ΚΡΗΤΗΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ

Η εποχή της μοδίστρας στην Κρήτη

 

Της Ρίκης Ματαλλιωτάκη

 

 

Τότε που δεν υπήρχαν ακόμα λαϊκές, κινέζικα, και γενικώς το ετοιματζίδικο ρούχο το συναντούσες μόνο ως είδος δυσεύρετο, η μοδίστρα ήταν το πιο οικείο και το πιο αγαπητό πρόσωπο κάθε γυναίκας, αφού ήταν και η μόνη που γνώριζε λεπτομερώς από τα εσώψυχα μέχρι και την παραμικρή ατέλεια του σώματος της.

Κάθε γειτονιά είχε και τις δικές της…κάθε πέντε σπίτια και μία, και όχι βέβαια απαραίτητα στεγασμένες σε πολυτελή ατελιέ.

Ένα δωμάτιο του σπιτιού αφιερωμένο αποκλειστικά στην τέχνη της υψηλής ραπτικής, διαμορφωμένο ασφαλώς ανάλογα:

Ένα  σχοινί  δηλαδή με απλωμένα πάνω του πολύχρωμα υφάσματα, δεκάδες φιγουρίνια με κομψότατες κυρίες, τρίπτυχοι καθρέπτες για να μπορεί η καθρεπτιζόμενη να βλέπει τον εαυτό της δεξιά αριστερά, η Singer μηχανή  στην μια γωνία, η σιδερώστρα στην άλλη γωνία, παράθυρα  γύρω γύρω για  άπλετο φως, και πάνω απ΄ όλα  πολύ μεράκι και αγάπη για τις ιεροτελεστίες που θα ακολουθούσαν  εκεί μέσα.

Γιατί όντως επρόκειτο για ιεροτελεστίες:

Η μοδίστρα με την πελάτισσα, κατ’ αρχήν, συντροφιά με ένα σικάτο φλιτζανάκι καφέ στο χέρι για να καλυφτεί το πολύωρο ψάξιμο και ξεφύλλισμα των φιγουρινιών  που μεσολαβούσε έως την εύρεση της κατάλληλης, για το σώμα, και για την περίσταση, μόδας.

Στην συνέχεια, μια μεζούρα στο χέρι, και παίρνονταν τα στοιχεία για την βάση της σωστής κατασκευής του πατρόν:

Στήθος…

Μέση…

Τάλια…

Περιφέρεια…

Μάκρος….και δυο τρεις μέρες μετά, ακολουθούσε η διαδικασία της  πρώτης πρόβας του φουστανιού.

Στην συνέχεια, δύο πρόβες ακόμα για να μην υπάρχει ψεγάδι, και το ρούχο να είναι εκατό τοις εκατό φινιρισμένο με τις αναλογίες του κορμιού, και μετά…μετά, η πολυπόθητη στιγμή της παράδοσης από την μαθητευόμενη, μικρή μοδίστρα, για να πάρει και το φιλοδώρημα φυσικά.

Σήμερα βέβαια, όλα τα παραπάνω, όχι μόνο δεν λένε τίποτα στους περισσότερους, αλλά, αντίθετα, θα έλεγα είναι παντελώς άγνωστα, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων όπως εμένα για παράδειγμα που καθότι η μάνα μου μοδίστρα, μεγάλωσα με τέτοιες εικόνες κάπου εκεί γύρω στα μέσα της δεκαετίας του 1970.

Οπότε, μπορώ να υπερηφανευτώ πως έχω άμεση γνώμη και άποψη όχι μόνο για μεταξωτά, ταφτάδες, λινά, τσίτια, φορέματα περιπάτου,  φορέματα απογευματινά, και φορέματα βραδινά, μια και το «για όλες τις ώρες και στιγμές τζιν» δεν είχε τότε παρουσιαστεί ακόμα, τουλάχιστον στην Ελλάδα-μα και για πολλά, πολλά ακόμα άλλα.

Για παράδειγμα, αν κλείσω τα μάτια, θα φτάσoυν στ’ αυτιά μου γυναικείες φωνές να συζητούν για  υφασματάδικα όπως του Φανιουδάκη, του Αποστολάκη, του Γιέτη, του Πατμανίδη, του Κουμαρέλη-ελάχιστα από αυτά υπάρχουν ακόμα-αλλά και ακόμα παλαιότερα όπως του Πετρόπουλου, του Καρέλλη, του Χατζάκη, του Μπελαντή, και άλλα…όλα σχεδόν συγκεντρωμένα στην Λεωφόρου Καλοκαιρινού, ή την πάλαι ποτέ Πλατειά Στράτα της πόλης  του Ηρακλείου.

Αν θέλω τώρα αν επιτρέψω στις αναμνήσεις μου να ξεχυθούν πιο ελεύθερες, θα έρθουν στο μυαλό μου και άλλα μαγαζιά με υλικά πρώτης ανάγκης στο ράψιμο, όπως της Λούβαρη, της  Τζανάκη, της  Λεμπιδάκη, της Μαρίκας, και άλλα, που βέβαια δεν υπάρχουν πια.

Μαγαζιά με ολάκερους θησαυρούς καλαισθησίας που καθόριζαν επιλεκτικά το προσωπικό γούστο της κάθε γυναίκας, κουμπιά, δαντέλες, χάντρες, πέρλες, και ένα σωρό άλλα   εξαφάνισε η κάθοδος του   [1] prêt à porter που μετέτρεψε σιγά σιγά το επάγγελμα της υψηλής ραπτικής σε προσόν που απολαμβάνουν οι λίγοι, και τις μοδίστρες της γειτονιάς τις περιόρισε σε μικρά  υπόγεια μαγαζάκια μετατρέποντας τις όλες σε πανομοιότυπα  «Χρυσά ψαλίδια»

Ακριβώς σαν τα  βιομηχανοποιημένα, πανομοιότυπα, ρούχα που αναγκαστικά  φοράμε οι περισσότεροι πια, όλοι μας πια, χωρίς ίχνος, μα ίχνος προσωπικού γούστου και καλαισθησίας.

Η εποχή της μοδίστρας, σαν επάγγελμα τέχνης και υψηλής αισθητικής, έχει περάσει πλέον ανεπιστρεπτί στην σφαίρα του παρελθόντος…