ΓΥΝΑΙΚΑ

Η θέση της γυναίκας στα χρόνια της Παλιάς Αθήνας

 

Τη λέξη «αμπάρωμα», την πρωτοσυνάντησα διαβάζοντας για το τι τραβούσαν στην Αθήνα μας τα νεαρά κορίτσια την εποχή του Όθωνα (1834-1862).

«12 χρονών κι’ ο ήλιος δεν την είδε»

Μια περίοδος πολύ συντηρητική, όπου όλα τα προνόμια ανήκαν αποκλειστικά στον άντρα (με «τ» παρακαλώ και όχι «δ», για να… τρίζει όταν βρίσκεται δίπλα σου).

Τα καφενεία για τον άντρα, τα τροφεία-πανδοχεία-ξενοδοχεία-ταβέρνες για τον άντρα και τα λίγα ζαχαροπλαστεία με γλυκά… για το σπίτι (όταν λέμε «αμπάρωμα» εννοούμε αμπάρωμα, δηλαδή κλείσιμο στο σπίτι). Η μόνη «έξοδος» ήταν η ρέμβη στο παράθυρο ή το μπαλκόνι του πρώτου, για να τηρούνται οι ασφαλείς αποστάσεις και να διοχετεύονται οι πόθοι εκ του μακρόθεν.

«Να κρυφακούν στο παραθύρι οι ανύπαντρες
να τρέμουν απ’ τον πόθο οι παντρεμένες
να κλαίν’ κ’ οι χήρες κάποιες θύμησες
διπλομανταλωμένες»

Λυσσαλέα μάχη έδωσε ο Καποδίστριας για να πείσει τους γονείς ότι και τα κορίτσια πρέπει να μορφωθούν στο σχολείο. Η συντηρητική κοινωνία ούτε ήθελε να τ’ ακούσει. Η περιρρέουσα αντίληψη ήταν ότι τα κορίτσια «μαθώντα γράμματα μεταχειρισθώσι αυτά αντί οργάνων ατόπου ανταποκρίσεως» (σε πιο απλά Ελληνικά, όποια γνωρίζει γράμματα γράφει και ραβασάκια). Και τα πολλά ραβασάκια δεν τα ήθελε ούτε ο θεός του έρωτα!

Δεν ήταν όμως μόνο η κοινωνική αντίληψη για τις σχέσεις των δύο φύλων που δεν ευνοούσε μεγάλα ανοίγματα και «ασχημίες». Ο κόσμος τότε είχε άλλες προτεραιότητες: Να ανοικοδομήσει την ερειπωμένη πόλη, να λύσει τα καθημερινά του προβλήματα, να βγάλει τον επιούσιο, να δημιουργήσει μια καθημερινή ζωή η οποία να στηρίζετε σε γερές οικονομικές και κοινωνικές βάσεις. Με «σαλιαρίσματα» θα ασχολούμαστε τώρα;!

Κάποια εξοχικά καφενεία μετά το 1850, κάποια καφεζαχαροπλαστεία και ζυθοπωλεία άνοιξαν τις πόρτες για όλη την οικογένεια. Έτσι σιγά-σιγά χαλάρωσε κάπως το «αμπάρωμα» και άρχισε η συγκρατημένη και απόλυτα ελεγχόμενη έξοδος με τη μαμά και δίπλα την κόρη, από το χεράκι παρακαλώ, μην τη χάσουμε. Στις ελάχιστες κοινωνικές συναθροίσεις, τα κορίτσια -κοπέλες πια- τραγουδούσαν με πάθος συνοδεία κλειδοκύμβαλου (πιάνου) ή κιθάρας:

«Τι ωραία που είν’ το βράδυ
όταν βγαίνει το φεγγάρι
ένας νέος ν’ ακομπανιάρη
και μια νέα να τραγουδή»!

Και περίμεναν φυσικά από τον πατέρα τους, σαν απόλυτος άρχοντας που ήταν, να λύσει νωρίς-νωρίς (από τα 15) το ζήτημα της αποκατάστασης του παιδιού του και να το αποδώσει παραγωγικό-παραγωγικό στην κοινωνία (δηλαδή να κάνει γρήγορα παιδιά για να έχει κάτι σοβαρό ν’ ασχολείται, εκτός από τον άντρα της και την κουζίνα).

Διαβάζουμε έτσι την εξής στιχομυθία μεταξύ πατέρα και κόρης:

«-Ε, Σοφούλα μου, ξεύρεις δα, σε αρραβώνιασα!
-Με ποιόνα πατέρα, με ποιόνα;
-Α κόρη μου, αυτά δεν λέγονται, είναι ιδιαίτερα»!

