οικογένειας. Στη συνέχεια εκπαιδεύεται σαν οξυγονοκολλητής σε τεχνική σχολή και προσλαμβάνεται στα Ναυπηγεία Ελευσίνας όπου δούλεψε μέχρι το 1992. Αμέσως μετά έγινε οδηγός ταξί.

Το 1990 παντρεύεται αλλά μέσα σε 14 μήνες χωρίζει. Η πρώην γυναίκα του τον έδιωξε από το σπίτι της στο Κερατσίνι και εκείνος αποφάσισε να την εκδικηθεί, πυρπολώντας το εξοχικό σπίτι του πεθερού του στη Σαλαμίνα, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς αρχικά της οικογένειας και μετά τη σύλληψή του, και του ίδιου. Έξι χρόνια αργότερα θα παντρευτεί για δεύτερη φορά. Δεν απέκτησε ποτέ παιδιά ενώ οι σχέσεις του με τη μητέρα και τις αδερφές του φαινόταν να ήταν αρμονικές την ώρα που οι σχέσεις του με τον πατέρα του ήταν προβληματικές.

Τα στυγερά εγκλήματα

Η εγκληματική του δραστηριότητα ξεκινάει στις 6 Αυγούστου 1987, όταν ήταν 25 ετών, αλλά η πλειοψηφία της δράσης του έγινε την τριετία 1993–1996.

6 Αυγούστου 1987: Παναγιώτης Γαγλίας, 43 ετών. Τον σκότωσε με σιδερολοστό, την ώρα που κοιμόταν στο σπίτι του Βακρινού στην Πετρούπολη, έχοντας ο τελευταίος προσφερθεί να τον φιλοξενήσει. Η αιτία της δολοφονίας σύμφωνα με τον δράστη ήταν ότι παλιότερα ο Βακρινός είχε κλέψει ένα κυνηγετικό όπλο από τον Γαγλία και ο δεύτερος τον είχε απειλήσει ότι θα τον καταγγείλει στην Αστυνομία. Προκειμένου να μην το κάνει, ο Βακρινός τον σκότωσε. Στη συνέχεια μετέφερε και πέταξε το πτώμα του στο 19ο χιλιόμετρο της εθνικής οδού Άργους – Τρίπολης, όπου και εντοπίστηκε οκτώ μέρες αργότερα.

19 Νοεμβρίου 1993: Αναστασία Σιμιτζή, 28 ετών. Ο Βακρινός παρέλαβε την Σιμιτζή στο ταξί του, ως πελάτισσα. Της πρότεινε να πάνε σε κάποιο μπαρ για ποτό κι εκείνη δέχτηκε. Αργότερα καθ’ οδόν σ’ ένα ξενοδοχείο με σκοπό να κάνουν σεξ, η Σιμιτζή αρνήθηκε. Ο Βακρινός για να εκδικηθεί την άρνησή της, την οδήγησε σε ερημική τοποθεσία λίγα χιλιόμετρα έξω από τη Μάνδρα Αττικής και την έκαψε ζωντανή. Το απανθρακωμένο πτώμα της βρέθηκε την επόμενη μέρα.

9 Ιανουαρίου 1994: Θεόδωρος Ανδρεάδης, 35 ετών. Ο Ανδρεάδης ήταν οδηγός ταξί και λίγους μήνες νωρίτερα είχε φιλονικήσει με τον Βακρινό για μία προτεραιότητα της πιάτσας των ταξί στην Ελευσίνα. Για να τον εκδικηθεί ο Βακρινός προσποιήθηκε τον πελάτη, μπήκε στο ταξί του υποψήφιου θύματος ο οποίος μετά από μήνες που είχαν μεσολαβήσει από το συμβάν δεν τον αναγνώρισε, ζητώντας του να τον μεταφέρει στην Κόρινθο. Στο 1ο χιλιόμετρο Ισθμού – Λουτρακίου σκότωσε με σαρανταπεντάρι πιστόλι τον Ανδρεάδη αφού πρώτα με μία πρόφαση τον υποχρέωσε να σταματήσει, ενώ του έκλεψε και το ρολόι. Στη συνέχεια μετέφερε ο ίδιος το ταξί στην Ελευσίνα, το πυρπόλησε και το έκαψε. Το πτώμα βρέθηκε λίγες ώρες αργότερα.

21 Δεκεμβρίου 1995: Κώστας Σπυρόπουλος, 21 ετών και Αντώνης Σπυρόπουλος, 20 ετών. Ο Κώστας Σπυρόπουλος είχε αγοράσει καιρό πριν ένα μεταχειρισμένο ΙΧ αυτοκίνητο από τον Βακρινό, ο τελευταίος όμως είχε κρατήσει αντικλείδι και επιχείρησε να το κλέψει έξω από το σπίτι του Σπυρόπουλου στο Μενίδι. Έγινε αντιληπτός και καταδίωξαν με το ΙΧ του αδελφού του Αντώνη Σπυρόπουλου τον Βακρινό. Όταν ο Βακρινός σταμάτησε σε βενζινάδικο προκειμένου να βάλει βενζίνη και μην έχοντας αντιληφθεί ότι καταδιώκεται, τα δύο αδέλφια τον πλησίασαν προκειμένου να ζητήσουν εξηγήσεις για την κλοπή. Τότε ο Βακρινός τους σκότωσε, χρησιμοποιώντας μάλιστα δύο πιστόλια.

Απόπειρες δολοφονιών

14 Μαρτίου 1993: Απόπειρα ανθρωποκτονίας στον Βοτανικό δύο φίλων, του Ανδρέα Σβύρου, 18 ετών και του Θεόδωρου Μπίτουλα, 16 ετών. Αφορμή ήταν ότι οι δύο φίλοι, σε βραδυνή βόλτα, είχαν πειράξει χάριν αστεϊσμού φιλικό τους ζευγάρι. Ο Βακρινός που βρισκόταν τυχαία στο σημείο θεώρησε απρεπή τη συμπεριφορά τους και πυροβόλησε εναντίον τους πολλές φορές. Τα δύο νεαρά παιδιά τραυματίστηκαν σοβαρά.

