ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η ιστορία της πρώτης ελληνικής ταινίας μεγάλου μήκους-το φιλμ συμμετείχαν περίπου 100 ηθοποιοί – Ο παραγωγός φαλίρισε – Ποιος ήταν ο πρώτος θεατής που την είδε

Ο ελληνικός κινηματογράφος έχει περάσει χρυσές εποχές, αλλά και αντίστοιχες που ήταν σε πλήρη αδράνεια. Έχει δώσει στο κοινό μερικά σπουδαία έργα αλλά και κάποια άλλα που απλά δεν… βλέπονται.

Η ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου ξεκινάει πίσω στο μακρινό 1914.  Ήταν τότε που δημιουργήθηκε ένα ξεχωριστό και άκρως… ελληνικό κινηματογραφικό είδος το οποίο άκμασε περίπου τέσσερις δεκαετίες αργότερα.

Αν νομίζετε, πάντως, πως σε αυτή την ιστορία είναι όλα ρόδινα, πέφτετε έξω. Ο σκηνοθέτης και παραγωγός της ταινίας έριξε όλα του τα λεφτά σε αυτό το πρωτόγνωρο για τα ελληνικά δεδομένα στοίχημα και απέτυχε καθώς για τους Έλληνες το συγκεκριμένο… «άθλημα» ήταν κάτι το άγνωστο και του γύρισαν την πλάτη.

Παρ’ όλα αυτά, τόσο αυτός όσο και η ταινία του, η θρυλική, πλέον, σήμερα, «Γκόλφω» έμειναν στην ιστορία και έγραψαν το δικό τους ξεχωριστό κεφάλαιο στον ελληνικό κινηματογράφο.

Το ξεκίνημα του ελληνικού κινηματογράφου

«Εις το πυκνόφυλλο δάσος του Σκαραμαγκά και εις τα ωραία τοπεία πλησίον της Ελευσίνος, από ημερών λαμβάνουν χώραν περίεργοι σκηναί. Αρρενωποί φουστανελοφόροι, ωραίες βοσκοπούλες με τα γιορτινά τους, ποιμένες και πιστικοί, χορεύουν και διασκεδάζουν, συγχρόνως λαμβάνουν χώραν και δραματικά επεισόδια, φόνοι και διαπληκτισμοί.

Τι να συμβαίνη; Απλούστατα Εταιρεία κινηματογραφικών ταινιών εμάζεψε όλους σχεδόν τους ηθοποιούς, οι οποίοι δεν ήρχισαν ακόμη να εργάζωνται και κινηματογραφεί το ωραίον λαϊκόν δράμα του κ. Περε­σιάδη «Η Γκόλφω». Αι κουίνται αντικατεστάθησαν διά φόντου φυσικού και αι σκηναί του δράματος εκτυλίσσονται σε αληθινές ραχούλες και η λιγερές πηγαίνουν σε αληθινή βρύσι να πάρουν νερό. Η ιδέα είνε ωραιοτάτη και αν η εκτέλεσις είνε καλή, η Γκόλφω θα είνε μία από τας ωραιοτέρας και πρωτοτυποτέρας ταινίας του κινηματογράφου».

Το παραπάνω -γλαφυρότατο είναι η αλήθεια- ρεπορτάζ δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Έθνος» στις 10 Απριλίου 1914 και επί της ουσίας είναι η πρώτη επαφή των Ελλήνων με τον εγχώριο κινηματογράφο. Το ρεπορτάζ προαναγγέλλει κάτι που δεν είχε προηγούμενο στη χώρα. Μια μεγάλου μήκους ταινία.

Δυο ημέρες αργότερα εκπρόσωποι του Τύπου θα έχουν την τύχη να είναι οι πρώτοι που θα παρακολουθήσουν κάποια αποσπάσματα από την ταινία που βασίστηκε στο βουκολικό ερωτικό δράμα του Σπυρίδωνα Περεσιάδη. Την επόμενη οι εφημερίδες ενημερώνουν πως η ταινία θα κάνει πρεμιέρα σε μερικές ημέρες.