Η κατάσταση αυτή συνεχίζεται στο ίδιο και απαράλλακτο μοτίβο και κατά τη ρομαντική περίοδο της Παλιάς μας Αθήνας (1862-1880). Βέβαια για να δικαιολογεί και τ’ όνομά της, αφήνει μια μικρή χαραμάδα στις σχέσεις των δύο φύλων, έτσι, για να κυκλοφορήσουν κάποιες δακρύβρεχτες επιστολές και να δημιουργηθούν κάποια δυνατά, συγκινησιακά ειδύλλια που, όντας λίγα, θα πάρουν μεγάλη δημοσιότητα.

Belle Époque (1880-1910): Ωραία εποχή, γεμάτη όμως απελευθερωτικούς πολέμους και επιστρατεύσεις. Όταν λείπουν οι άνδρες (θα προσέξατε βέβαια ότι πλέον το «τ» έγινε «δ»), τι κάνουν οι γυναίκες; Αναλαμβάνουν αυτές πλέον τα ηνία σε όλους τους τομείς και δείχνουν έτσι την δύναμη που κρύβουν πέρα από τις οικιακές ασχολίες.

Οι πόλεμοι φέρνουν στερήσεις στην αγορά και η αισχροκέρδεια οργιάζει. Η αισχροκέρδεια δημιουργεί μια νέα τάξη: τους νεόπλουτους. Αυτοί με το χρήμα που διαθέτουν επιβάλουν μια νέα κοινωνική συνθηματολογία: «Λεφτά, γυναίκες και κοιλιά είναι η καλύτερη δουλειά». Ένα νέο κεφάλαιο αρχίζει να γράφεται, ένα κεφάλαιο όπου η γυναίκα θα απελευθερωθεί σταδιακά και σε κάποιο ποσοστό από τον συντηρητισμό, και θα ανακαλύψει τη διασκέδαση και το λούσο αντιγράφοντας πλήρως τη μόδα και «άλλες ιστορίες» που διάβαζε για το Παρίσι.

Η ωραία εποχή έστρωσε το χαλί στον Μεσοπόλεμο (1910-1938). Τι έχουμε εδώ; Νέες επιστρατεύσεις και πολέμους, παγκόσμιους αυτή τη φορά, νέες καταστροφές –και τι καταστροφές!- αλλά και νέο αίμα. Οι πρόσφυγες δεν έφεραν μόνο τις γνώσεις και ικανότητές τους, τις επιστήμες και το εμπορικό τους πνεύμα, τη γεμάτη φαντασία κουζίνα τους και τα σοροπιαστά μπινελίκια τους. Φέρανε κοσμοσυρροή, σε μια πόλη που άγγιζε πια το μισό εκατομμύριο ψυχές κι εκεί, η Αθηναία γνώρισε την κουνιστή Σμυρνιά με τα τσαλίμια της, την τσαχπινιά της και τις μυστικές της ερωτικές συνταγές.

Και φυσικά, όσο πλησιάζουμε πλέον τη δεκαετία του ’30, η κατάσταση «ξεφεύγει» εντελώς. Οι γυναίκες εργάζονται, κυκλοφορούν, αποκτούν δικαιώματα και φυσικά, κάνουν ό,τι θέλουν. Πλήρης σεξουαλική απελευθέρωση, αρχής γενομένης από τη θάλασσα (μπαιν-μιξτ) και καταλήγουσα όχι μόνο σε γκαρσονιέρες αλλά, κρατηθείτε, σε… κοριτσιέρες!!! Ναι κυρίες, κύριοι, δόκιμος όρος που πλανάται στην Αθήνα μας από το 1928. Εδώ, βέβαια, ξεσάλωναν τα πάσης φύσεως ντεμουαζελίδια (δεσποινίδια). Για κάποιες, μάλιστα, αριστοκράτισσες ντιστενγκέ (ξεχωριστές) που μόνο στα Γαλλικά συνεννοούνταν, ο όρος αντί για «κοριτσιέρες»  ήταν «φιγιέρες» (από το γαλλικό fille=κορίτσι)!

Είναι πλέον αναμενόμενο όταν ανοίγεις μια εφημερίδα του ’30-’32 να πέφτεις, κάθε δεύτερη αγγελία, σε αφροδισιολόγους, ειδικούς κατά της σύφιλης και της βλεννόρροιας, κάθε τρίτη διαφήμιση να αφορά προφυλακτικά μάρκας «Μπεμπέκα» παρακαλώ και 15 άλλες μάρκες, στις μικρές αγγελίες να συναντάς διαρκώς υπονοούμενα για απελευθερωμένες σχέσεις, τα ανέκδοτα να έχουν συγκεκριμένη κατεύθυνση, τα ρεπορτάζ, ακόμη και των «σοβαρών» εφημερίδων, να κινούνται σε δράματα τιμής και ανακαλύψεις νέων «κέντρων ακολασίας».
Κάτι πολύ σημαντικό συνέβαινε πλέον με τις Γυναίκες στην πόλη…

Σιταράς Θωμάς, Αθηναιογράφος

Διαβάστε κι άλλες ιστορίες για την παλιά Αθήνα στην ιστοσελίδα www.paliaathina.com

Δείτε επίσης