10 Δεκεμβρίου 1995: Απόπειρα ανθρωποκτονίας στα Νέα Σεπόλια δύο φίλων, του Γιώργου Καυκά, 23 ετών και του Βασίλη Δίπλα, 23 ετών. Το βράδυ εκείνο ο Βακρινός έσπασε το αυτοκίνητο μιας γυναίκας και επιχείρησε να κλέψει διάφορα αντικείμενα απ’ αυτό. Το έκανε για λόγους εκδίκησης, γιατί ο προηγούμενος ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου κάποτε του είχε χαλάσει ένα προξενιό. Όταν οι δύο φίλοι, που ήταν απλώς περαστικοί, επιχείρησαν να τον αποτρέψουν να το κάνει, ο Βακρινός άρχισε να τους πυροβολεί. Ο Δίπλας τραυματίστηκε ελαφρά και ο Καυκάς σοβαρά, με αποτέλεσμα να παραμείνει για το υπόλοιπο της ζωής του ανάπηρος.

20 Δεκεμβρίου 1995: Σχεδιασμός ανθρωποκτονίας σε βάρος αγνώστων στοιχείων μοτοσυκλετιστή, με τον οποίο είχε νωρίτερα διαπληκτισθεί στο Μοσχάτο για την προτεραιότητα. Ο Βακρινός κράτησε τον αριθμό της πινακίδας και σχεδίασε να τον σκοτώσει από εκδίκηση, πέφτοντας πάνω του με το αυτοκίνητό του. Τα σχέδιά του ματαιώθηκαν, όταν το αυτοκίνητο που επιχείρησε να κλέψει την επόμενη μέρα γι αυτόν τον σκοπό, οδήγησε στη δολοφονία των αδελφών Σπυρόπουλου, με αποτέλεσμα να υποχρεωθεί να το εγκαταλείψει.

31 Μαΐου 1996: Απόπειρα ανθρωποκτονίας του Νίκου Αγιαννίδη και των αστυνομικών Γρηγόρη Μάμμου, 31 ετών και Χρήστου Γεωργαντόπουλου, 24 ετών. Ο Βακρινός επισκέφθηκε το σπίτι του Αγιαννίδη στη Λεωφόρο Θηβών προκειμένου να εκδικηθεί τον γιο του για προσωπικές διαφορές. Ο Αγιαννίδης δεν του άνοιξε και κάλεσε την Αστυνομία.Τότε κρύφτηκε στο υπόγειο της πολυκατοικίας και όταν φάνηκαν οι τρεις άνδρες άρχισε να τους πυροβολεί αδιακρίτως. Οι δύο από τους τρεις τραυματίστηκαν ελαφρά ενώ ο τρίτος πρόλαβε να κρυφτεί και δεν τραυματίστηκε.

Ο Δημήτρης Βακρινός σε αναπαράσταση ενός από τα εγκλήματά του (Eurokinissi)

Παντελής Καζάκος: Ο serial killer των αλλοδαπών

«Έφυγα από το σπίτι μου με το πιστόλι, αποφασισμένος να σκοτώσω όποιον αλλοδαπό έβλεπα στον δρόμο, γιατί το κακό μ’ αυτούς έχει παραγίνει», ήταν τα πρώτα λόγια του ρατσιστή δολοφόνου και υπαλλήλου τότε της ΕΡΤ Παντελή Καζάκου μετά τη σύλληψή του, τον Οκτώβριο του 1999.

Τρεις ημέρες μέρες ήταν αρκετές για τον Παντελή Καζάκο για να διαπράξει ένα από τα πιο μαζικά ρατσιστικά εγκλήματα στην Ελλάδα. Ο Καζάκος πυροβολούσε εν ψυχρώ όποιον μετανάστη τύχαινε να βρει μπροστά του στην Αθήνα. Από τις σφαίρες του έπεσαν νεκροί δύο μετανάστες και τραυματίστηκαν άλλοι επτά.

Η αποκάλυψη για τη σχέση του με τη Χρυσή Αυγή

Κατά τη διάρκεια της δίκης έγινε γνωστή και η σχέση του με τη Χρυσή Αυγή. Καθηγητής του Καζάκου από το 34ο Λύκειο είχε δηλώσει ότι από τότε που ήταν νεαρός, ο δολοφόνος είχε εκφράσει ευθέως τα ακροδεξιά πιστεύω του, τα οποία ταυτίζονταν με την ιδεολογία της Χρυσής Αυγής.

Οι συμμαθητές του υποστήριζαν ότι είναι μέλος της νεοναζιστικής οργάνωσης. Η σχέση του με τη Χρυσή Αυγή καταδείχθηκε ακόμα πιο φανερά μέσα από μια φωτογραφία που παρουσίασε στο δικαστήριο ο συνήγορος Πολιτικής Αγωγής, στην οποία ο Καζάκος απεικονίζεται να κρατά πανό σε πορεία της Χρυσής Αυγής.

Ο πατέρας του δράστη δεν αναγνώρισε τον άνθρωπο στη φωτογραφία και δήλωσε πως πρόκειται για άλλο άτομο. Η εφημερίδα της Χρυσής Αυγής στις 22 Οκτωβρίου 1999, ημέρα της δολοφονίας του αιγύπτιου μετανάστη, δημοσίευσε πρωτοσέλιδο με τίτλο «Ο θάνατος ενός Έθνους», στο οποίο σημείωνε τον υπερπληθυσμό των μεταναστών. Ο Καζάκος καταδικάστηκε σε δις ισόβια και 25 χρόνια κάθειρξη. Μετά από 14 χρόνια εγκλεισμού υπέβαλε αίτημα αποφυλάκισης στο αρμόδιο Συμβούλιο των Φυλακών.

Ο Παντελής Καζάκος κατά την προσαγωγή του στα δικαστήρια (Eurokinissi)

Θεόφιλος Σεχίδης: Ο Έλληνας «χάνιμπαλ»

H υπόθεσή του είχε σοκάρει το πανελλήνιο κι ο Θεόφιλος Σεχίδης έμεινε στην Ιστορία ως ένας από τους πιο αιμοσταγείς δολοφόνους και το έγκλημά του, είναι από τα πιο ειδεχθή που έχουν καταγραφεί στα δικαστικά χρονικά της χώρας.

«Τον πατέρα μου και τον θείο μου τους σκότωσα με όπλο. Τη μητέρα μου, την αδελφή μου και τη γιαγιά μου τις αποκεφάλισα με δύο μαχαίρια», είπε στην κυνική του ομολογία ο Θεόφιλος Σεχίδης.