Αυτό -για άγνωστους λόγους- δεν έγινε. Τον Ιανουάριο του 1915 γίνεται η πρώτη προβολή ολόκληρης της ταινίας αλλά για έναν και μοναδικό θεατή. Η προβολή έγινε στα ανάκτορα και ο μόνος που την είδε ήταν ο τότε βασιλιάς Κωνσταντίνος.

«Εις την Α. Μεγαλειότητα ήρεσε πολύ και μάλιστα εξέφρασε την επιθυμίαν Του, όπως κινηματογραφηθώσι και άλλα έργα», έγραφε η εφημερίδα «ΣΚΡΙΠ» στο ρεπορτάζ της.

Τελικά η πολυπόθητη πρεμιέρα για το κοινό έγινε στις 22 Ιανουαρίου 1915 στον κινηματογράφο «Πάνθεον» της πλατείας Ομονοίας (Πανεπιστημίου 73). Ο Τύπος αποθέωσε το αποτέλεσμα αν και εστίαζε σε κάποια προβλήματα όπως «ως προς την καθαρότητα της εικόνας λόγω του λάθος φωτισμού», λάθη, ωστόσο, που δικαιολογήθηκαν «ως αναμενόμενα, εφόσον επρόκειτο για την πρώτη ελληνική ταινία».

Κάθε αρχή και δύσκολη και η οικονομική αποτυχία… σχεδόν σίγουρη

Η προβολή της ταινίας διήρκεσε έξι ημέρες. Στην Αθήνα το κοινό γέμιζε τον κινηματογράφο κάθε βράδυ. Έπειτα προβλήθηκε για τρεις ημέρες στον «Ολύμπια» του Πειραιά.  Στη συνέχεια, ωστόσο, ξεκίνησε μια περιοδεία στην επαρχία και εκεί τα πράγματα δεν ήταν τόσο ρόδινα. Αρχικά Πάτρα, την άνοιξη στη Θεσσαλονίκη, και τον επόμενο χειμώνα στην Κρήτη.

Εκεί η ανταπόκριση του κοινού δεν ήταν και τόσο μεγάλη. Επιπλέον το κόστος διαρκώς μεγάλωνε και τελικά έφερε την καταστροφή για τον σκηνοθέτη- παραγωγό.

Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά το συνολικό κόστος για τη «Γκόλφω» ανήλθε στο ιλιγγιώδες για την εποχή ποσό των 100.000 δραχμών. Πιθανότατα αυτό ήταν ένα ποσό το οποίο δύσκολα θα μπορούσε να καλυφθεί όσο μεγάλη επιτυχία και να είχε η ταινία. Φαίνεται, ωστόσο, πως για τον παραγωγό Κώστα Μπαχατώρη το ζήτημα ήταν να δημιουργηθεί και ας… έμπαινε και λίγο μέσα.

Όπως αποδείχθηκε, ωστόσο, ακόμα και αυτό ήταν εξαιρετικά δύσκολο και έτσι ο Μπαχατώρης μετά την εισπρακτική αποτυχία της ταινίας εγκατέλειψε οριστικά τα φιλόδοξα κινηματογραφικά σχέδιά του.

Ακόμα και έτσι, ωστόσο, ο Μπαχατώρης κατάφερε και έγραψε ιστορία καθώς αφενός πέρασε στον πάνθεον του ελληνικού κινηματογράφου ως ο άνθρωπος που το τόλμησε πρώτος και αφετέρου δημιούργησε την πρώτη ταινία «φουστανέλας», ενός αποκλειστικά ελληνικού κινηματογραφικού είδους, που άκμασε πολλά χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα τις δεκαετίες του ’50 και του ’60!

