ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η γυναίκα για την οποία ο Δροσίνης έγραψε την «Ανθισμένη Αμυγδαλιά». Ήταν η 16χρονη εξαδέλφη του.

Η «Ανθισμένη Αμυγδαλιά» είναι τραγούδι που γράφτηκε από τον Γεώργιο Δροσίνη και δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο σατιρικό «Ραμπαγάς» το 1882. Το συγκεκριμένο ποίημα, το οποίο έγραψε ο Δροσίνης σε νεαρή ηλικία όταν ακόμη δημοσίευε τους στίχους του με το ψευδώνυμο Αράχνη, μεταφράστηκε σε πολλές ξένες γλώσσες, μελοποιήθηκε από τον Γεώργιο Κωστή (κατά δήλωση του ιδίου) και έχει φωνογραφηθεί σε πολλές εκτελέσεις από διάφορους καλλιτέχνες. Μια απ’ αυτούς είναι και η Νάνα Μούσχουρη.

Πίσω από τους στίχους όμως αυτού του πολύ αγαπητού τραγουδιού κρύβεται μια άγνωστη ιστορία που αφηγήθηκε ο δημοσιογράφος και ιστορικός ερευνητής Γιάννης Καιροφύλας στο βιβλίο του «Η Αθήνα και οι Αθηναίοι 1834-1934». Μια ιστορία που αφορά τον Γεώργιο Δροσίνη και μια μικρή κοπέλα. Η ξαδέρφη του.

Πώς ήρθε η έμπνευση;

Η Δροσίνα Δροσίνη, ξαδέρφη του Γεώργιου Δροσίνη από το Μεσολόγγι, ήταν 16 χρόνων και φοιτούσε στο Αρσάκειο στην Αθήνα. Εκεί εξάλλου έμενε και ο θείος της Χρηστάκης Δροσίνης, με αποτέλεσμα η νεαρή να πηγαίνει συχνά σο σπίτι του για να περάσει τις διακοπές των Χριστουγέννων και τού Πάσχα, παρέα με τα εξαδέλφια της, Κάκια και Γεώργιο Δροσίνη. Πολύ συχνά μάλιστα, ο νεαρός τότε ποιητής συνόδευε την αδελφή και την εξαδέλφη του στους περιπάτους και τα θεάματα. Μια Κυριακή, η Κάκια και η Δροσίνα, κατέβηκαν στον κήπο και άρχισαν να κυνηγιούνται. Ξαφνικά η Δροσίνα, αφήνοντας μακριά την ξαδέλφη της σταμάτησε ανάμεσα σε δύο αμυγδαλιές ανθισμένες.  Η κοπέλα κράτησε με τα χέρια της τους κορμούς, τους κούνησε και τότε τα άνθη, που έπεφταν απ΄ τις αμυγδαλιές σαν καταρράκτης, γέμισαν τα μαλλιά της και τους ώμους της. Τη σκηνή αυτή είδε ο ποιητής από το παράθυρό του. Οι ξαδέλφες έφυγαν από τον κήπο, μπήκαν στο σπίτι και τότε μπήκε ο Δροσίνης κρατώντας ένα φύλλο χαρτί στα χέρια του. Η «Ανθισμένη Αμυγδαλιά» είχε γεννηθεί.

Το ποίημα

Ετίναξε την ανθισμένη αμυγδαλιά
με τα χεράκια της
και γέμισ’ από τα’ άνθη η πλάτη, η αγκαλιά
και τα μαλλάκια της.

Αχ, χιονισμένη σαν την είδα την τρελή
γλυκά τη φίλησα
τής τίναξα όλα τα’ άνθη από την κεφαλή
κι έτσι της μίλησα:

«Τρελή, να φέρης στα μαλλιά σου τη χιονιά
τι τόσο βιάζεσαι;
Μόνη της θάρθη η άγρια βαρυχειμωνιά,
δεν το στοχάζεσαι;

Ποιος το μελοποίησε τελικά;

Το ποίημα για πρώτη φορά δημοσιεύθηκε στο σατιρικό περιοδικό «Ραμπαγιάς» το 1882 . Παρά το ότι ο Γεώργιος Κωστής υποστηρίζει ότι ο ίδιος το μελοποίησε, οι περισσότεροι πιστεύουν ότι ο πραγματικός συνθέτης παραμένει άγνωστος. Για το ποίημα αυτό ο Γ. Δροσίνης γράφει το 1888 στο βιβλίο του «Σκόρπια φύλλα τής ζωής μου»

Εξακολουθώ να πιστεύω πως δεν θα αποκαλυφθή ο πραγματικός συνθέτης, ίσως γιατί δεν υπάρχει. Η «Μυγδαλιά» έχει τον τύπο τής ιταλικής καντάδας και πιθανότατα σε μιας τέτοιας καντάδας τη μουσική συνταιριάστηκε. Το κακό είναι, πως η μουσική έσωσε τους μετριότατους στίχους, ενώ πέρασαν απαρατήρητα τόσα άλλα τραγούδια

Πάντως, όποιος κι αν έγραψε τη μουσική, πρέπει να το έκανε κατά τη διάρκεια τής επιστράτευσης τού 1885 με αποτέλεσμα να διαδοθεί πολύ γρήγορα από τους στρατιώτες σε όλη την Ελλάδα. Κέρδισε γρήγορα τις καρδιές τού κόσμου και δεν έπαψε ποτέ να τραγουδιέται.