Ο τότε 24χρονος ξεκλήρισε σε μια μέρα όλη του την οικογένεια. Οι δολοφονίες έλαβαν χώρα στη Θάσο τον Μάιο του 1996 κι αποκαλύφθηκαν τον Αύγουστο του ίδιου έτους.

Ο φοιτητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κομοτηνής είχε δολοφονήσει με απίστευτη αγριότητα τον πατέρα του, Δημήτρη, που ήταν δάσκαλος και τη μητέρα του Μαρία, που ήταν νοικοκυρά. Από τη λύσσα του, δεν ξέφυγε και η μεγαλύτερη αδελφή του, η Ερμιόνη, που έπασχε από σχιζοφρένεια. Τα άλλα θύματά του ήταν ο θείος του και η γιαγιά του.

Πώς ξετυλίχθηκε το κουβάρι της υπόθεσης

Η Ελένη Σεχίδη, γυναίκα του θείου του Θεόφιλου, κατήγγειλε στη βελγική αστυνομία ότι είχε χάσει τα ίχνη του άντρας της, όπως και των υπόλοιπων μελών της οικογένειας. Ο Θεόφιλος απαντούσε στις τηλεφωνικές της κλήσεις, λέγοντάς της ότι όλοι έλειπαν στο εξωτερικό. Η θεία του τα μάζεψε και πήγε στην Ελλάδα. Ταξίδεψε στη Φλώρινα, απ΄ όπου καταγόταν η οικογένεια, προσπαθώντας να εντοπίσει τα ίχνη του άντρα της. Στις 3 Αυγούστου πήγε και ο δράστης του εγκλήματος στη Φλώρινα, ο οποίος «έπαιζε θέατρο» αναζητώντας δήθεν τη μάνα του, τον πατέρα του, την αδερφή του και τον θείο του, ρωτώντας με αγωνία τους χωριανούς, τους συγγενείς και τους φίλους.

Λίγους μέρες νωρίτερα, στις 21 Ιουλίου σε έλεγχο που είχε γίνει στο αυτοκίνητό του στην περιοχή της Καβάλας, είχαν βρεθεί μια κοντόκανη καραμπίνα, ένα κυνηγετικό όπλο και φυσίγγια. Καταδικάστηκε σε δεκάμηνη φυλάκιση και πρόστιμο 700.000 δρχ. Οι αντιφάσεις του, ωστόσο και οι απαντήσεις που δεν ήταν πειστικές, έβαλαν τις Αρχές σε υποψίες. Τελικά, έπειτα από πολύωρες ανακρίσεις, ομολόγησε ότι σκότωσε πέντε μέλη της οικογένειάς του. Μάλιστα η υπόθεσή του είχε γίνει επεισόδιο στην τηλεοπτική σειρά «Κόκκινος Κύκλος».

«Ήταν άρρωστοι και ήθελα να τους λυτρώσω»

Ομολόγησε ότι σκότωσε τον πατέρα, τη μητέρα, την αδελφή, τον θείο και τη γιαγιά του. «Ήταν άρρωστοι και ήθελα να τους λυτρώσω» δήλωσε, αρχικά, στους εμβρόντητους αξιωματικούς της αστυνομίας και αργότερα πρόσθεσε: «Ήθελαν να με βγάλουν από τη μέση και πρόλαβα να τους σκοτώσω πρώτος. Υπήρχε συνωμοσία σε βάρος μου. Βρισκόμουν εν αμύνη. Μου έκαναν ψυχολογικό πόλεμο επειδή ήξερα ότι ήμουν άλλης μάνας παιδί και δεν μου έλεγαν την αλήθεια. Τους ξέκανα για να μην με ξεκάνουν».

Πρώτο θύμα ο θείος, ακολούθησαν οι υπόλοιποι

«Προσπάθησε να με χτυπήσει με ένα μαχαίρι. Τον έσπρωξα και έπεσε σε γκρεμό, από ύψος 10 μέτρων. Κατέβηκα κάτω και τον είδα να ψυχορραγεί. Και για να μη βασανίζεται άλλο, του έκοψα με το μαχαίρι το κεφάλι», είπε ο Θεόφιλος

Αφού έκρυψε το πτώμα σε θάμνους, έφυγε, αγόρασε ένα καινούριο πουκάμισο και ένα μονόκαννο κυνηγετικό όπλο και πήγε σπίτι να περιμένει τους υπόλοιπους της οικογένειας. Γύρω στις 7:30 της ίδιας μέρας μπήκε στο σπίτι ο πατέρας του Θεόφιλου, ο Δημήτρης, και τότε ξέσπασε νέος καυγάς. «Ο πατέρας μου είχε ένα μαχαίρι, φοβήθηκα», είπε. «Μόλις γύρισε για να πάει στην τουαλέτα, τον πυροβόλησα και έπεσε νεκρός. Μετά του έκοψα την καρωτίδα μ’ ένα μαχαίρι».

Επόμενο θύμα, η μάνα: «Κρατούσε κι αυτή μαχαίρι. Της άρπαξα το χέρι, την αφόπλισα και της έκοψα τον λαιμό με το μαχαίρι», είπε ο Σεχίδης, αλλά ο ιατροδικαστής διαπίστωσε ότι είχε κι αυτή πυροβοληθεί στο κεφάλι. Ακολούθησε η αδελφή: «Μου όρμησε και τη σκότωσα με τον ίδιο τρόπο», συμπλήρωσε.

sehidis-pethane-3.jpg

Έπεσε για ύπνο, ξύπνησε και τους τεμάχισε με Τσαϊκόφσκι

Ο Σεχίδης, μάζεψε τα πτώματα, καθάρισε το σπίτι κι έπεσε για ύπνο. Την επομένη, μπήκε η γιαγιά στο σπίτι «κρατώντας κι αυτή μαχαίρι» για να αποδεθχεί κι αυτή την προδιαγεγραμμένη μοίρα της και να σφαγιαστεί από τον εγγονό της.