Ένα βουκολικό ερωτικό δράμα

Η φτωχή Γκόλφω, μια ορφανή και εξαιρετικά όμορφη νεαρή βοσκοπούλα, ξενοδουλεύει υπηρετώντας τον τσέλιγκα Ζήση. Ερωτεύεται τον Τάσο, παρά τη στενή πολιορκία του πλούσιου Κίτσου. Η Γκόλφω δεν θαμπώνεται από τα πλούτη του Ζήση και παραμένει πιστή στους όρκους αγάπης που έχει ανταλλάξει με τον Τάσο ο οποίος δεν περνάει καλύτερα διότι δέχεται πιεστικά προξενιά για να παντρευτεί την εξαδέλφη του Κίτσου και κόρη του τσέλιγκα, Σταυρούλα.

Τελικά, όμως, ο Τάσος αποδεικνύεται περισσότερο… επιρρεπής (για να το θέσουμε ευγενικά)  στα προικιά της Σταυρούλας, υποκύπτει, χαλάει τον αρραβώνα που στο μεταξύ έχει κάνει με την Γκόλφω, την οποία διώχνει και τελικά παντρεύεται την ξαδέρφη του Κίτσου.

Η Γκόλφω και ο πατέρας του Τάσου μάταια προσπαθούν να τον μεταπείσουν καθώς ο Τάσος είναι αμετακίνητος. Τελικά η όμορφη βοσκοπούλα χάνει τα λογικά της. Αρχικά καταριέται τον Τάσο, όμως την παραμονή του γάμου του με τη Σταυρούλα του δίνει την ευχή της και φεύγει. Ο Τάσος μετανιώνει πικρά για την όλη του συμπεριφορά και κυνη­γάει την αγαπημένη του, όμως είναι αργά. Η Γκόλφω έχει ήδη φαρμακωθεί και τελικά αφήνει στα χέρια του την τελευταία της πνοή. Ο Τάσος μη μπορώντας ν΄ αντέξει την απώλεια αυτοκτονεί δίπλα της!

Σύμφωνα με τον θρύλο το τελευταίο πλάνο της ταινίας (μετά την «πενιχρά και άσημο» κηδεία της ηρωίδας) έδειχνε δύο σταυρούς υπό τη σκιά δύο κυπαρισσιών μέσα στο σκοτάδι της νύχτας. Ήταν οι σταυροί του Τάσου και της Γκόλφως που πλέον αναπαυόταν ο ένας δίπλα στον άλλο.

Δυστυχώς σήμερα, απ’ όσα τουλάχιστον είναι γνωστά, δεν υπάρχει κάποια κόπια της ταινίας. Όπως ο ίδιος ο Μπαχατώρης είχε πει τα φιλμ της ταινίας καταστράφηκαν στις ένοπλες συγκρούσεις του Νοεμβρίου του 1916 ανάμεσα σε Βενιζελικές και αντιβενιζελικές δυνάμεις.

Όλα τα γυρίσματα της ταινίας, με δεδομένο πως στούντιο, όπως τα ξέρουμε σήμερα, δεν υπήρχαν, έγιναν σε φυσικά τοπία, προσεκτικά επιλεγμένα. Χελμός, Ελευσίνα, το δάσος του Ευταξία στην Κόρινθο, ο Πύργος της Βασιλίσσης είναι μερικά από αυτά. Η διασκευή του θεατρικού έργου έγινε από άτομο που είχε έρθει ειδικά γι αυτό το σκοπό από την Ευρώπη και λέγεται, μάλιστα, πως έγινε και τουλάχιστον μια προβολή της ταινίας στο Παρίσι, αν και δεν υπάρχουν σχετικά στοιχεία που να το αποδεικνύουν.

Συνολικά στην «Γκόλφω» εμφανίστηκαν περίπου 100 άτομα. Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν γνωστοί ηθοποιοί εκείνης της εποχής, μέλη των λεγόμενων «μπουλουκιών», που τριγύρναγαν την επαρχία κι έπαιζαν το θεατρικό έργο του Περεσιάδη σε πόλεις και χωριά. Τον ρόλο της Γκόλφως κράτησε η Βιργινία Διαμάντη και σε βασικούς ρόλους εμφανίστηκαν οι ηθοποιοί Ολυμπία Δαμάσκου (1878-1951), Ζάχος Θάνος (1884-1946) και Γεώργιος Πλουτής.