ΚΡΗΤΗΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

 Ηθη και έθιμα της Κρήτης για τα Χριστούγεννα

Της Ρίκης Ματαλλιωτάκη

 

 

Στην Ελλάδα μιλώντας για τις «Γιορτές»  αναφερόμαστε στην εορταστική περίοδο των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των Φώτων (Θεοφάνεια).

Παραδοσιακά η περίοδος αυτή διαρκεί 12 μέρες και υπάρχουν πολλά έθιμα συνδεδεμένα με αυτή, άλλα πολύ παλιά κι άλλα σχετικά πρόσφατα, όπως το στόλισμα του χριστουγεννιάτικου δέντρου και η γαλοπούλα στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι.

Με την ανάπτυξη όμως της παγκόσμιας κουλτούρας και  την εισβολή των δυτικοευρωπαϊκών  έθιμων να διαδίδονται όλο και περισσότερο αλλοιώνοντας και εξαφανίζοντας τις τοπικές μας  παραδόσεις, τα Χριστούγεννα πλέον στην Κρήτη, μα και στην Ελλάδα  γενικότερα, δεν είναι πια  αυτό που ήταν πριν 40 χρόνια.

Αποτέλεσμα; Σήμερα  μπορεί μεν να φαίνονται πιο εντυπωσιακά, πιο γυαλιστερά, πιο glamorous, οι βιτρίνες των καταστημάτων στολίζονται σχεδόν ένα μήνα πριν, οι πόλεις, οι δρόμοι κι οι πλατείες να φωτίζονται, πλέον όμως οι μέρες αυτές δεν έχουν αυτό που είχαν σε πληθώρα κάποτε.

Δεν έχουν ψυχή…

 

Πως γιορτάζονταν όμως παλαιότερα  τα Χριστούγεννα στη Κρήτη;

Σαράντα ημέρες πριν ξεκινούσε η νηστεία των πιστών, για να εξαγνιστούν και να είναι ψυχικά έτοιμοι να δεχθούν το μήνυμα της γέννησης του Θεανθρώπου. Πλησιάζοντας προς τα Χριστούγεννα, άρχιζαν οι προετοιμασίες ώστε όλα να είναι έτοιμα για την μεγάλη γιορτή. Τα σπίτια καθαρίζονταν σχολαστικά και τις παραμονές οι νοικοκυρές έφτιαχναν τα μελομακάρονα, τα οποία φυσικά τρώγονταν την ημέρα των Χριστουγέννων με την λήξη της νηστείας.

Στο παρελθόν τα μελομακάρονα ήταν αποκλειστικά για τα Χριστούγεννα κι οι κουραμπιέδες για την Πρωτοχρονιά. Σήμερα όμως ο διαχωρισμός αυτός δεν τηρείται. Στην Κρήτη παλιότερα ήταν έθιμο να μεγαλώνει κάθε οικογένεια στο χωριό ένα γουρούνι, το «χοίρο», όπως το έλεγαν, ο χοίρος σφάζονταν την παραμονή των Χριστουγέννων κι ήταν το κύριο Χριστουγεννιάτικο έδεσμα ενώ επίσης  από το κρέας του γουρουνιού τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων  έφτιαχναν :

Λουκάνικα

Απάκια: καπνιστό κρέας

Πηχτή (τσιλαδιά): αφαιρείται κάθε ίχνος κρέατος από το κεφάλι του γουρουνιού και όλα μαζί βράζονται. Ο ζωμός με ειδική προετοιμασία μετατρέπεται σε πηχτό ζελέ που μέσα του βρίσκονται τα κομμάτια του κρέατος.

Σύγλινα, δηλαδή το κρέας του γουρουνιού κομμένο σε μικρά κομμάτια, που το έψηναν και το έβαζαν σε μεγάλα δοχεία και το κάλυπταν με το λιωμένο λίπος του ζώου. Το λίπος έπηζε μόλις έχανε τη θερμότητα του και το κρέας μπορούσε να διατηρηθεί έτσι για αρκετούς μήνες.

Ομαθιές, τα έντερα του χοίρου γεμισμένα με ρύζι, σταφίδες και κομματάκια συκώτι.

Τσιγαρίδες, κομμάτια μαγειρεμένου λίπους με μπαχαρικά που το έτρωγαν με ζυμωτό ψωμί για κολατσιό στην εξοχή, όταν μάζευαν τις ελιές.

Ο χοίρος των Χριστουγέννων ήταν η βασική πηγή κρέατος για αρκετές εβδομάδες. Φυσικά αναφερόμαστε σε μια δίαιτα εξαιρετικά φτωχή σε κρέας, την περίφημη διατροφή της Κρήτης (Μεσογειακή Διατροφή), που χάριζε στους Κρητικούς των παλιότερων δεκαετιών υγεία και μακροζωία.

