ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ

Η θρυλική «Ψαρού» του Ηρακλείου, επαναστάτρια μιας άλλης εποχής- Έσπασε ένα ανδρικό «άβατο» για να ζήσει, ως χήρα, τα 9 παιδιά της!

Ήταν ίσως η πιο γνωστή μορφή του λιμανιού Ηρακλείου για πολλά χρόνια. Εκεί, ανάμεσα στους άνδρες, πρώτη και μόνη γυναίκα να πουλά ψάρια.

Ήταν ίσως η πιο γνωστή μορφή του λιμανιού Ηρακλείου για πολλά χρόνια. Εκεί, ανάμεσα στους άνδρες, πρώτη και μόνη γυναίκα να πουλά ψάρια που την προμήθευαν τα καΐκια του ενετικού λιμανιού.  Το στέκι της συνήθως στην ανηφόρα της παραλιακής οδού, στην πλατεία 18 Άγγλων.  Από κει έδινε τον αγώνα της, από τότε που έμεινε χήρα για να μεγαλώσει 9 παιδιά. Έμεινε νέα χήρα, παρά το γεγονός ότι είχε ήδη 9 παιδιά!

Και τα κατάφερε σ’ αυτό τον αγώνα, κόντρα σε προκαταλήψεις αλλά και άλλες δυσκολίες, αποδεικνύοντας ότι η ιδιότητα του «παλικαριού» δεν είναι μόνο για τους άνδρες.

Όλοι την ήξεραν με το όνομα «Ψαρού». Αλλά το πραγματικό της όνομα, μ’ αυτό που την γνώριζαν λίγοι, ήταν Καλλιόπη Μυτάρα, από το επώνυμο του άνδρα της. Η φωτογραφία είχε τραβηχτεί τη δεκαετία του ’70 από τον Βασίλη Δρόσο.

Η Καλλιόπη Σαμάρκου, όπως ήταν το πατρικό της, είχε καταγωγή από την Κάλυμνο, αλλά γεννήθηκε στην Αίγυπτο. Ο πατέρας της ήταν εργολάβος και στα 1912 που γεννήθηκε η κόρη του, ήταν στη χώρα της Βόρειας Αφρικής με την οικογένειά του.

Λίγο μετά η μικρή Καλλιόπη επέστρεψε στην Κάλυμνο με τους γονείς της. Δεν έμεινε όμως πολύ στο νησί της καταγωγής της.

Ήρθε στο Ηράκλειο στα 16 της χρόνια. Παντρεύτηκε τον Αντώνη Μυτάρα, κι έκανε μαζί του 9 παιδιά, 3 κορίτσια και 6 αγόρια, πριν χηρέψει, νέα ακόμα, κι ενώ το 9 παιδί της, ο Ορέστης, ήταν ακόμα μωρό. Τον φώναζαν από τότε Αντώνη, για τον πατέρα του.

Κι η Καλλιόπη έπρεπε να θρέψει τα 9 παιδιά της. Από τότε έγινε ένα σύμβολο του Ηρακλείου. Μια επαναστάτρια της εποχής της, την είπαν πολλοί. Στάθηκε όρθια, δεν ένιωσα ποτέ μειονεκτικά και σε εποχές που ήθελαν τη γυναίκα απολύτως στο περιθώριο, εκείνη διάλεξε ένα επάγγελμα «ακραία ανδρικό»: πουλούσε ψάρια στο λιμάνι!

Έκανε και μια δεύτερη «δουλειά», μάλλον ακόμα πιο ασυνήθιστη. Έντυνε τους νεκρούς για τις κηδείες τους! Ήταν ένα παλιό τάμα που εκπλήρωνε.

Την Καλλιόπη την «Ψαρού», που πέθανε στα 79 της την επομένη του Δεκαπενταύγουστου του 1991, μας θύμισε με μια αναφορά της στο facebook η Εύα Λουκάκη, η οποία τη γνώρισε μικρή, σε προσωπικό της δράμα, όταν έχασε τον αδελφό της.  Διαβάστε τη δική της μαρτυρία, που την συνέδεσε για πάντα με τη γυναίκα που έγινε σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής στο Ηράκλειο.

Η ΚΥΡΑ-ΚΑΛΛΙΟΠΗ Η ΨΑΡΟΥ

Το πραγματικό της ονοματεπώνυμο, ήταν Καλλιόπη Μυτάρα.
Λίγοι όμως την ήξεραν και τη φώναζαν μ΄αυτό.
Σε όλους τους παλιούς Ηρακλειώτες, ήταν γνωστή με το όνομα “η Καλλιόπη η ψαρού”.
Η γνωστή γυναικεία φιγούρα που χρόνια και χρόνια και με κάθε καιρό, έστεκε στο έμπα του λιμανιού και πουλούσε ψάρια φρέσκα από τα καΐκια που άραζαν στο λιμάνι.