Έβαλε να ακούσει Τσαϊκόφσκι, άρχισε να τεμαχίζει τα πτώματα κι εν συνεχεία τα τοποθέτησε σε μαύρες σακούλες σκουπιδιών. Οι λεπτομέρειες είναι φρικιαστικές. Έκοψε τα κρανία με σιδεροπρίονο κι αφαίρεσε τους εγκεφάλους των θυμάτων, τους έβαλε στο ψυγείο για να τους μελετήσει και στη συνέχεια να τους φάει για να τους τιμωρήσει…

«Δυο-τρεις εγκεφάλους τους έβγαλα και τους έβαλα στο ψυγείο. Είχα κάποιες ψυχιατρικές και ιατρικές γνώσεις και ήθελα να εξετάσω την ανατομία του ανθρώπινου εγκεφάλου. Αυτό είναι όλο. Δεν μετάνιωσα για τίποτα, καλά έκανα. Το ένα κεφάλι ήδη είχε σπάσει, τα μυαλά είχαν βγει, οπότε γιατί να μην τα βάλω στο ψυγείο…»

Τρεις μέρες μετέφερε τα πτώματα με το φέρι της γραμμής

Επί τρεις ημέρες με το φέρι μποτ της γραμμής Θάσου- Κεραμωτής, μετέφερε τις σακούλες με τα διαμελισμένα κορμιά των συγγενών στην Καβάλα. Όταν έπεφτε η νύχτα έθαβε τα πτώματα στον σκουπιδότοπο της Πέρνης.

Η δίκη και η ποινή

Η δίκη διεξήχθη στις 20 Ιουνίου 1997 στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Δράμας. Το δικαστήριο τον καταδίκασε σε πέντε φορές ισόβια για τις ανθρωποκτονίες κατά συρροή και σε ποινή φυλάκισης 7,5 ετών για οπλοχρησία, οπλοκατοχή, οπλοφορία και για περιύβριση νεκρού. Τη Δευτέρα 12 Αυγούστου, ο Θεόφιλος Σεχίδης μεταφέρθηκε στις Δικαστικές Φυλακές Κομοτηνής. Ζήτησε «να ακούω Μπαχ ή αν αυτό δεν είναι εφικτό, κλασική μουσική και να διαβάζω βιβλία». Λίγο πριν από τον Σεπτέμβρη του 1997 μεταφέρθηκε στον Κορυδαλλό για ψυχιατρική παρακολούθηση, καθώς παρουσίασε ψυχολογικές διαταραχές και δεν επικοινωνούσε με το περιβάλλον. Η γνωμάτευση της αξονικής τομογραφίας εγκεφάλου, στην οποία υποβλήθηκε, έδειξε «εγκεφαλικά ευρήματα που δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν φυσιολογικά». Παρότι κατέθεσε αίτηση αποφυλάκισης από το 2016 αυτή δεν έγινε δεκτή από το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο. Ο Σεχίδης πέθανε στο ψυχιατρείο των φυλακών Κορυδαλλού.

Ο Θεόφιλος Σεχίδης στο δικαστήριο (ΑΠΕ – ΜΠΕ)

Σπύρος Μπέσκος: Ο δράκος με το Autobianchi

«Θα ήθελα να είχα πεθάνει πριν συμβούν αυτά τα γεγονότα. Δεν ήρθα με διάθεση να υπερασπιστώ αυτό το κτήνος που έκανε αυτές τις απάνθρωπες και αφάνταστες πράξεις, που εγώ καταδικάζω….Νιώθω βαθιά ανάγκη να ζητήσω συγνώμη από τα θύματα και τους δικούς τους» είπε κατά τη διάρκεια της απολογίας του ο Σπύρος Μπέσκος.

Ο γνωστός και ως δράκος της παραλιακής έσπερνε τον φόβο και τον τρόμο σε νεαρές γυναίκες από το 1981 μέχρι το 1983. Συνελήφθη από αστυνομικούς στις 8 Οκτωβρίου του 1983 και ομολόγησε μια σειρά εγκλημάτων. Δικάστηκε πρωτόδικα το 1985 και μετά από έφεση το 1991 κατηγορούμενος για τον θάνατο δύο γυναικών, τον βιασμό έξι, την απόπειρα δολοφονίας δεκαπέντε γυναικών και την απόπειρα βιασμού δύο.

Επίσης κατηγορήθηκε για ληστεία των θυμάτων του αλλά και άλλων ατόμων. Στην πρώτη δίκη το 1985 καταδικάστηκε δις εις θάνατον αν και η θανατική ποινή είχε ουσιαστικά καταργηθεί. Στη δεύτερη δίκη στο Εφετείο, το 1991 καταδικάστηκε σε δις ισόβια κάθειρξη για τις ανθρωποκτονίες και συνολικά σε 340 χρόνια φυλάκισης για κάθε ένα από τα εγκλήματά του. Του επιβλήθηκε η μεγαλύτερη δυνατή ποινή – κάθειρξη 25 ετών. Το μεγαλύτερο μέρος της ποινής του το εξέτισε στις φυλακές Κορυδαλλού, και αποτέλεσε υπόδειγμα κρατουμένου. Απολύθηκε τον Αύγουστο του 2008, δυο μήνες νωρίτερα από την κατά νόμον απόλυσή του, αφού συμπλήρωσε τα 25 χρόνια πραγματικής έκτισης ποινής. Έκτοτε, δεν έχει απασχολήσει τις διωκτικές αρχές. Η υπόθεση του μεταφέρθηκε στην τηλεόραση και συγκεκριμένα στην σειρά του ΑΝΤ1 «Ανατομία ενός εγκλήματος».

Η δράση του

autobianchi-a112-abarth-700x525.jpg

Στις 18 Σεπτεμβρίου του 1981 στις 23:30 το βράδυ ο Μπέσκος συνάντησε έξω από ένα νυχτερινό κέντρο της παραλιακής Λεωφόρου Ποσειδώνος μία 22χρονη ιερόδουλη. Κατά την διάρκεια της ερωτικής συνεύρεσης ο Μπέσκος την τύλιξε αιφνιδιαστικά με ένα σκοινί, την έκλεισε το στόμα με ένα κουκουνάρι και κολλητική ταινία, και τη στραγγάλισε.

Έναν περίπου μήνα μετά, στις 4 Οκτωβρίου του 1981 γύρω στις 01:30 τα ξημερώματα, συνάντησε τυχαία σε δρόμο της Γλυφάδας μια 32χρονη γυναίκα. Της ζήτησε αναπτήρα και ενώ εκείνη έψαχνε στην τσάντα της, της επιτέθηκε με ένα σκοινί και αφού εκείνη λιποθύμησε από το σφίξιμο, την μετέφερε σε ένα διπλανό οικόπεδο, όπου την βίασε και την εγκατέλειψε. Η κοπέλα όμως, ανέκτησε τις αισθήσεις της, και κατέφυγε στην Αστυνομία.

