ΚΡΗΤΗΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η γιορτή του Παρθεναγωγείου Ρεθύμνης και ο Τούρκος Διοικητής

 

Όλοι οι παλιότεροι θυμόμαστε τις γυμναστικές επιδείξεις που κάναμε ως μαθητές τόσο στο Δημοτικό όσο και στο Γυμνάσιο. Φαίνεται πως ο θεσμός των γυμναστικών επιδείξεων ήταν αρκετά παλαιός, αφού τον συναντάμε στα σχολεία της Κρήτης του τέλους του 19ου αιώνα, δηλαδή επί Τουρκοκρατίας και ενώ η εκπαίδευση έκανε τα πρώτα της βήματα στo Νησί. Στο παρόν σημείωμα θα μας απασχολήσει το Παρθεναγωγείο Ρεθύμνης και ειδικότερα οι γυμναστικές του επιδείξεις του έτους 1894.
Το 1894 αλλά και γενικότερα η δεκαετία 1889-1898 ήταν από τις πιο ζοφερές περιόδους της κρητικής ιστορίας, συνάμα όμως ήταν και εκείνη που οδήγησε στην Αυτονομία και στη συνέχεια στην Ένωση. Συγκεκριμένα το 1894 ήταν το προοίμιο της Επανάστασης του 1895-1897 με τα πνεύματα οξυμένα και με σχεδόν καθημερινούς φυλετικούς φόνους Χριστιανών και Οθωμανών. Τα διαδραματιζόμενα στην Κρήτη κατά την περίοδο αυτή απεικονίζονται σε ανταποκρίσεις των Αθηναϊκών εφημερίδων, από τις οποίες πληροφορούμαστε και το περιστατικό που θα περιγράψουμε πιο κάτω

Στις 24 Ιουνίου 1894 γίνονται οι γυμναστικές επιδείξεις του Παρθεναγωγείου Ρεθύμνης. Το παρθεναγωγείο στεγαζόταν αρχικά στα κτίρια που πλαισίωναν τον καθεδρικό ναό του Ρεθύμνου και στέγαζαν επί τουρκοκρατίας όλα τα χριστιανικά σχολεία της πόλης

Αργότερα στεγάστηκε στο κτίριο που σήμερα στεγάζεται η Δημόσια Βιβλιοθήκη Ρεθύμνης, δίπλα στον ναό της Αγίας Βαρβάρας, το οποίο χτίστηκε κατά τη δεκαετία του 1890[3]. Πάντως οι επιδείξεις που μας απασχολούν έγιναν στον αύλειο χώρο του καθεδρικού ναού, όπως μας πληροφορεί ο Ιωάννης Δετοράκις[4]. Επιδείξεις λάμβαναν χώρα και στα άλλα σχολεία της πόλης, όμως αυτές του Παρθεναγωγείου ήταν ένα γεγονός πρωτοποριακό και πρωτόγνωρο για την εποχή εκείνη. Μάλιστα σε ένα από τα δημοσιεύματα που προαναφέραμε επαινείται η διευθύντρια του Παρθεναγωγείου Μαρία Ξύδη, η οποία «…τάς γυμναστικάς ἀσκήσεις πάνυ ἐπαινετῶς εἰσήγαγεν ἐν τῷ παρθεναγωγείῳ μας ἀπό δύο ἐτῶν»

 

Από τη φράση αυτή προκύπτει ότι οι συγκεκριμένες επιδείξεις ήταν οι τρίτες στη σειρά που γίνονταν από το Παρθεναγωγείο.
Αρκετός κόσμος συνέρευσε για να παρακολουθήσει το γεγονός και ανάμεσά τους οι αντιπρόσωποι των ξένων δυνάμεων (υποπρόξενοι) και, προς γενική κατάπληξη όλων, ο πολιτικός διοικητής Ρεθύμνης Νουσρέτ πασάς και ο στρατιωτικός διοικητής Σεφκή βέης. Η έκπληξη οφειλόταν στο γεγονός ότι ο διοικητής ουδέποτε είχε παραστεί σε παρόμοιες εκδηλώσεις των σχολείων της πόλης.
Οι γυμναστικές επιδείξεις προχώρησαν κανονικά και προκάλεσαν τον θαυμασμό του κοινού, ακόμη και των δύο Τούρκων επισήμων. Όμως τα πράγματα άλλαξαν άρδην όταν η εορτή πέρασε στη φάση της απαγγελίας πατριωτικών ασμάτων, τα οποία είχε διδάξει στις μαθήτριες η υποδιευθύντρια του σχολείου Σοφία Αν. Πετυχάκη.

