ΚΡΗΤΗΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η ιστορία του τόπου μας μέσα από ένα λαϊκό στιχούργημα

Της Ρίκης Ματαλλιωτάκη

 

Το 1953, από τον Τουρκοκρητικό Μεχμέτ Αλή Τσινάρ, άλλοτε κάτοικο του Μ. Κάστρου, στάλθηκε στον Νικόλαο Σταυρινίδη ένα στιχούργημα γραμμένη επίσης από Τούρκο Κρητικό ριμαδόρο στο παλιό γλωσσικό ιδίωμα της ανατολικής Κρήτης. Μέσα στο στιχούργημα αυτό υπάρχουν πολλές πληροφορίες που συνδέονται με την ταραχώδη ιστορία του περασμένου αιώνα και οι οποίες διαφωτίζουν σε πολλά σημεία την πρόσφατη ιστορία του τόπου μας.
Με το στιχούργημα όμως τούτο δεν έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα κανένας από τους ιστοριογράφους της Κρήτης ούτε επίσης είναι καταχωρημένο σε κάποια από τις γνωστές συλλογές Κρητικών δημοτικών ασμάτων.

Όμως θα άξιζε το κόπο να ασχοληθεί κάποιος μαζί του αφού περιγράφει την ιστορία ενός Τούρκου μεγιστάνα που πολέμησε με πάθος ενάντια στους απελευθερωτικούς αγώνες των Κρητικών καθώς και μιας χριστιανής που κλείσθηκε βίαια σε ένα τούρκικο χαρέμι, τεκνοποίησε εκεί χαρίζοντας πέντε παιδιά στον Τούρκο αφέντη της που σχεδόν τα πιο πολλά από αυτά έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην ιστορία της Τουρκίας

Ο μεγιστάνας αυτός ήταν ο Αρβανίτης Μουσταφά πασάς που έφθασε στην Κρήτη στα 1822, ως Μουσταφά Βέης, με τον αρχηγό των αιγυπτιακών επικουρικών στρατευμάτων , Χασάν Πασά, στην αδυναμία τους να υποτάξουν τους Κρητικούς που είχαν ξεσηκωθεί το 1821 κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας

Αυτός ο Μουσταφά Βέης πολέμησε τους Κρητικούς ως το 1828 που έσβησε η επανάσταση και όταν η Κρήτη περιήλθε στην Αιγυπτιακή κυριαρχία διατέλεσε σαν Γενικός Διοικητής της έως το 1840 σαν Μουσταφά πασάς πια. Συνέχισε κατόπιν να βρίσκεται στην Κρήτη μέχρι το 1851 ως Σερασκέρης (Γεν.Διοικητής) με την τούρκικη κυριαρχία, οπότε και τον ανακάλεσε ο Σουλτάνος στην Πόλη όπου τον διόρισε για λίγο χρονικό διάστημα Μέγα Βεζίρη (Πρωθυπουργό).

Στη μεγάλη επανάσταση του 1866 στάλθηκε πάλι στην Κρήτη για να την καθησυχάσει κι έκλεισε το στρατιωτικό του στάδιο με την επίθεση κατά της Μονής Αρκαδίου και την ανατίναξη της πυριτιδαποθήκης της. Στην Κρήτη τούτος ο άνθρωπος παρέμεινε ουσιαστικά είκοσι ολόκληρα χρόνια κι έμεινε στην ιστορία ως Γκιριτλή Μουσταφά Πασάς, δηλαδή ο Κρητικός.

Πλούτισε σε αφάνταστο σημείο και δημιούργησε τεράστια αγροτική και αστική περιουσία σε ολόκλήρη την Κρήτη. Φεύγοντας από το νησί μετέφερε στην Πόλη αμύθητους θησαυρούς κι εκεί δάνεισε στην Τουρκία διακόσιες πενήντα χιλιάδες όπου με τα χρήματα αυτά η Τουρκία έκαμε τον Κιριμαικό πόλεμο.Όταν βρίσκονταν στην Κρήτη άρπαξε με βίαιο τρόπο κι έκλεισε στο χαρέμι του μια πολύ όμορφη χριστιανή γυναίκα, ξακουστή σε όλο το νησί για τα κάλλη της, την Ελένη από την οικογένεια των Βολάνηδων ή Βολανάκηδων και από το χωριό Σκουλούφια Μυλοποτάμμου, όπως γράφεται στα τουρκικά έγγραφα.

