ΜΕΓΑΛΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ

Η εν ψυχρώ δολοφονία του δικηγόρου έξω από το δικαστήριο Η αντιδικία που οδήγησε στο έγκλημα

Ήταν Οκτώβριος του 1968 όταν, έξω από τη δικαστική αίθουσα, δικηγόροι και διάδικοι συζητούσαν μεταξύ τους αναμένοντας την εκδίκαση των υποθέσεων τους. Ένας 66χρονος δικηγόρος αντάλλασσε απόψεις με έναν συνάδελφό του όταν τον πλησίασε ο ηλικιωμένος αντίδικός του.

Γράφει η Μαρία Ζαχαροπούλου

Βρίσκονταν σε δικαστική αντιδικία για περισσότερο από 10 χρόνια καθώς ο 83χρονος άνδρας κατηγορούσε το δικηγόρο ότι τον είχε… ρίξει σε μία αγοραπωλησία κτημάτων στις Κουκουβάουνες. Από τότε είχαν τακτικά ραντεβού στα δικαστήρια καθώς ο ένας μήνυε τον άλλον, σε μια κόντρα που έμοιαζε να μην έχει τέλος.

Ο 83χρονος αντάλλαξε μία ματιά με τον δικηγόρο και στη συνέχεια βγήκε από το κτίριο για να πάρει καφέ. Δεν πέρασαν παρά λίγα μόνο λεπτά όταν, λίγο μετά τις 10.30 το πρωί, ο ηλικιωμένος άνδρας επιστρέφοντας από το καφενείο έβγαλε από την τσέπη του το όπλο που είχε κρυμμένο, το έστρεψε προς τον 66χρονο δικηγόρο και τον πυροβόλησε.

Εκείνος έπεσε αιμόφυρτος στο έδαφος παρασύροντας και το συνάδελφό του με τον οποίο συνομιλούσε. Τότε ο 83χρονος τον πλησίασε και του έδωσε τη χαριστική βολή. Στα δικαστήρια επικράτησε πανικός με τον ηλικιωμένο άνδρα, εκμεταλλευόμενο το χάος, να φεύγει ανενόχλητος. Ο 83χρονος πήγε στην Ηλιούπολη κάθισε σε ένα ζαχαροπλαστείο και έφαγε ένα ρυζόγαλο.

Τέσσερις ώρες αργότερα πέρασε το κατώφλι του αστυνομικού τμήματος, όπου παραδόθηκε, ομολογώντας πως ήταν εκείνος που πυροβόλησε, εν ψυχρώ, τον άτυχο δικηγόρο. «Εγώ σκότωσα το δικηγόρο» υποστήριξε, δηλώνοντας μετανιωμένος για το κακό που είχε κάνει στην οικογένεια του θύματος. «Δεν έπρεπε να σκοτώσω σε αυτή την ηλικία» είπε μονολογώντας. Ωστόσο, επιχείρησε να δικαιολογήσει την πράξη του ισχυριζόμενος ότι ο δικηγόρος του έφαγε όλη την περιουσία… «θόλωσα από το θυμό μου όταν τον άκουσα να με κοροϊδεύει», ανέφερε.

Οι αστυνομικοί σοκαρίστηκαν όταν διαπίστωσαν πως ο 83χρονος οπλοφορούσε σε καθημερινή βάση. «Δεν πηγαίνω πουθενά χωρίς το περίστροφο μου από το 1945 που το αγόρασα» τους είπε ο ηλικιωμένος, αποκαλύπτοντας πως είχε ράψει ειδική τσέπη στα παντελόνια του για να κρύβει το όπλο του.

Όταν, όμως, ο 83χρονος οδηγήθηκε ενώπιον του ανακριτή άλλαξε το αφήγημά του, ισχυριζόμενος ότι πυροβόλησε γιατί θεωρούσε ότι βρισκόταν σε άμυνα. «Τον είδα να βάζει το χέρι του στην τσέπη και φοβήθηκα ότι θα έβγαζε όπλο και θα με πυροβολούσε» είπε. Μάλιστα, ισχυρίστηκε ότι, τρεις ημέρες πριν από τη δίκη, είχε δεχθεί ένα απειλητικό τηλεφώνημα και γι’ αυτό φοβήθηκε. Κατά τη διάρκεια της απολογίας του ο 83χρονος έκανε ακόμη μία αλλαγή υποστηρίζοντας ότι αγόρασε το περίστροφο όχι το 1945, όπως αρχικά είπε πει, αλλά το 1910 όταν βρισκόταν στην Αμερική.