Τίποτα δεν πήγαινε χαμένο από το χοίρο των Χριστουγέννων, για κάθε κομμάτι του ζώου υπήρχε κάποια χρήση. Ακόμα κι αυτή η ουροδόχος κύστη, η «φούσκα» όπως λέγεται, πλενόταν, καθαριζόταν και μετά φουσκώνονταν και γινόταν μπάλα, πολύτιμο δώρο για τα παιδιά της εποχής εκείνης. ( Το έθιμο της Γαλοπούλας έφτασε στην Ευρώπη από το Μεξικό το 1824 μ.Χ., διαδόθηκε αρκετά και στην Ελλάδα  αντικαθιστώντας  το χοιρινό κρέας σε μεγάλο βαθμό, αλλά όχι τελείως. )

Την  παραμονή  των  Χριστουγέννων  οι γυναίκες ζύμωναν ένα  ψωμί  με  σόδα, όπου  έβαζαν μια  τρύπια  δεκάρα  και  στη  συνέχεια  το  έψηναν   «στη  στάχτη». Το  βράδυ  της  ίδιας  μέρας, αφού  μαζεύονταν  όλη  η  οικογένεια  στο  τραπέζι, ο αρχηγός  της  οικογένειας έκοβε  το  χριστόψωμο. Το  πρώτο  κομμάτι  ήταν  αφιερωμένο  στο  Θεό, το  δεύτερο  στο  σπίτι, για  το  «καλό», το  επόμενο  στα  ζώα, για  την  παραγωγή  τους. Έπειτα  έπαιρνε  ένα  κομμάτι  κάθε  μέλος  της  οικογένειας. Είναι  αξιοσημείωτο  ότι  το  μοίρασμα  του  χριστόψωμου  είναι  έθιμο  που  παραπέμπει  στις  σπονδές  των  αρχαίων  Ελλήνων.
Το  πρωί  των  Χριστουγέννων,  χαρούμενοι  και  καθαροί  από  τη  νηστεία  των σαράντα   ημερών, οι  πιστοί  πήγαιναν  στην  εκκλησία, για  να  γιορτάσουν  τη  γέννηση  του  Χριστού.
Το  μεσημέρι  συγκεντρώνονταν  όλη  η  οικογένεια  στο  σπίτι, όπου  γίνονταν  πλούσιο  φαγοπότι  με  βασικό  φαγητό  το  χοιρινό  κρέας, όπως είπαμε, κι  έπειτα  ακολουθούσε  χορός  και  τραγούδι. Μετά  το  χριστουγεννιάτικο  δείπνο  οι  νοικοκυρές  «δε  σήκωναν  το  τραπέζι», γιατί  κυριαρχούσε  η  δοξασία  ότι  θα  καθόταν   ο  Χριστός, για  να  φάει. Το  τραπέζι  το  μάζευαν  το  επόμενο  πρωί.
Χαρακτηριστική είναι  η  απουσία  του  χριστουγεννιάτικου  δένδρου στη Κρήτη έως πρότινος, όπως  άλλωστε  και  από  τα  περισσότερα  μέρη  της  Ελλάδας. Η  καθιέρωση  όμως του εθίμου τούτου  τα  τελευταία  χρόνια μας  παραπέμπει  στο  αρχαίο  ρωμαϊκό  έθιμο  του  στολισμού  των  σπιτιών  με  κλαδιά  δένδρων, κάτι  που  πέρασε  σε  μας  από  τις  βόρειες  χώρες και δεν  είναι  κατακριτέα. Κι  αυτό,  γιατί  το  χριστουγεννιάτικο  δένδρο, που  συμβολίζει  την  αναπαραγωγή, την  αναβλάστηση, το  «οικογενειακό  δένδρο»  και  την   καινούρια  ζωή,  χαρίζει  κέφι  και  χαρά  σε  μικρούς  και  μεγάλους,   απομακρύνοντας  τους  από  την  πεζή  πραγματικότητα.

Οι μικροί καλαντιστές:

Κι επειδή οι περισσότερες γιορτές, πόσο μάλλον τα Χριστούγεννα, δημιουργήθηκαν για τα παιδιά, ανυπόμονα  και  με τη χαρά  διάχυτη  στα  πρόσωπά  τους  περίμεναν  και τα παιδιά εκείνης της εποχής να φτάσει η παραμονή των Χριστουγέννων για  να  χωριστούν  σε  παρέες, να ξεχυθούν στους δρόμους  και να τραγουδήσουν στα  σπίτια  του  χωριού  τα  χριστουγεννιάτικα  κάλαντα.
Χαρούμενες  οι  νοικοκυρές  έδιναν  στα  παιδιά  όχι  χρήματα, μια  και τότε  υπήρχε  μεγάλη  φτώχια, αλλά  ότι  υπήρχε  στο  σπίτι: Από γλυκά, καραμέλες, κουλουράκια, κάστανα, καρύδια,  μέχρι και αυγά. Και βέβαια η  ανταμοιβή  των  παιδιών  για  τα  κάλαντα  δεν  αποτελούσε – μα ούτε  και  αποτελεί- φιλανθρωπία. Ήταν  μια  πράξη  ευγνωμοσύνης  των  χαρούμενων  γυναικών προς  τα  παιδιά  για  τις  ευχές  που  αυτά  τους  έδιναν  για  την  αφθονία  και  τον  πολλαπλασιασμό  των  αγαθών του σπιτιού τους