Στο άκουσμα ενός εξ αυτών, στο οποίο γινόταν αναφορά κατά των τυράννων και της τυραννίας, ο Νουσρέτ πασάς, ο οποίος γνώριζε άριστα την Ελληνική γλώσσα[7], θεωρώντας ότι προσβάλλεται τόσο ο ίδιος όσο και ο Σουλτάνος, εξεμάνη και αποχώρησε επιδεικτικά υβρίζοντας και απειλώντας και αφήνοντας τους θεατές και τους υπεύθυνους του σχολείου με την αγωνία για τις συνέπειες της πράξης τους και μάλιστα σε εποχές ανώμαλες.

Άλλωστε δεν ξεχνούσαν ότι αυτός ο Νουσρέτ πασάς ήταν εκείνος που με τη συγκατάθεση του Γεν. Διοικητή Κρήτης Μαχμούτ πασά είχε κρεμάσει πρόσφατα από τον πλάτανο των Τεσσάρων Μαρτύρων τον αθώο και λεβεντόκορμο Ρεθεμνιώτη Εμμανουήλ Φουντουλάκη προς τρομοκράτηση του χριστιανικού πληθυσμού[8]. Οι στίχοι που προκάλεσαν την οργή του Νουσρέτ πασά ήταν οι ακόλουθοι, όπως τους διέσωσε ο Ιωάννης Δετοράκις[9]:
Έτσι και μας η Πατρίδα μας ήτο λαμπρά μεγάλη
και πως την εφαρμάκωσε η μαύρη (αντί να πουν του τούρκου) η σκλαβιά.
Μα πάλιν θα μεγαλυνθή και θα σταλή ο τύραννος στην κόκκινη μηλιά[10].
Την επομένη ο διοικητής απέστειλε έγγραφο προς τον Επίσκοπο Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου Ιερόθεο Μπραουδάκη, ως Πρόεδρο της Τμηματικής Εφορείας Ρεθύμνης, η οποία εκτός των άλλων ήταν υπεύθυνη και για τη συντήρηση και λειτουργία των σχολείων της πόλης. Στο έγγραφο αυτό ο διοικητής αναφέρει ότι αποδέχθηκε με χαρά την πρόσκληση να παραστεί στις γυμναστικές επιδείξεις του Παρθεναγωγείου και με αγαλλίαση παρακολούθησε τις γυμναστικές ασκήσεις των κορασίδων[11]. Όμως τα αισθήματα αυτά διαδέχθηκε ακαριαίως «θλίψις καί ἀλγεινή ἀπογοήτευσις, ὅτε ἔκπληκτοι ἠκούσαμεν τό ψαλέν ὑπό τῶν μαθητριῶν τερατολογικόν ἆσμα καθαπτόμενον τῆς αὐτοκρατορικής κυβερνήσεως, ἐξακοντίζον δέ ἀνηκούστους ὕβρεις καί δυσφημίας κατά τοῦ Μουσουλμανικοῦ στοιχείου τῆς νήσου…». Και συνεχίζει «…ὑπό φρίκης καταλαμβάνεται πᾶς ὁ ἀκούων ἐκ τοῦ στόματος τοῦ ἐκ φύσεως συμπαθοῦς καί εὐπλάστου φύλου τῶν γυναικῶν τερατώδεις παρορμήσεις πρός σφαγάς καί ρεύσεις αἱμάτων…».