Την πρωτογνώρισα στα 11 χρόνια μου, όταν μετακομίσαμε οριστικά στο πατρικό μου, την άνοιξη του 1971.
Ήταν γιαγιά της πρώτης φίλης που έκανα στη γειτονιά μας, της Πόπης, που ήταν λίγο μικρότερη από μένα.
Ιδιόρρυθμος τύπος γυναίκας.
Απέπνεε δυναμισμό, ζωντάνια,αγριάδα. Ήταν σαν ένα πλάσμα της θάλασσας και της στεριάς μαζί.
Δεν θυμάμαι να τόλμησε ποτέ κανείς να της υψώσει φωνή για οτιδήποτε.
Μιλούσε λίγο, και δούλευε σκυλίσια.
Δεν την είδα ποτέ μου να΄ναι βαριά ντυμένη, ούτε ακόμα στο καταχείμωνο. Με ένα μαύρο σάλι ήταν τυλιγμένη πάνω απ΄το λεπτό της φόρεμα, όταν μπουμπούνιζε το κρύο και λυσσομανούσε ο αέρας του λιμανιού.

Από κοντά τη γνώρισα στα 16 μου χρόνια, όταν πέθανε ο αδερφός μου.
Ήταν γνωστό σε όλη τη γειτονιά, ότι εκείνη φρόντιζε και άλλαζε τους νεκρούς, εκπληρώνοντας ένα παλιό της τάμα.
Και χωρίς να σας διηγηθώ αχρείαστες λεπτομέρειες, τη θυμάμαι ένα πρωινό να τη βλέπω για πρώτη φορά στο σπίτι μας, να ανεβαίνει ορμητικά την εσωτερική σκάλα, για να ξεκρεμάσει από τη ντουλάπα του δωματίου του αδερφού μου το καλό του κοστούμι.
Έτσι κατάλαβα…ότι δεν θα τον ξανάβλεπα ζωντανό, δεν θα γύριζε πίσω από το νοσοκομείο που νοσηλευόταν.

Θυμάμαι αμυδρά μέσα στις εφιαλτικές ώρες που ακολούθησαν όμως, ότι εκείνη είχε το γενικό πρόσταγμα στα πάντα, φροντίζοντας για ότι χρειαζόταν, φτιάχνοντας καφέδες, κερνώντας όσους έρχονταν στο σπίτι, στηρίζοντας, παρηγορώντας, διευθετώντας τα πάντα.

“Μίλησε…κλάψε…φώναξε” με πρόσταξε κάποια στιγμή κρατώντας τα χέρια μου και προσπαθώντας να τα ζεστάνει στα δικά της.
Τα μάτια της δυο μικρές ζωντανές ελίτσες…ολόμαυρα και επιβλητικά.
Τα χέρια της απερίγραπτα τραχιά…ακόμα θυμάμαι την αίσθηση της επαφής τους.
Εγώ..βυθισμένη μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας και υπό την επήρεια ηρεμιστικών, απλώς ανασήκωσα τους ώμους μου. Δεν έβγαινε φωνή.
Με σήκωσε σαν το φτερό απ΄την καρέκλα που καθόμουνα, και με οδήγησε έξω απ΄το δωμάτιο που ξενυχτούσαμε, μ΄έβαλε να καθίσω στο πεζοδρόμιο στο τσουχτερό ακόμα βραδινό αγιάζι του Μάη.
Μου΄βαλε στα χέρια μια κούπα ζεστό ζωμό κρέατος, και με πρόσταξε να το πιω.΄Ετρεμα…προσπάθησα αλλά δεν μπόρεσα.Η μυρωδιά μου΄φερε ανακατωσούρα. Την κοίταξα μ΄ απελπισία…κι εκείνη κατάλαβε.
Μου πήρε την κούπα, την ακούμπησε δίπλα της στο σκαλοπάτι.
Κάθισε δίπλα μου στριμωχτά, έσφιξε το μαντήλι γύρω από το κεφάλι της, πέρασε τα χέρια της απ΄ το πρόσωπό της σαν να πλενόταν…κι άρχισε να μου μιλάει.

“Ξέρω ότι σου φαίνουνται όλα τώρα κόρη μου μαύρα. Φουρτούνα μεγάλη σηκώθηκε. Παλεύεις με τα κύματα πες…αλλά η μάνα σου κι ο πατέρας σου είναι ακόμα χειρότερα από σένα. Παιδί χάσανε. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη συμφορά . Εσύ τους απόμεινες μονάχα. Από σένα μόνο περιμένουνε χαρά. Θα συνέρτεις κόρη μου. Θα δεις…θα συνέρτεις.
Η ζωή έχει μπουνάτσες και φουρτούνες. Και θέλει πέτρα την καρδιά να την παλέψεις”
“Δεν είναι όλοι δυνατοί σαν κι εσένα κυρα-Καλλιόπη…” τόλμησα να ψιθυρίσω.
” Χα…δυνατή! Εγώ δυνατή; Αααχχχ…κόρη μου. Μια τσιλιβήθρα ήμανε άμαν ήρτα νύφη εδώ απ΄τη Σύμη. Η κάτω πέτρα του μύλου. Μια μύξα.Μ΄έφαγε ο έρωτας βλέπεις κακό χρόνο να΄χω…Βρήκα το φαντάρο…αμάθητο ήμανε από αγάπες…ομορφόπαιδο ο Αντώνης…Κρήτη σκέφτηκα. Μεγάλο νησί…
Μου μιλούσε η πεθερά μου κι εγώ κοίταζα το πάτωμα απ΄τη ντροπή. Και φτώχεια…και αναποδιές…ένα καμαράκι όλο κι όλο και η κουζίνα κι ο καμπινές στην αυλή. Δώδεκα νοματαίοι ο ένας πάνω στον άλλο.