Μεταξύ 1981 και 1982 (σε ημερομηνίες που ο δράστης δεν θυμόταν) επιτέθηκε σε μια γυναίκα στην μαρίνα Ζέας. Με τον ίδιο τρόπο- την έσφιξε με μια δερμάτινη ζώνη με σκοπό να τη στραγγαλίσει αλλά λόγω της ισχυρής αντίστασης της γυναίκας, την εγκατέλειψε και έφυγε.

Στις 25 Απριλίου 1982 στις 02:00 τα ξημερώματα, επιτέθηκε στη Γλυφάδα εναντίον μιας περαστικής που την παραμόνευε κρυμμένος. Έκανε βρόγχο τη ζώνη του παντελονιού του, την αναισθητοποίησε, τη βίασε, και την εγκατέλειψε. Το θύμα τελικά, επέζησε.

Τη νύχτα της 19ης Ιουλίου του 1982, στο Μαρούσι άρπαξε μια διερχόμενη γυναίκα και την έβαλε στο αυτοκίνητό του με τη βία όπου προσπάθησε με τον ίδιο τρόπο να τη στραγγαλίσει. Η ισχυρή αντίδραση της γυναίκας τον έκανε να την αφήσει και να φύγει.

Τη νύχτα της 15ης Αυγούστου 1982, συνάντησε και πάλι μια ιερόδουλη στο Καλαμάκι, την οποία επιβίβασε στο αυτοκίνητό του με σκοπό να πάνε στη Βούλα. Μεσα στο αυτοκίνητο και ενώ την πλήρωσε, της έσφιξε πάλι τον λαιμό με ένα κορδόνι. Την εγκατέλειψε και έφυγε, νομίζοντας πως τη σκότωσε, αλλά τελικά η γυναίκα επέζησε.

Στις 14 Μάη 1983, στο Μπραχάμι πλησίασε μια 16χεονη κοπέλα, και της επιτέθηκε. Τη φίμωσε και της έδεσε τα χέρια στην πλάτη με σκοινί, της πέρασε τον βρόγχο στο λαιμό, την έγδυσε και προσπάθησε να τη βιάσει. Ωστόσο δεν κατάφερε να ολοκληρώσει τον σκοπό του, φοβούμενος οτι οι φωνές του κοριτσιού θα κινητοποιούσαν τους γειτόνους, και έφυγε.

Μια εβδομάδα αργότερα, στις 21 Μάη 1983, πλησίασε μια 18χρονη κοπέλα, η οποία περπατούσε στη Βουλιαγμένη και λίγο προτού φτάσει στο σπίτι της και με πρόσχημα οτι ήθελε να τη ρωτήσει κάτι της επιτέθηκε. Τύλιξε το σκοινί γύρω από τον λαιμό της, την έσυρε στο έδαφος, τη δάγκωσε, της έσκισε τα εσώρουχα και προσπάθησε να τη βιάσει. Όμως οι φωνές της κοπέλας, κινητοποίησαν τους ενοίκους της πολυκατοικίας, και τον ίδιο τον πατέρα της, και ο Μπέσκος την άφησε και εξαφανίστηκε.

Στις 11 Ιουνίου 1983 επιτέθηκε τις πρώτες πρωινές ώρες, και πάλι στο Καλαμάκι σε μια ακόμη ιερόδουλη. Ενω ετοιμαζόταν για την ερωτική πράξη, την έσφιξε με το δερμάτινο λουρί μέχρι ασφυξίας, και συνουσιάσθηκε μαζί της. Μετά την παράτησε ημιθανή και έφυγε. Μάλιστα, όταν κατά την προανάκριση η παθούσα αναγνώρισε τον δράστη, ο Μπέσκος της είπε: «Έζησες εσύ;».

Επίσης τον Ιούλιο (ο δράστης δεν θυμόταν ημερομηνία), επιβίβασε στο αυτοκίνητό του από τη λεωφόρο Ποσειδώνος μια άγνωστη γυναίκα την οποία αφού έπνιξε, τη βίασε και την εγκατέλειψε.

Στις 27 Ιουνίου 1983 στο Καλαμάκι προσφέρθηκε να μεταφέρει με το αυτοκίνητό του μια 20χρονη κοπέλα, την οδήγησε σε έναν παρακείμενο άδειο χώρο, την έγδυσε κα αφού την αναισθητοποίησε, τη βίασε. Ωστόσο, από την ασφυξία που της προκάλεσε, η 20χρονη κοπέλα πέθανε. Πέταξε το πτώμα σε ακάλυπτο οικόπεδο και έφυγε. Το πτώμα βρέθηκε την επόμενη μέρα.

Στις 4 Ιουλίου 1983, στη Γλυφάδα, ο Μπέσκος έκλεισε με το αυτοκίνητό την επιβαίνουσα στο μηχανάκι της Μαρία Δ. και την ανάγκασε να σταματήσει. Την έριξε στο έδαφος, τη γρονθοκόπησε, την αναισθητοποίησε σφίγγοντας τον λαιμό της με ένα φουλάρι, τη βίασε και την εγκατέλειψε.

Στις 01:00 της 26ης Ιουλίου 1983 επιβίβασε στο αυτοκίνητό του από τη λεωφόρο Ποσειδώνος μια γυναίκα και τη μετέφερε σε ερημική τοποθεσία της Βούλας.  Με τον ίδιο modus operandi, την αναισθητοποίησε, τη βίασε και την εγκατέλειψε.

Στις 25 Αυγούστου 1983 παρέλαβε από την περιοχή του Καλαμακίου μια ιερόδουλη με προορισμό τη Βουλιαγμένη. Της επιτέθηκε με τον ίδιο τρόπο, με ένα δερμάτινο λουρί και την έσφιξε μέχρι αναισθησίας. Μετά την εγκατέλειψε και έφυγε.

Επίσης το ίδιο περιστατικό συνέβη και πάλι τον ίδιο μήνα, τον Αύγουστο, σε ημερομηνία που δεν καθορίστηκε, επιβίβασε στο αυτοκίνητό του, μια νέα γυναίκα από την πλατεία Κουκακίου  στην οποία εφάρμοσε ακριβώς τον ίδιο τρόπο με τις προηγούμενες. Το περιστατικό ομολογήθηκε από τον Μπέσκο, αφού η γυναίκα δεν κατήγγειλε το συμβάν στην Αστυνομία.