Μαζί της δημιούργησε μεγάλη οικογένεια. Λεπτομέρειες για τον τρόπο με τον οποίο η χριστιανή γυναίκα γνωρίστηκε με τον Τούρκο πολεμιστή και πότε ακριβώς κλείσθηκε στο χαρέμι του, δεν είναι γνωστές. Εκείνο πάντως που είναι γνωστό και ιστορικά αποδεδειγμένο είναι πως στα 1825 γεννήθηκε ο πρώτος γιος της, ξακουστός κι αυτός για την ομορφιά του, Βελή Βέης.

Από αυτό συμπεραίνεται πως η Ελένη κλείσθηκε στο χαρέμι του γύρω στα 1823 περίπου. Τότε δηλαδή που η επανάσταση είχε σβήσει πρόσκαιρα και είχε μουτίσει (δειλιάσει) η Κρήτη Τότε ακριβώς ήταν που έγιναν και πολλές ομαδικές αλλαξοπιστίες και εξισλαμισμοί οπότε το πιθανότερο η όμορφη χριστιανή θα κλείσθηκε και στο χαρέμι του Μουσταφά. Οι ιστορικές πηγές αναφέρουν και μια άλλη χριστιανή κοπέλα που σύρθηκε τότε στο γυναικωνίτη του.

Πρόκειται για την Μαρία Πάγκαλου από την Κριτσά μόνο που γιαυτήν δυστυχώς δεν έχουν βρεθεί περισσότερες λεπτομέρειες μέχρι στιγμής τουλάχιστονΚατά τα τούρκικα ιστορικά έγγραφα που βρέθηκαν στο Τούρκικο Αρχείο Ηρακλείου ο Μουσταφά Πασάς απέκτησε παιδιά από πέντε γυναίκες. Ο Ιερός Νόμος των Μουσουλμάνων τους επιτρέπει να παίρνουν μόνο τέσσερις γυναίκες, μπορούν όμως να έχουν όσες παλλακίδες θέλουν και τα παιδιά που γεννιούνται από αυτές να θεωρούνται νόμιμα.

Η στοματική παράδοση διέσωσε λοιπόν σχετικά με την Ελένη ότι δεν αλλαξοπίστησε και ότι πέθανε χριστιανή στην Πόλη κάτι μάλιστα το οποίο πιστοποιείται και από τούρκικα έγγραφα. Η γυναίκα αυτή σημειώνεται ότι αποκαλείται «Ντουντού» έκφραση που δεν δίνεται από τους Τούρκους σαν όνομα αλλά σαν τίτλος. Ανάμεσα σε πολλές γυναίκες οι οποίες συζούν σε ένα γυναικωνίτη, ο τίτλος αυτός δίνεται στην πιο ηλικιωμένη και έχει την έννοια της «Πρώτης Κυρίας»

Αυτόν λοιπόν το προνομιακό τίτλο φέρνει η Ελένη μέσα στο γυναικωνίτη του Μουσταφά Πασά και μάλιστα σημειώνεται και στο τούρκικο έγγραφο πρώτη και κατά σειράν.Σύμφωνα λοιπόν με το έγγραφο αυτό η Ελένη ή αλλιώς Ντουντού Χανούμ έκαμε στο Μουσταφά Πασά πέντε παιδιά. Μια κόρη και τέσσερα αγόρια. Η κόρη, της οποίας το όνομα δεν αναφέρεται στο έγγραφο, πέθανε τον Οκτώβρη του 1844

.Ο μεγαλύτερος γιος όμως του Μουσταφά και της Ελένης ήταν ο «ωραίος» όπως τον αποκαλούσαν Βελή Πασάς που έγινε γνωστός όταν ως Πρεσβευτής της Τουρκίας στο Παρίσι ξετρέλαινε στην κυριολεξία τον εκεί γυναικόκοσμο της αριστοκρατίας κι έφθασαν οι ερωτικές του επιτυχίες έως ακόμα και μέσα στην Βασιλική αυλή.Τους υπόλοιπους γιους του ο Μουσταφά Πασάς πριν ακόμα ενηλικιωθούν τους είχε διορίσει ως Καϊμακάμηδες (υποδιοικητές) στις τρεις πόλεις της Κρήτης.

Έτσι το 1846 βρίσκει το τρίτο γιο του, Κερήμ Βέη, Καϊμακάμη στα Χανιά.Την εποχή αυτή βρίσκονταν στα Χανιά και ο Κυριάκος Βενιζέλος, πατέρας του Μεγάλου Ελευθερίου Βενιζέλου που μόλις είχε επιστρέψει στη Κρήτη μετά την κατάπαυση της επανάστασης του 1821.Ο Κ Βενιζέλος είχε ελληνική υπηκοότητα και εμπορευόταν στα Χανιά.