Τον Ιούλιο του 1969 ο 83χρονος κάθισε στο εδώλιο του κακουργιοδικείου, ωστόσο, μετά από περίπου δύο ώρες η δίκη διεκόπη καθώς, μιλώντας στους δικαστές, έλεγε πράγματα ακατάληπτα και υποστήριζε ότι ήταν ένας από τους 12 μαθητές του Χριστού. Είχε αφήσει μακριά γενειάδα και ξάπλωνε στο εδώλιο, δίνοντας την εντύπωση πως δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί που βρίσκεται. Το δικαστήριο αποφάσισε διακοπή της διαδικασίας ώστε να διενεργηθεί ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη. Τελικά, η δίκη ξεκίνησε το Νοέμβριο του 1969. Αν και η εικόνα που παρουσίαζε ο 83χρονος ήταν παρόμοια με την προηγούμενη συνεδρίαση, η διαδικασία συνεχίστηκε κανονικά με τους συνηγόρους του να προβάλλουν τα ψυχιατρικά προβλήματα που, όπως έλεγαν, αντιμετώπιζε ο εντολέας τους.

Οι ψυχίατροι που εξετάστηκαν, ως μάρτυρες, εξέφρασαν την πεποίθηση ότι ο κατηγορούμενος ήταν ψυχικά διαταραγμένος, αλλά δεν έπασχε από ψυχασθένεια. Τον περιέγραψαν ως έναν άνθρωπο έξυπνο που λειτουργούσε φυσιολογικά, όταν πίστευε ότι δεν τον παρακολουθούσε κανείς. Ο εισαγγελέας, από την πλευρά του, με βεβαιότητα υποστήριξε πως ο κατηγορούμενος έπαιζε θέατρο σε μία προσπάθεια να «πέσει στα μαλακά». Μάλιστα, επικαλέστηκε ανάλογες κινήσεις που είχε κάνει στο παρελθόν για να αποφύγει άλλες περιπέτειες που είχε με την δικαιοσύνη.

Οι μάρτυρες αναφέρθηκαν στην αντιδικία κατηγορούμενου – θύματος η οποία ξεκίνησε το 1955. Τότε το θύμα αγόρασε κτήματα του κατηγορούμενου η  υπογραφή, όμως, των συμβολαίων καθυστέρησε και ύστερα από δύο χρόνια αντιπαραθέσεων, ο δικηγόρος έβγαλε τα κτήματα σε πλειστηριασμό. Ο ηλικιωμένος θεώρησε ότι ο δικηγόρος του «έφαγε» τα χωράφια και απάντησε με μήνυση για πλαστογράφηση και τοκογλυφία. Ο δικηγόρος αθωώθηκε και, με τη σειρά του, μήνυσε τον 83χρονο για ψευδορκία και συκοφαντία. Τα χρόνια που ακολούθησαν συναντήθηκαν πολλές φορές στα δικαστήρια. Τελικά, ο ηλικιωμένος καταδικάστηκε σε φυλάκιση τεσσάρων ετών αλλά άσκησε έφεση. Μία μέρα πριν εμφανιστεί στο δικαστήριο, νοσηλεύτηκε σε ψυχιατρείο με γνωμάτευση ενός ακτινολόγου, καταφέρνοντας να πάρει αναβολή. Τη μοιραία ημέρα επρόκειτο να καθίσει και πάλι στο εδώλιο.

Ο κατηγορούμενος σκιαγραφήθηκε από τους μάρτυρες ως ένας άνθρωπος οξύθυμος, αλαζόνας και επίμονος. Μάλιστα, κατέθεσαν ότι ως μαθητής είχε πυροβολήσει έναν ενωμοτάρχη, ο οποίος είχε προσπαθήσει να τον συλλάβει, γιατί είχε επιτεθεί σε έναν συγχωριανό του.

Τότε είχε υποχρεωθεί να μεταναστεύσει στην Αμερική για να αποφύγει τις συνέπειες του νόμου αλλά και από εκεί επέστρεψε στην Ελλάδα, γιατί μαχαίρωσε έναν άντρα. «Όταν υπηρετούσε στον στρατό, είπαν, είχε επιτεθεί σε ανώτερό του και καταδικάστηκε για το λόγο αυτό από το στρατοδικείο».

Ο κατηγορούμενος είχε καταδικαστεί στο παρελθόν και για διάφορες κομπίνες, ενώ εγκατέλειψε τη σύζυγο και το γιο του, όταν ήταν 3 ετών. Η δεύτερη σύζυγός του τον κατηγορούσε ότι ήταν βίαιος. Ακόμη και ο γιος του μίλησε με τα χειρότερα λόγια για τον πατέρα του. «Τρελάθηκε» είπε χαρακτηριστικά.

Τελικά, το δικαστήριο επέβαλε στον 83χρονο κάθειρξη 18 ετών και δύο μηνών.