Στις 24 Σεπτεμβρίου 1983, στην Εκάλη πλησίασε από πίσω μια μαθήτρια την ώρα που περπατούσε προς το σπίτι της, της έριξε τον βρόγχο στον λαιμό, την αναισθητοποίησε μέχρι στραγγαλισμού και τη βίασε.

Στις 30 Σεπτεμβρίου 1983 γύρω στα μεσάνυχτα και ενώ περιφερόταν με το αυτοκίνητό του, στην Εκάλη προσφέρθηκε να μεταφέρει μια γυναίκα που περιμένει στη στάση. Της επιτέθηκε αιφνιδιαστικά σταματώντας το αυτοκίνητο σε μια ερημική τοποθεσία, την αναισθητοποίησε με τον γνωστό πια τρόπο, και τη βίασε κατ’ επανάληψη, με αποτέλεσμα η γυναίκα να μείνει έγκυος από αυτόν τον βιασμό.

Πώς έφτασε στα ίχνη του η Αστυνομία

Το πρώτο πτώμα που βρέθηκε – αυτό της Χρυσάνθης Μπατζίκα – τον Σεπτέμβριο του 1981 έξω από το νυχτερινό κέντρο «Δειλινά» στη Γλυφάδα, ήταν το πρώτο σήμα που δόθηκε στην «Ασφάλεια Προαστείων» για την ύπαρξη ενός δολοφόνου και βιαστή. Για τα επόμενα δυο χρόνια, στην Ασφάλεια θα καταφτάνουν αναφορές για περιπτώσεις βιασμών, κυρίως στα νότια προάστεια και κυρίως τα Σαββατοκύριακα. Η Αστυνομία αποφάσισε να προκαλέσει τον δράστη και να βγάζει περιπολίες με γυναίκες αστυνομικούς – που υποδύονταν τις πόρνες.

Την Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 1983 είχε στήσει μπλόκα και στα νότια αλλά και στα βόρεια προάστεια της Αθήνας. Στο μπλόκο της Νέας Ερυθραίας, η Αστυνομία είχε στείλει ως δόλωμα την αστυνομικό Τζένη Ταμπάκη. Πραγματικά, ο Μπέσκος εμφανίστηκε με το αυτοκίνητό του, ένα μπλε Autobianchi abarth – A 112 και πλησίασε τη χαμογελαστή κοπέλα. Αμέσως όρμησαν οι κρυμμένοι αστυνομικοί να τον συλλάβουν αλλά πάτησε γκάζι και έφυγε. Η Αστυνομία τον κυνήγησε και τελικά κατάφερε να τον σταματήσει στο ύψος της Κηφισιάς.

Οδηγήθηκε στην Ασφάλεια και ύστερα από δυο μέρες (και αφού τον είχαν αναγνωρίσει όλα σχεδόν τα θύματά του) ομολόγησε. Από τις έρευνες που έγιναν στο αυτοκίνητό του ανακαλύφτηκαν τα σκοινιά που χρησιμοποιούσε ενώ στο σπίτι του ανακαλύφτηκαν τα κλοπιμαία που κατά καιρούς είχε αποσπάσει απο διάφορα άτομα. Όταν με συνέλαβαν, εγώ λυτρώθηκα, θα πει 20 χρόνια μετά.

Σπύρος Μπέσκος (Πηγή: Μηχανή του Χρόνου)

Κυριάκος Παπαχρόνης: Ο δράκος της Δράμας

«Θόλωνε το μυαλό μου. Ήθελα να χτυπήσω. Έφθανα στο μεγαλείο. Τη χτυπούσα, τελείωνε». Αυτά ήταν μόνο μερικές φράσεις από την απολογία του δράκου της Δράμας Κυριάκου Παπαχρόνη. Το ρεπορτάζ της εποχής ανέφερε ότι ο δράκος ερεθιζόταν από τον ήχο των γυναικείων τακουνιών. Το φετίχ του Παπαχρόνη αποκαλύφθηκε και δημόσια, όταν είπε σε μια δημοσιογράφο: «εσένα σ’ αγαπάω γιατί έχεις ψηλά τακούνια».

Η δολοφονική του δράση ξεκινάει τον Σεπτέμβριο του 1981 όταν βίασε και σκότωσε μια ιερόδουλη και τελειώνει τον Δεκέμβριο του 1982 με τον σοβαρό τραυματισμό μιας 30χρονης μητέρας τεσσάρων παιδιών.

Στο διάστημα αυτό είχε διαπράξει δύο (2) ανθρωποκτονίες γυναικών, επτά (7) απόπειρες ανθρωποκτονιών, οκτώ (8) απόπειρες βιασμών, κακοποιήσεις αλλά και πέντε (5) βομβιστικές επιθέσεις. Οι μαρτυρίες των θυμάτων που επέζησαν καθώς και το γεγονός ότι τα περισσότερες επιθέσεις της πραγματοποιούσε φορώντας τη στρατιωτική του στολή βοήθησαν στη σύλληψή του, η οποία έγινε στις 13 Δεκεμβρίου του 1982 από την Ασφάλεια Δράμας.

Ως έφεδρος δόκιμος αξιωματικός, η δίκη του διεξήχθη από το Διαρκές Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης, και ο Παπαχρόνης βρέθηκε αντιμέτωπος με τις κατηγορίες της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως, της απόπειρας ανθρωποκτονίας κατά συρροή και της παράνομης οπλοχρησίας και οπλοκατοχής κατ’ εξακολούθηση.

Το δικαστήριο τον καταδίκασε «δις εις θάνατον», ποινή που μετατρεπόταν σε 22 χρόνια κάθειρξη. Τον πρώτο καιρό της φυλάκισής του υπήρξε ιδιαίτερα απείθαρχος και βίαιος αλλά από τη δεκαετία του ΄90 και έπειτα μεταβλήθηκε σε υποδειγματικό κρατούμενο. Αποφυλακίστηκε σε ηλικία 44 χρόνων, το 2004, αφού είχε εκτίσει ολόκληρη την ποινή του.