Εκεί, στις Μουρνιές παντρεύτηκε την Στυλιανή Πλουμιδάκη, κόρη Οθωμανού υπηκόου.Ο πανίσχυρος όμως Μουσταφά Πασάς εξεβίαζε όλους τους έλληνες υπηκόους να αλλάξουν την υπηκοότητα τους και να να αποκτήσουν τούρκικη. Αυτό ήταν κάτι το οποίο δεν το δέχθηκε ο Βενιζέλος με αποτέλεσμα να εξοριστεί και να καταφύγει τότε στην Σύρο. Σχετικά με τις καταδιώξεις και την στάση του Μουσταφά Πασά εναντίον του Βενιζέλου γράφει ο ιστορικός Ψιλάκης:

«Περιβόητος κατέστη τότε η καταδίωξης του Έλληνα υπηκόου Κυριάκου Βενιζέλου διότι ενυμφεύθη υπηκόον Οθωμανή ραγιάδισαν εν Μουρναίς, καταγόμενη εκ του έγκριτου εν Θερίσω οίκου των Χάλιδων.

Ο Βενιζέλος κατεδιώκετο επί σειρά δεκαετηρίδων όπως απαρνηθεί την Ελληνική Εθνικότητα του και ούτω του επιτραπεί η εν τη πατρίδα αυτού διαμονή αλλά εις μάτην ο Μουσταφά εμόχθει..»Ο Βενιζέλος γράφει από την Σύρο στον Έλληνα Πρόξενο στα Χανιά να φροντίσει την υπόθεση του γιατί η απέλαση του τον καταστρέφει οικονομικά κι εκείνος του απαντά:

«Είναι περιττόν να επανέλθω εις την κατηγορίαν,την οποία η εξουσία διηύθυνε καθ΄ υμών,επειδή εις την διαμαρτυρίαν την οποία κατ΄ αρχάς διηύθυνα εις τον Κερίμ Βέη και ακολούθως εις τας επιστολάς μου προς τον Μουσταφά πασά…»

Η υπόθεση αυτή του Βενιζέλου και η αντίδραση που συναντά για την επιστροφή του στην Κρήτη τόσο από τον Μουσταφά όσο και από τον γιο του Κερήμ Βέη αποδίδονται γλαφυρά στο λαϊκό στιχούργημα και δείχνουν έντονα το ζοφερό κλίμα της εποχής που επικρατούσε.

Στους στίχους του ακόμα φαίνεται καθαρά ότι ο Κερήμ Βέης πέθανε πολύ νέος στο Παρίσι αλλά δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ετάφη στο Μ.Κάστρο όπως επίσης ο Τούρκος στιχουργός λέει καθαρά ότι η μητέρα του ήταν η βίαια εξισλαμισμένη χριστιανή Ελένη ΒολανοπούλαΟ στιχουργός λέει ακόμα ότι η νεκρώσιμη ακολουθία «το τζεναζέ ναμαζί» του Κερήμ Βέη, έγινε στο Βεζίρ Τζαμί.

Στην σημερινή δηλαδή εκκλησία του Αγίου Τίτου του Μ.Κάστρου όπου πράγματι πίσω από το Ιερό Βήμα της ήταν θαμμένη και η αδελφή του. Στο νεκροταφείο του Βεζίρ Τζαμί επίσης, καθώς λέει το στιχούργημα, βρίσκονταν και ο τάφος της κόρης του Νουμάν Πασά και του ίδιου του Νουμά,ανεψιού του πορθητή του Μ.Κάστρου,Κιοπρουλή Φαζίλ Αχμέτ Πασά Ο μαρμάρινος τάφος όμως του Κερήμ ήταν μεγαλοπρεπής αφού χριστιανοί μαρμαρογλύπτες είχαν σκαλίσει τα μάρμαρα του.

Όταν διευρύνθηκε εκεί ο δρόμος, από ένα μέρος των μαρμάρων αυτών κατασκευάστηκε ο παλιός μαρμάρινος άμβων της εκκλησίας του Αγίου Τίτου και από αυτά είναι επίσης κατασκευασμένος και ο δεσποτικός θρόνος της ίδιας εκκλησίας.

Ο Τούρκος ριμαδόρος που έγραψε την θρηνητική ρήμα για τον πατριώτη του Κερήμ Βέη,έδωσε δίχως ίσως να το επιδιώξει, την αφορμή να γίνουν γνωστές μέσα από αυτήν πολλές άγνωστες πτυχές της πολυτάραχης τοπικής ιστορίας μας.Βιβλιογραφία:Νικ. Σταυρινίδης.