Στη συνέχεια απειλεί ότι θα διακόψει τη χρηματοδότηση σχολείων τα οποία παράγουν προϊόντα «κινδυνωδεστάτης διαπαιδεύσεως» και υπενθυμίζει ότι κατά την τελευταία τριετία καταβλήθηκαν στα σχολεία τετρακόσιες χιλιάδες γρόσια. Το έγγραφο κλείνει με την απειλή ότι θα αναφέρει τα γεγονότα στον Γενικό Διοικητή Κρήτης και για το λόγο αυτό καλεί την Εφορεία να του γνωρίσει αν το επίμαχο άσμα περιλαμβανόταν στο πρόγραμμα της εκδήλωσης, αν διατάχθηκε η εκφώνησή του εκείνη τη στιγμή ή αν ήταν προϊόν της κρίσης και της θέλησης της δασκάλας Σοφίας Πετυχάκη και καλεί τον Επίσκοπο να του απαντήσει αυθημερόν στα παραπάνω ερωτήματα.

Η Εφορεία απάντησε όντως άμεσα όχι όμως στον διοικητή Ρεθύμνης αλλά απ᾿ ευθείας στον Γενικό Διοικητή Κρήτης στα Χανιά Μαχμούτ Τζελαλεδίν πασά, παρακάμπτοντας το πρωτόκολλο και την ιεραρχία.
Αρχικά δικαιολογεί την απόφασή της να μην απαντήσει στον διοικητή Ρεθύμνης επειδή ο τελευταίος εξετράπη σε ύβρεις και συκοφαντίες και κατά συνέπεια δεν κρίθηκε άξιος να λάβει απάντηση. Κατηγορεί τον διοικητή για διαστροφή των γεγονότων και επικαλείται τη μαρτυρία των αντιπροσώπων των ξένων δυνάμεων που ήταν παρόντες. Ισχυρίζεται ότι το επίμαχο άσμα είναι πολύ παλαιό και συνηθίζεται να απαγγέλλεται σε παρόμοιες περιστάσεις και συνεπώς δεν υπήρχε πρόθεση προσβολής της Κυβέρνησης και των Μουσουλμάνων συμπατριωτών.

Ότι μπορεί πιθανόν αυτού του είδους τα τραγούδια να καλλιεργούν στον άνθρωπο τα έμφυτα αισθήματα της ελευθερίας, σε καμιά όμως περίπτωση δεν διαπλάθουν δολοφόνους και δεν εμπεριέχουν φθοροποιά διδάγματα για «θηριώδεις σπαραγμούς, τερατώδεις σφαγάς και ρεύσεις αιμάτων».
Αναφορικά με την απειλή της διακοπής της χρηματοδότησης, η Εφορεία αναφέρει ότι ήδη από καιρό τα σχολεία έχουν περιέλθει σε δεινή οικονομική κατάσταση λόγω ακριβώς αυτής της έλλειψης χρηματοδότησης. Τέλος παρακαλεί τον Γενικό Διοικητή, αφού αναγνωρίσει τα δίκαια παράπονά της, να προβεί στις σχετικές συστάσεις προς τον Διοικητή Ρεθύμνης. Το έγγραφο της Εφορείας υπογράφουν ο Επίσκοπος Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου Ιερόθεος, ως Πρόεδρος και οι Έφοροι Θεμ. Παπαδάκης, Ιωάν. Καλομενόπουλος, Ιωάν. Τσουδερός, Ιωάν. Βούλγαρης, Μίνως Πετυχάκης και Εμμ. Ζαχαράκης.
Φυσικά ο Γεν. Διοικητής όχι μόνο δεν έδωσε δίκαιο στην Εφορεία, αλλά στην απάντησή του, την οποία έστειλε διά του Μητροπολίτη Κρήτης, απειλεί ότι θα δικάσει την διευθύντρια του Παρθεναγωγείου και ότι διακόπτει τη χρηματοδότηση του σχολείου, το οποίο θεωρεί στο εξής ιδιωτικό.
Περαιτέρω πληροφορίες για το περιστατικό δεν έχομε, ούτε γνωρίζομε αν υλοποιήθηκαν οι απειλές, γεγονός πάντως είναι ότι το επόμενο διάστημα ο τόπος εισέρχεται σε επανάσταση που μπορεί στη διάρκειά της ο χριστιανικός πληθυσμός να εξαθλιώθηκε και να υπέφερε τα πάνδεινα, τελικά όμως κατέκτησε την πολυπόθητη ελευθερία.
Γιάννης Ζ. Παπιομύτογλου

http://rethymniates.blogspot.com
(Δημοσιεύθηκε στο π. Ενοριακή Παρουσία, τχ. 55, σσ. 27-29).