Η δράση του

Το απόγευμα της 9ης Σεπτεμβρίου του 1981, ο Παπαχρόνης επισκέφτηκε έναν οίκο ανοχής στην περιοχή Προφήτης Ηλίας της Ξάνθης και ζήτησε τις υπηρεσίες μιας 46χρονης ιερόδουλης. Η συνέρευση όμως κατέληξε σε καυγά, με την ιερόδουλη (σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Παπαχρόνη) να υποτιμά τη σεξουαλική του ικανότητα. Ο Παπαχρόνης έφυγε έξαλλος από θυμό, για να επιστρέψει μερικές ώρες αργότερα, να τη βρει μόνη της και να τη μαχαιρώσει μέχρι θανάτου.

Το επόμενο θύμα του, επίσης ιερόδουλη, το συνάντησε νύχτα στους δρόμους της Δράμας. Στις 20 Δεκεμβρίου του 1981 και ενώ η ιερόδουλη αναζητούσε πελάτες, ο Παπαχρόνης την ακολούθησε χωρίς να γίνει αντιληπτός, και τη μαχαίρωσε στην πλάτη. Όμως οι φωνές του θύματος προκάλεσαν την αναστάτωση των περαστικών και ο Παπαχρόνης έφυγε γρήγορα.

Δέκα μέρες αργότερα, στις 30 Δεκεμβρίου, και αφού είχε βγει από έναν κινηματογράφο που έπαιζε πορνογραφικές ταινίες θα εντοπίσει μια 19χρονη φοιτήτρια λίγο πριν φτάσει στο σπίτι της. Τη μαχαίρωσε με πέντε μαχαιριές στον τράχηλο, αλλά έγινε αντιληπτός από τον πατέρα της 19χρονης που την περίμενε και έφυγε.

Στις 15 Ιανουαρίου 1982, επιτέθηκε σε μία φιλόλογο την ώρα που περπατούσε στον σιδηροδρομικό σταθμό της Δράμας. Την παρέσυρε κάτω από την αερογέφυρα και χτυπώντας τη με το μαχαίρι του προσπάθησε να τη βιάσει. Όμως τελικά άλλαξε γνώμη και άφησε τη γυναίκα να φύγει, η οποία ήταν και το πρώτο θύμα που έδωσε στην Αστυνομία ακριβή και λεπτομερή περιγραφή του Παπαχρόνη.

Στις 15 Αυγούστου του 1982 συνάντησε τυχαία στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Θεσσαλονίκης μια πρόσφατη γνωριμία του και με επιμονή της ζητούσε να βρεθούν οι δυο τους. Ακολούθησε την κοπέλα μέχρι το σπίτι της, ζητώντας της να κάνουν έρωτα και στο τέλος της έκλεισε το στόμα, την άρπαξε και την παρέσυρε σε ένα παρακείμενο αλσύλιο.

Έβγαλε το μαχαίρι (που το είχε πάντα μαζί του) από την κάλτσα του και τη μαχαίρωσε στον τράχηλο, της έσκισε τα ρούχα και τη βίασε. Την παράτησε γυμνή παίρνοντας όλα τα προσωπικά της αντικείμενα, τα οποία πέταξε στον σιδηροδρομικό σταθμό της Μενεμένης κρατώντας μόνο τον αναπτήρα της (στοιχείο που αργότερα θα τον συνδέσει πέραν πάσης αμφιβολίας με τη δολοφονία της κοπέλας). Η κοπέλα πέθανε δυο ώρες αργότερα από εσωτερική αιμμοραγία και πνευμονική ασφυξία.

Στις 21 Σεπτεμβρίου του 1982 επιτέθηκε κατά μιας 23χρονης, η οποία κατόρθωσε να ξεφύγει. Την 1η Οκτωβρίου του 1982 ύστερα από παρακολούθηση επιτέθηκε και τραυμάτισε σοβαρά μια 18χρονη λίγα μέτρα έξω από το σπίτι της στη Δράμα και στις 25 Οκτωβρίου επιτέθηκε στην Ξάνθη αυτή τη φορά, εναντίον μιας 32χρονης ιερόδουλης, την οποία τραυμάτισε πολύ σοβαρά.

Το τελευταίο θύμα του ήταν μια 30χρονη καθαρίστρια, μητέρα τεσσάρων παιδιών, την οποία παρακολουθούσε στενά αρκετές ημέρες πριν της επιτεθεί. Όταν το έκανε αυτό, στις 8 Δεκεμβρίου του 1982– τη μαχαίρωσε στο πρόσωπο και στην καρωτίδα, και εξαφανίστηκε.

Πώς οι Αρχές οδηγήθηκαν στη σύλληψή του

Οι περιγραφές του δράστη από τα επιζώντα θύματά του και το γεγονός ότι αναφέρονταν σε έναν άντρα που φοράει στρατιωτική στολή, διευκόλυνε τις διωκτικές Αρχές, περιορίζοντας το εύρος των υπόπτων. Η συμμετοχή των στρατιωτικών Αρχών στην αναζήτηση του δολοφόνου, με τη λεπτομερή διεξαγωγή ερευνών και παρακολούθηση των κινήσεων των «ύποπτων» στρατιωτών και στρατιωτικών, οδήγησαν στη σύλληψή του, λίγες μέρες μετά την τελευταία δολοφονική του επίθεση.

Όταν μαθεύτηκε η είδηση της επίθεσης στη Λαζαρίδου, δύο αξιωματικοί του στρατοπέδου, ο Χρήστος Τριανταφυλλίδης και ο Τάσος Κοσμίδης, ψάχνοντας στα αρχεία ανακάλυψαν ότι εκείνη τη νύχτα, ήταν ελάχιστοι άντρες έξω από το στρατόπεδο (λόγω απαγόρευσης εξόδου), και ένας από αυτούς, ο Κυριάκος Παπαχρόνης, είχε αργήσει μάλιστα, να επιστρέψει. Κλήθηκε σε ανάκριση από τον υπεύθυνο του στρατοπέδου, και το γεγονός πως δεν είχε άλλοθι για το συγκεκριμένο βράδυ καθώς και η εμφανής νευρικότητά του, έκαναν τον αξιωματικό να δώσει εντολή να ερευνηθεί το διαμέρισμά του. Από την έρευνα αυτή, ανακαλύφθηκαν τα μαχαίρια του καθώς ο αναπτήρας που είχε κρατήσει ως «αναμνηστικό» από την Αναστασία Αλεξανδρίδου. Έπειτα το λόγο πήρε η Ασφάλεια της Δράμας. Συνέλαβε τον Παπαχρόνη το βράδυ της 13ης Δεκεμβρίου του 1982.