Ήτανε βλέπεις και καρπερός o μακαρίτης…το παλτό του να μου΄ριχνε πάνω μου ήπιανα παιδί κατ΄ευθείαν..και το πεθερικό να διατάζει. Θεός σχωρέσ΄τη…
Και ν΄απομείνω χήρα στην κατοχή, με εννιά κούτσικα στην ευθύνη μου να θρέψω. Εκεί σε θέλω γω να δεις. Γίνεσαι δράκος κυρα-Καλλιόπη;
Μωρέ να δεις για πότε δεν ξεσουβιάστηκα…Και τι δεν έκαμα. Δράκαινα γίνηκα. Να τα κρατήσω ζωντανά. Να τα ταΐσω κείνα,κι εμένα να κολλάνε τ΄άντερά μου στην πλάτη μου απ΄την πείνα.
Τι σκάλες σφουγγάρισα, τι διακονιάρισσα γίνηκα…και ξέρεις ποιο είναι το μυστικό; Να μην καταλάβουνε οι άλλοι το φόβο σου. Να χιμάς πρώτη πριν σου χιμήξουν αυτοί.΄Αντρες εσείς; Δράκαινα εγώ! Ελάτε αν κοτάτε να σας μάθει η Καλλιοπίτσα πόσ΄απίδια χωράει ο σάκος.
Να μην τα θυμάμαι πια…ο Θεός να με συχωρέσει.
Κι από τότε μέχρι σήμερα τρέχω και δε φτάνω,΄Ολα ζήσανε…όλα τα πάντρεψα.΄Αλλα μ΄ακούσανε…κι άλλα κάμανε του κεφαλιού ντως.”
Ανασήκωσε τους ώμους της…ψευτογέλασε. Με σκούντησε με τον αγκώνα της.
“Εσύ να μάθεις γράμματα κόρη μου. Και ν΄ακούς την ορμήνια των γονέων σου. Θα δεις…σιγά-σιγά θα περάσουνε τα χρόνια…θα παντρευτείς…θα παιδιωθείς…”

Μου φάνηκε τότε…τόσο παράλογη αυτή η σκέψη. Τόσο μακρινή…το μόνο που ήθελα ήταν να κλείσω τα μάτια μου και να χαθώ…
΄Εσκυψα το κεφάλι, κάλυψα το πρόσωπό μου με τις χούφτες μου και ξέσπασα -επιτέλους- σε ένα γοερό κλάμα.
Μου΄δωσε απ΄την τσέπη της ένα καθαρό, πάνινο μαντιλάκι να σκουπιστώ.
“Θα συνέρτεις κόρη μου…θα δεις. Θα συνέρτεις..” μου ξανάπε όταν καταλάγιασα κάπως. Μου ξανάδωσε την κούπα με το ζωμό, που΄χε πια χλιαρύνει και ήπια δυο γουλιές.
“Πάμε μέσα τώρα…λίγες ώρες μείνανε ακόμα” μου΄πε.

Από τότε, δεν ξαναμιλήσαμε ποτέ οι δυο μας.
Δεν είχε χρόνο για γειτονικές η κυρα-Καλλιόπη. Μετακομίσαμε κιόλας προσπαθώντας οικογενειακώς να αλλάξουμε περιβάλλον, νοικιάσαμε το σπίτι μας και πήγαμε στο νοίκι κι εμείς.
Θυμάμαι μόνο μια γειτόνισσα, απ΄αυτές που δε χρωστάνε ποτέ τους να πουν καλό λόγο για κανένα, να υπονοεί ότι υπήρχαν σκιές στο παρελθόν της κυρα-Καλλιόπης, κι η μάνα μου να της κόβει το βήχα με αυστηρό ύφος.
“Δεν ξέρω τι λέει ο ένας κι ο άλλος. Εύρε χίλια πώματα να φράξεις χίλια στόματα. Εγώ ξέρω ότι απ΄αυτή τη γυναίκα μόνο καλό είδα. Και ο μόνος κατάλληλος να την κρίνει κι αυτή, κι εμένα, κι εσένα, είναι ο Θεός. Εκείνος μόνο ξέρει και τις πράξεις και την καρδιά του καθένα.
Εγώ καλό είδα από κείνη, μεγάλη χάρη της χρωστάω. Ο Θεός να της το ξεπληρώσει” ήταν περίπου τα λόγια της.
Και…όχι επειδή ήταν μητέρα μου…αλλά επειδή συμφωνώ απολύτως, προσυπογράφω κι εγώ.
Θα σε θυμάμαι πάντα μ΄αγάπη κυρα-Καλλιόπη.
Καλή αντάμωση…

candianews.gr