ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η Γυναικεία Κρητική φορεσιά

 

Από το 1316 και μέχρι το 1525 η γυναίκα της Κρήτης, ντύνεται με το παλαιό παραδοσιακό φόρεμα του Βυζαντίου, το οποίο διατηρείται αναλλοίωτο για δυόμισυ περίπου αιώνες.

Η εύπορη γυναίκα ντυνόταν με τον χιτώνα (πουκάμισο) που φοριόταν κατάσαρκα και από πάνω το ιμάτιο, ένα μονοκόμματο ρούχο (προσερραμμένο) με ζώνη ή κορδόνι στη μέση. Άλλος τύπος ενδύματος παρουσιάζει δυο ιμάτια, το εξωτερικό τύπου μακριάς δαλματικής που ήταν κοντύτερο από το εσωτερικό και λεγόταν κόττα και το καμίσιο (πουκάμισο). Το καμίσιο καταλήγει καταλή γει στην ποδιά μια πλατιά φούστα. Πάνω από αυτά φορούσαν το μαντύ με ή χωρίς κουκούλα (μανδύας). Τα μαλλιά τα έπιαναν με ένα λεπτό δίχτυ (φιλέ) και από πάνω το βυζαντινό τυρμπάν που χρησίμευε και σαν καλύπτρα (πέπλο). Το στόλισμα της κεφαλής γινόταν με το κούτελον το βυζαντινό (κουτελίκι)που ήταν στ ενή λωρίδα υφάσματος γύρω από το μέτωπο με προσραμμένα χρυσά νομίσματα. Τα παπούτσια τα έλεγαν με τον βυζαντινό όρο φελλάρια και στη συνέχεια κατά την πρώιμη Ενετοκρατία σκαφόνια (λεπτά παπούτσια με τετράγωνες μύτες). Οι δόμοι ήταν το πέλμα των γυναικείων παπουτσιών κατά τα Βυζαντινά χρόνια και χρησίμευαν για τακούνια, δείχνοντας με αυτό τον τρόπο ψηλότερες τις γυναίκες που τα φορούσαν. Την ενδυμασία συμπλήρωναν τα χρυσαφικά: τα κρικέλια ή βέργες (σκουλαρίκια), τα μανίνια (βραχιόλια), τα δακτυλίδια και στο λαιμό τα μανιάκια (περιλαίμια). Οι χωρικές φορούσαν τα ίδια ρούχα, αλλά κατώτερης ποιότητας και χωρίς τα ανάλογα χρυσαφικά. Οι πληροφορίες για τ ην γυναικεία ενδυμασία αυτής της περιόδου μας δίνονται από τους: G. Gerola (τοιχογραφίες), τις μελέτες του Φ. Κουλελέ, τις σμάλτινες πλάκες του στέμματος του Κων/νου του μονομάχου (1042-1050).

Από το τέλος του 15 ου αιώνα το ρεύμα σπρώχνει προς την ιταλική μόδα και η εύπορη χωρική της Κρήτης ακολουθεί τη μόδα της Κρητικής αστής που ντύνεται σύμφωνα με τη μόδα της Βενετίας. Πάνω από τη φούστα φορούσαν την καρπέτα μια φοδραρισμένη φούστα που την ανασήκωναν εμπρός, έπιαναν το γυροπόδι δεξιά και αριστερά και το στερέωναν με κόπιτσες. Αυτό το εμπνεύστηκαν από τις χωρικές της Ενετοκρατίας που για να εργαστούν στα χωράφια ανασήκωναν τη φούστα τους και την στερέωναν στη μέση τους. Στη περιοχή της Κριτσάς Μεραμπέλλου παίρνει το όνομα κούδα (από το ιτακλικό coda= ουρά). Αυτή την περίοδο εμφανίζεται και η σάρζα που τους τελευταίους αιώνες εντοπίζεται στην περιοχή των Ανωγείων. Η στολή αυτή χαρακτηρίζεται από την προσθήκη, πάνω από τη φούστα ενός υφασμάτινου εξαρτήματος, της σάρζας με αποτέλεσμα ένα τμήμα του γυναικείου εσώρουχου να γίνεται ορατό, οι μπατζάκες της βράκας.

Σύμφωνα δε με πολλές μαρτυρίες ηλικιωμένων, σε αρκετά μέρη της Κρήτης, όταν πέθαινε κάποιος, του φορούσαν την καλύτερη φορεσιά του κι έκαιγαν τα υπόλοιπα ρούχα του. Έτσι η συλλογή των στοιχείων για την παραδοσιακή φορεσιά, ήταν φοβερά δύσκολη.

Η είσοδος της ανδρικής βράκας στην Κρήτη, επηρέασε και τη γυναικεία φορεσιά. Οι νέες κοπέλες δανείστηκαν από τους άνδρες το μεϊτάνι και το ονόμασαν ζιπόνι το οποίο κέντησαν με χρυσές κλωστές και ονομάστηκε και χρ υσοζίπονο. Αξίζει εδώ να σημειωθεί η καταπληκτική ομοιότητα του ζιπονιού, που αφήνει το στήθος ανοικτό, με το περικόρμιο των γυναικών της Κνωσού. Το ζιπόνι στην αρχή ήταν κοντό και φορέθηκε πάνω από το φόρεμα. Αργότερα, το 17 ο αιώνα, το φόρεμα χωρίστηκε σε επανωκόρμι και φούστα. Το επανωκόρμι σιγά σιγά αποσύρεται και αντικαθίσταται από κεντημένο πουκάμισο. Αργότερα η φορεσιά συμπληρώνεται με τη διακοσμητική μπροσποδιά, κατάλοιπο της βυζαντινής εποχής.

Σήμερα, σώζονται τρεις χαρακτηριστικές γυναικείες κρητικές φορεσιές, που η καθεμιά πρωτοφορέθηκε σε διαφορετικό σημείο του νησιού, αλλά με την πάροδο του χρόνου εξαπλώθηκαν σε ολόκληρη την Κρήτη: Η σφακιανή φορεσιά, η ανωγειανή ή σάρτζα και η φορεσιά της Κριτσάς ή κούδα.