Η απόλυτη άρνηση των συμβάντων που αρχικά επέλεξε ως τρόπο άμυνας εναντίον των κατηγοριών, σύντομα κατέρρρευσε. Οι πολλές ανακρίβειες, οι λανθασμένες απαντήσεις του, η σωρεία των αναγνωρίσεων από τα θύματά του, η έλλειψη άλλοθι, αλλά και η κούραση από τις ανακρίσεις, τον οδήγησαν εν τέλει να παραδεχτεί και να αποδεχτεί όλα τα εγκλήματά του και τις κατηγορίες που τον αφορούσαν.

Επίσης ομολόγησε ότι στις 12 Μαρτίου του 1982 είχε τοποθετήσει δύο ωρολογιακές βόμβες στο Ταχυδρομείο και στο κατάστημα της Εθνικής Τράπεζας στην Ξάνθη, ότι την επόμενη μέρα, 13 Μαρτίου είχε τοποθετήσει άλλε δύο βόμβες σε ένα κατάστημα και στο υποκατάστημα της Τράπεζας Πίστεως στην Καβάλα, ότι στις 16 Ιουνίου 1982 είχε τοποθετήσει ακόμα μια βόμβα στην πόρτα του στρατοπέδου του στη Δράμα, και ότι είχε προκαλέσει μικρό εμπρησμό στο αεροδρόμιο της Καβάλας.

Ενώπιον του δικαστηρίου

Η δίκη του κράτησε για τέσσερις μέρες στο κτίριο του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης υπό τη δικαιοδοσία όμως του Διαρκούς Στρατοδικείου Καβάλας.
Η δίκη όπως ήταν αναμενόμενο έτυχε μεγάλης προβολής κυρίως από τις εφημερίδες αλλά και την τηλεόραση, με όλους σχεδόν τους γνωστούς δημοσιογράφους της εποχής, να ασχολούνται και να σχολιάζουν τα τεκταινόμενα καθημερινά.

Η εμφάνιση, ωστόσο του Παπαχρόνη στο δικαστήριο προκάλεσε τα περισσότερα σχόλια – κυρίως αρνητικά αλλά και θετικά – αφού διακρινόταν από μεγάλο «θεατρινισμό».

Προσπαθούσε να δικαιολογήσει τις πράξεις του, αναφερόμενος συνεχώς στον ανδρισμό του, στο θάρρος του, στη φυσική του ρώμη και καλή εμφάνιση, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να απορρίψει την υπερασπιστική γραμμή των δικηγόρων του, λέγοντας ότι…«δεν έχτιζα τόσα χρόνια αυτό το κορμί για να το καταστρέψοουν οι ψυχίατροι».

Η επιθετικότητα και η βίαιη συμπεριφορά του, με δηλώσεις στους δημοσιογράφους ότι θα αποδράσει και θα σφάξει πολύ κόσμο, ανάγκασαν την Αστυνομία να διαθέσει 300 αστυνομικούς για τη φύλαξή του τις 4 μέρες που κράτησε η δίκη.

Ο Παπαχρόνης κατηγορήθηκε για ανθρωποκτονίες εκ προθέσεως, απόπειρες ανθρωποκτονίας κατά συρροή και παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία κατ’ εξακολούθηση. Κατέθεσαν συνολικά 40 μάρτυρες καθώς και 4 διαφορετικοί ψυχίατροι που τον είχαν εξετάσεις κατά τη διάρκεια της προφυλάκισης.

Οι ψυχίατροι αποφάνθησαν ότι ήταν ψυχικά και πνευματικά υγιής – το δικαστήριο δεν παραδέχτηκε κανένα ελαφρυντικό που πρόβαλαν οι δικηγόροι του ως υπερασπιστική γραμμή (ούτε το ακαταλόγιστο των πράξεων, ούτε το λευκό ποινικό μητρώο, ούτε το νεαρό της ηλικίας, ούτε του βρασμού ψυχής) και τον καταδίκασαν δις εις θάνατον, με ποινή 20 χρόνια κάθειρξη. Έναν χρόνο περίπου μετά, τον Ιούλιο του 1984 το Αναθεωρητικό δικαστήριο Θεσσαλονίκης, στη δίκη σε δεύτερο βαθμό του επέβαλλε και πάλι τις ίδιες ποινές: τον καταδίκασε δις εις θάνατον για τις δυο ανθρωποκτονίες, κάθειρξη 27 ετών για εφτά απόπειρες ανθρωποκτονιών και 8 απόπειρες βιασμού, φυλάκιση 2 ετών για 9 κατηγορίες οπλοχρησίας και 10ετή στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων.

«Θαυμάστριες» του έστελναν γράμματα

Ο Παπαχρόνης οδηγήθηκε στη φυλακή και οι γυναίκες στη Βόρεια Ελλάδα ένιωθαν ανακούφιση και ασφάλεια. Όμως, υπήρχαν ορισμένες που όχι μόνο δεν απεχθάνονταν τον αδίστακτο «δράκο», αλλά τον θαύμαζαν και δήλωναν γοητευμένες. Για να εκφράσουν τον θαυμασμό τους για εκείνον, του έστελναν ερωτικά γράμματα μέσα στη φυλακή, τα οποία ειδικοί ψυχολόγοι χαρακτήρισαν «αρρωστημένη εμμονή».

Τα πρώτα χρόνια του εγκλεισμού του στις φυλακές, ο Παπαχρόνης δημιουργούσε συνεχώς προβλήματα στη φυλακή και είχε παραβατική συμπεριφορά. Συμμετείχε στην εξέγερση κρατουμένων στην Κέρκυρα, είχε χτυπήσει συγκρατούμενο του και προκαλούσε συχνά ταραχές. Περνώντας ο καιρός, άρχισε να αλλάζει και να υιοθετεί ένα ήσυχο προφίλ. Διάβαζε, έψελνε και συμμετείχε στην οργάνωση του σχολείου δεύτερης ευκαιρίας. Μετά από 22 χρόνια εγκλεισμού, το 2004 ο Κυριάκος Παπαχρόνης αποφυλακίστηκε με περιοριστικούς όρους.

Ο Κυριάκος Παπαχρόνης ενώπιον του δικαστηρίου (Eurokinissi)